Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα π. Μεταλληνός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Νοεμβρίου 2013

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, "Ὁ ἀνθελληνισμὸς τοῦ Βατικανοῦ εἶναι μόνιμος, ὅσο ὁ Ἑλληνισμὸς μένει ἑνωμένος μὲ τὴν Ὀρθοδοξία"


«ΔΙΑ ΝΑ ΜΗ ΞΕΧΝΑΜΕ»
Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

Μοῦ ζητήθηκε νὰ δώσω κάποια στοιχεῖα, πού νὰ τεκμηριώνουν την καθιερωμένη ἀνθελληνική στάση τοῦ Βατικανοῦ καὶ τῶν Λατίνων τοῦ Ἑλλαδικοῦ Χώρου. Διότι πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, πού μὴ γνωρίζοντας τὰ κείμενα, ρωτοῦν μὲ ἀπορία:
Ὑπάρχουν ἀποδείξεις; Ἡ ἀπάντηση, δυστυχῶς, εἶναι: Ναί, ὑπάρχουν! Μακάρι νὰ μὴ ὑπῆρχαν καὶ νὰ μὴ ἤμασθε

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, Ήλθε το τέλος του Ελληνισμού;

Οἱ κινήσεις τῶν θλιβερῶν ἐθνοκτόνων μας ἐνισχύονται ἀπὸ τὴν πέμπτη φάλαγγα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ χώρου, τοὺς μεταπατερικοὺς Κληρικοὺς καὶ κατ᾽ ἐπάγγελμα θεολόγους, τοὺς «συνευδοκοῦντας τοῖς πράσσουσι» (Ρωμ. 1, 32) τὴν ἀνομίαν. Ἡ διάσπαση δὲ τῆς Ἱεραρχίας εὐνοεῖ ἀποφασιστικὰ τὴν προώθηση καὶ ἐπιβολὴ τῶν ἀνατρεπτικῶν καινοτομιῶν.  Όπως τὸν 19° αἰώνα, ἔτσι καὶ σήμερα, δυστυχῶς δεσπόζουν «ὑδαρεῖς» —κατὰ τὸν ἀείμνηστο καθηγητὴ Χρῆστο Ἀνδροῦτσο— Κληρικοί, συσχηματιζόμενοι μὲ τὰ μέτρα τῆς Πολιτικῆς Ἡγεσίας γιὰ λόγους προοδευτισμοῦ ἢ διεκδίκησης προσωπικῶν ὠφελημάτων.
ΗΛΘΕ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ;
Μετὰ τὴν Φραγκικὴν καὶ Ὀθωμανικὴν Ἅλωσιν διερχόμεθα τὴν Τρίτην Ἅλωσιν, ἡ ὁποία ἴσως ἀποδειχθῆ καὶ τελεσίδικος
Το Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Μεταλληνο
ΤΟ 1983 μία ἐπιφυλλίδα τοῦ διακεκριμένου Διανοουμένου, Καθηγητῆ Χρήστου Γιανναρᾶ, στὴν ἐφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ» προκάλεσε τὸν κύκλο τῶν Εὐρωπαϊστῶν μας, αἰφνιδιάζοντας συνάμα καὶ τὴν ὑπνώττουσα ἀστοχριστιανικὴ συνείδηση τῶν συντηρητικῶν «ἐθνικιστῶν» Χριστιανῶν. Ὁ τίτλος ἦταν: «Finis Graeciae;» (Τὸ τέλος τῆς Ἑλλάδος;). Προκλήθηκε θόρυβος καὶ ἔντονες ἀντιδράσεις. Γιατί; Τὸ 1981 εἶχε ὑπογραφεῖ ἡ ἔνταξή μας στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη καὶ δὲν εἶχαν ἀκόμη κοπάσει οἱ πανηγυρισμοὶ τῶν πάντα ἀνυποψίαστων εὐρωπαϊστῶν μας.

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Π. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΣ: Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΑΙ Η ΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

1 Με την ενανθρώπηση και τη γέννησή Του ο Θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός πραγματοποιεί το σκοπό της πλάσεως του ανθρώπου, την εμφάνιση του Θεανθρώπου στην Ιστορία.

Την ένωση του κτιστού πλάσματος με τον Άκτιστο Πλάστη. Ο σκοπός της ενανθρωπήσεως είναι η θέωση του ανθρώπου. «Άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τον Αδάμ απεργάσηται» (τροπάριο Χριστουγέννων). «Αυτός ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). «Άνθρωπος γαρ εγένετο ο Θεός και Θεός ο άνθρωπος» (Ι. Χρυσόστομος).  Στη λογική ενός ηθικιστού ο όρος «θεοποιηθώμεν», που χρησιμοποιούν Πατέρες, όπως ο Μ. Αθανάσιος, είναι σκάνδαλο. Γι’ αυτό μιλούν για «ηθική θέωση». Διότι φοβούνται να δεχθούν ότι με τη θέωση μεταβάλλεται «κατά χάριν» αυτό που ο Τριαδικός Θεός είναι «κατά φύσιν» (άκτιστος, άναρχος, αθάνατος). Τα Χριστούγεννα είναι, γι’αυτό, άμεσα συνδεδεμένα και με τη Σταύρωση και την Ανάσταση, αλλά και την Ανάληψη και την Πεντηκοστή. Ο Χριστός-Θεάνθρωπος χαράζει το δρόμο, που καλείται να βαδίσει κάθε σωζόμενος άνθρωπος, ενούμενος μαζί Του.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

π. Γεώργιος Μεταλληνός – Ορθοδοξία Ελληνισμός και Ρωμιοσύνη

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ορθοδοξία Ελληνισμός και Ρωμιοσύνη (μέρος α΄)


http://www.pemptousia.gr/%ce%b2%ce%b9%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bf%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b7/?v=34066

π. Γεώργιος Μεταλληνός - Ορθοδοξία Ελληνισμός και Ρωμιοσύνη (μέρος β΄)

http://www.pemptousia.gr/%ce%b2%ce%b9%ce%bd%cf%84%ce%b5%ce%bf%ce%b8%ce%ae%ce%ba%ce%b7/?v=34471


Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

O ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΗΤΤΑΤΑΙ ΜΟΝΟ ΜΕ ΕΦΙΑΛΤΑΣ

 

Τοῦ πρωτ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

 Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν

ΜΕΓΑΛΟ σάλο προκάλεσε πρίν ἀπό κάποια χρόνια ἡ γνωστή δήλωση τοῦ κ. Χένρυ Κίσιγκερ, πρώηνὙπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν ΗΠΑ, γιά τόν τρόπο, μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά τιθασευθῆ ὁ Ἑλληνισμός.
Σημασία ὅμως ἔχει ὅτι μέ τήν δήλωσή του ὁ κ. Κ. διετύπωσε μέ ἄλλο τρόπο κάτι, πού εἶχε συλλάβει ὁ συμπατριώτης του Γιάκομπ Φιλίπ Φαλλμεράγερ (1790-1861) στά μέσα τοῦ 19ου αἰῶνος…
Ὁ τελευταῖος ἀπό τον Ἰούλιο τοῦ 1840 ὥς τον Μάϊο τοῦ 1842 ταξίδευσε σέ πολλά μέρη τῆς “καθ᾽ ἡμᾶς Ἀνατολῆς”, μεταξύ τῶν ὁποίων συμπεριέλαβε καί το Ἅγιον Ὄρος.
Στη σειρά “FRAGMENTE AUS DEM ORIENT” (1845) ἐκθέτει τίς ἐντυπώσεις του καί πολλές σημαντικές θέσεις, πού ἄμεσα μᾶς ἐνδιαφέρουν. Μιλώντας γιά τό ἍγιονὌρος, ἀναφέρεται στή νοερά προσευχή, τον “λατινέλληνα” Βαρλαάμ τόν Καλαβρό, τήν ἡσυχαστική κίνηση τοῦ 14ου αἰῶνος, τήν Ἀθωνιάδα Σχολή καί τόν Εὐγένιο Βούλγαρη, γιά τόν ὁποῖο ἐκφράζεται μέ θαυμασμό (βλ.Ἀθανασίου Ε. Καραθανάση,ὉJ.PH. FALLMERAYER (1790-1861) καί οἱ ἀναμνήσεις του ἀπό το Ἅγιον Ὄρος καί την Θεσσαλονίκη, στήν: Ἐπιστημονική Ἐπετηρίδα τοῦ Τμήματος Ποιμαντικῆς καί Κοινωνικῆς Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπ. Θεσσαλονίκης, τόμ. 11, 2006, σελ. 7-28. Σπουδαία μελέτη).
Ὁ γερμανός καθηγητής ἀναφέρεται καί στή σχέση τοῦ Ἑλληνισμοῦ με τήν Ὀρθοδοξία καί γράφει τά ἑξῆς, ὅπως παραθέτει τά λόγια του ὁ ἐκλεκτός συνάδελφος κ. Καραθανάσης: «π ξω -ς τό θυμονται ατό στην Ερώπη, λες ο πιθέσεις κατά το λληνικο θνους, πού εναι ταυτόσημο μέ τό νατολικό ρθόδοξο δόγμα, εναι μάταιη προσπάθεια. κίνδυνος μπορε νά εναι  μ ό ν ο  σ ω τ ε ρ ι κ ό ς…..
Ὅλοι οἱ καθ᾽ οἱονδήποτε τρόπο ἐπιβουλευόμενοι τήν ἀκεραιότητα, ὕπαρξη καί ἱστορική συνέχεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γνωρίζουν καλά τήν ἀδιαίρετη, ἀλλά καί ἀσύγχυτη ἕνωση τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέ τήν Ὀρθοδοξία, καί τό ἀδιάλυπο αὐτῆς τῆς ἑνώσεως. Καί τοῦτο, διότι ὁ Ἑλληνισμός, ὡς ἡ ὑπεροχότερη στήν ἱστορία συλλογική λυτρωτική ἀναζήτηση, καταξιώθηκε -κατά κάποιο τρόπο- ὡς ἀνθρώπινη φύση σέ μία θεανθρώπινη ἕνωση, τό θεῖο στοιχεῖο τῆς ὁποίας εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Ὁ Χριστός, δηλαδή, ὡς ἔνσαρκη Παναλήθεια. Γνωρίζουν ἀκόμη ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ ζωτική δύναμη τοῦ Ἑλληνισμοῦ στούς αἰῶνες, ὅπως ἔχει ἀποδείξει ἡ Ἱστορία, καί ὅτι εἶναι ἀδύνατο «ἀπ᾽ ἔξω» νά πληγεῖ ὁ Ἑλληνισμός. Αὐτό μπορεῖ νά γίνη ΜΟΝΟ «ἀπό μέσα». Ἀλλ᾽ αὐτό σημαίνει προδοσία, γιά την ὁποία χρειάζεται ἡ «πέμπτη φάλαγξ», ὅπως μᾶς διδάσκει -πάλι- ἡ Ἱστορία. Χωρίς φιάλτες δέν ττται λληνισμός…
Ατό λοιπόν γνωρίζουν πολύ καλά ο χθροί το λληνισμο καί γι ατό, ταν θελήσουν νά τόν πλήξουν, πολογίζουν στούς πολυώνυμους φιάλτες μας. Κυρίως σέ κείνους, πού διαθέτουν ξίωμα, οκονομική ερωστία καί δύναμη (πολιτική λ.χ.). Διότι λοι ατοί, πως τό ξαναζομε στίς μέρες μας, ταυτιζόμενοι δουλοπρεπς μέ τούς ποιουσδήποτε «Μήδους», τούς «φήνουν νά διαβονε». Καί ατό, διότι νεργον ς θύματα τν νόμων φιλοδοξιν τους.
Οἱ «Ἐφιάλτες» εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀπειλή γιά τό Ἔθνος μας, στή σχέση του μάλιστα μέ τή ζωτική του δύναμη, πού εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Πατέρων μας. Καί αὐτό συμβαίνει, ὅταν με τούς τρόπους καί τά μέσα, πού διαθέτουν διαφθείρουν τούς Ἕλληνες, καθιστώντας μας ὄχι φορεῖς, ἀλλά ἀχθοφόρους τοῦ ἐνδόξου αὐτοῦ ὀνόματος. πό τήν δρυση το λληνικο Κράτους (1830), ς «προτεκτοράτου» τν Δυτικν Δυνάμεων, πό μόνιμη κατοχή, ο Ξένοι ξουσιάζουν καί κατευθύνουν τήν Χώρα μας μέ ργανα τούς «φιάλτες» ατο το τόπου.
Ατό πό μία μόνο προϋπόθεση μπορε νά ποφευχθε: ταν ΟΛΟΙ νεργομε -καί διαίτερα ο (πολιτικοί) γέτες μας- ς λληνες πρός τά ξω καί χι ς Ξένοι στήν λλάδα. Ατή εναι ατία τς σημερινς κακοδαιμονίας μας.

πηγή: Ορθόδοξος Τύπος, 16/3/2012
Το αλίευσα ΕΔΩ

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Πρωτ. Γεώργιος Μεταλληνός: «Η απόφαση πρέπει να ανακληθεί» (VIDEO)

Στο κεντρικό δελτίο του τηλεοπτικού σταθμού «ΣΚΑΪ» μίλησε ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, με αφορμή την απόφαση προφυλάκισης του Καθηγουμένου της Μονής Βατοπαιδίου Αρχιμ. Εφραίμ.
Ο π. Γεώργιος μεταξύ άλλων τόνισε ότι «αισθάνομαι έκπληξη με την απόφαση, η οποία δεν στρέφεται μόνο κατά της Μονής Βατοπαίδιου…. Γι΄ αυτό το λόγω αισθανόμαστε και περαιτέρω αγανάκτηση, γιατί τέτοιες μέρες να λαμβάνεται τέτοια απόφαση;».
Επίσης ο π. Γεώργιος υπογράμμισε: «Ξέρετε πως το εισπράττουμε αυτό εμείς; Το εισπράττουμε ως προσπάθεια, αναπτύξεως μιας πολεμικής εναντίον του ράσου, της Εκκλησίας και κυρίως του μοναχικού βίου».
Δείτε τη συνέχεια στο βίντεο που ακολουθεί:
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Ποιμαντικός λόγος και κοινωνικά δρώμενα

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
     Τό κείμενο αὐτό ἐγράφη τό 1998 καί προϋποθέτει τήν «ἔκπληξη» πού προκάλεσε κυρίως στούς χωρίς ἐκκλησιαστική ἐμπειρία «συνήθεις ἀντιεκκλησιαστικούς» ὁ λόγος τοῦ νέου τότε Ἀρχιεπισκόπου. Ἐπειδή καί πρόσφατα ἀπό πολιτικούς μας διετυπώθησαν ἐπικριτικά σχόλια γιά θαρραλέα -καί ὄντως ἐκκλησιαστικά- κείμενα Ἱεραρχῶν μας, ἐκρίναμε σκόπιμη τήν ἀναδημοσίευσή του. Ὅσο θά μένει ἡ ἴδια ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, κατά τόν μέγα ἱστορικό μας Θουκυδίδη, θά ἀνακυκλοῦνται καί τά προβλήματά μας.
     1. Ἡ Ἐκκλησία, ὄχι ἁπλῶς ὡς Ἱεραρχία, ἀλλ᾽ ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ κοινωνία, ἐνεργεῖ λυτρωτικά, δηλαδὴ θεραπευτικά, μέσα στὸν ἱστορικὸ χῶρο καὶ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει συνεχῶς τόν ἄνθρωπο, τὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ «θέωση», ὁ μοναδικὸς καὶ ἀμετάτρεπτος στόχος τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως, ἐνεργεῖται μέσα στὴν ἱστορία καὶ ὄχι σὲ μιὰ μεταϊστορικὴ πραγματικότητα, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β´ Κορ. 6, 2), στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα». Κάθε στιγμὴ τοῦ βίου ἔχει σωτηριολογική σημασία.
     Ἡ Ὀρθοδοξία, ἐξάλλου, ὁ αὐθεντικὸς δηλαδὴ χριστιανισμός, ὅπως ἐκφράζεται στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, συνιστᾶ ὑπέρβαση τῆς θρησκείας καὶ ὁ λόγος της δὲν εἶναι ἁπλῶς θρησκευτικός, ἀλλὰ καθολικὸς καὶ παμπεριεκτικός. Αὐτὸ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ποιμαντική της, ποὺ εἶναι καθολική, ἀφοῦ ἀφορᾶ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, ὡς ψυχοσωματικὴ ἑνότητα καὶ ὁλότητα, καὶ σὲ ὅλα τά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς μέλους μιᾶς κοινωνίας. Ὅπως κανεὶς δυαλισμὸς δὲν νοεῖται χριστιανικὰ στὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου (σῶμα-ψυχή), τὸ ἴδιο καὶ ποιμαντικὰ δὲν διακρίνονται τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου σὲ «θρησκευτικὰ» καὶ «κοσμικά». Ἔτσι, κατανοεῖται ἡ Ὀρθόδοξη ἀρχὴ τῆς συναλληλίας τῶν δύο διακονιῶν τοῦ ἀνθρώπινου βίου, τῆς πνευματικῆς (ἱεροσύνης) καὶ τῆς πολιτικῆς (βασιλείας ἢ πολιτείας), στὴν ἱστορική μας διάρκεια. Πνευματικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἡγέτες εἶναι διάκονοι καὶ ὑπουργοὶ (ὑπηρέτες) τοῦ κατὰ τὸν μεγάλο Ρήγα «αὐτοκράτορος» (κυρίαρχου) λαοῦ. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς διακονίες στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση ἔχουν κοινὸ, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, σκοπό, «τὴν τῶν ὑπηκόων σωτηρίαν» (δηλαδὴ θέωση. ΡG. 32, 928). Ἴσως κάποιοι πολιτικοὶ παράγοντες ἔχουν τόσο ἐκκοσμικευθεῖ, δηλαδὴ ἐκδυτικιστεῖ, ὥστε νὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ ὑπόθεση τοῦ παρελθόντος. Δὲν μποροῦν, ὅμως, νὰ ἀπαιτοῦν ποτὲ νὰ τὰ ἀρνηθεῖ καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ἀπεμπολώντας τὰ κύρια συστατικὰ τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, ποὺ εἶναι συγχρόνως ταυτότητα καὶ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων.
     Πρέπει, ἐξάλλου, νὰ λαμβάνεται ὑπόψη ὅτι οἱ «συνήθεις ἀντιεκκλησιαστικοὶ» μεγεθύνουν σκόπιμα κάθε λόγο τοῦ Μακαριωτάτου, καὶ τὸν ἀθωότερο ἀκόμη, διότι αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκουν εἶναι ἡ δημιουργία θορύβου καὶ τεχνητῆς κατακραυγῆς κατὰ τῆς «Ἐκκλησίας», ὥστε νὰ βραχυνθεῖ ὁ δρόμος πρὸς τὸν ἐπαχθῆ γιά τήν Ἐκκλησία χωρισμό, τήν ἀποσύνδεση, δηλαδή, τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό κάθε δομή τοῦ πολιτειακοῦ μας βίου.
     2. Παρουσία (καὶ λόγος) ἀπολιτικὸς δὲν ὑπάρχει, οὔτε κἄν στάση ἀπολιτική. Ἡ κοινωνικὴ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναπόδραστα πολιτική. Ὁ ἅγιος Ἰ. Δαμασκηνὸς (†πρό τοῦ 754), ἐπαναλαμβάνοντας τὸν Ἀριστοτέλη, κάνει λόγο γιὰ τὴν πολιτικὴ (τέχνη καὶ ἐπιστήμη), ποὺ ἀναφέρεται στὴν «πολιτεία» τοῦ ἀνθρώπου («πῶς δεῖ πολιτεύεσθαι») γιά τήν ὀργάνωση τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας καὶ τὴν ἐξασφάλιση τῆς εὔρυθμης λειτουργίας της («ἵνα μὴ ὁ κόσμος εἰς ἀκοσμίαν ἐκπέση», κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη, 5ος αἰώνας, ΡG. 78, 657). Αὐτό, ποὺ δὲν πρέπει στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο νὰ ὑπάρχει εἶναι ὁ «κομματισμός», ἡ παραταξιακὴ στάση, ποὺ (πρέπει νὰ) διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ παρουσία καὶ στάση. Ὁ κομματικὸς λόγος εἶναι παραταξιακός. Ὁ πολιτικὸς λόγος εἶναι κοινωνικὸς καὶ καθολικός. Ὁ κομματισμὸς ἀπολυτοποιεῖ ἕνα τμῆμα τῆς κοινωνίας καί καταντᾶ αἱρετικός. Ἡ πολιτικὴ συνείδηση ἀναφέρεται σὲ ὅλο τό φάσμα τῆς κοινωνίας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος πολιτικός.
     Αὐτό ἐπιβάλλεται καὶ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος (στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα, κατὰ τεκμήριον ὀρθόδοξη, εἶναι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ μας) εἶναι πολίτες μιᾶς κοινωνίας, στὴν ὁποία ὄχι μόνο ἀναπτύσσεται σύνολη ἡ ζωὴ τους, ἀλλὰ καὶ διακυβεύεται ἡ σωτηρία τους. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἐξαϋλώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸν ἁγιάζει, ὥστε κάθε πράξη του νὰ εἶναι συντελεστικὴ στὴ σωτηρία του (πρβλ. Α' Κορ. 10, 31: «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τί ποιεῖτε, εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε»). Ἡ πορεία πρὸς τὴν «αἰώνια» πατρίδα, τὴ μόνη ἀληθινή, κατὰ τὸν Πατροκοσμᾶ, συντελεῖ μὲν στὸ νὰ αἰσθάνεται ὁ χριστιανὸς «ξένος» καὶ «πάροικος» (προσωρινὸς) στὴν ἐπίγεια πατρίδα του, δὲν μειώνει, ὅμως, στὸ ἐλάχιστον τὴν ἀγάπη γι᾽ αὐτὴν (πατριωτισμός, ἐθνισμός), ἀφοῦ εἶναι ὁ χῶρος τῆς πραγμάτωσής του ὡς «τέκνου τοῦ Θεοῦ» καὶ τῆς σωτηρίας του (πρβλ. Πράξ. 17, 26) καὶ ἀποκτᾶ, γι᾽ αὐτό, σωτηριολογικὴ σημασία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ κοινή μας μητέρα (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐπιστ. 37: «Μητέρα τιμᾶν τῶν ὁσίων» (εἶναι ἱερὸ νὰ τιμᾶ κανείς τὴν μητέρα του). «Μήτηρ δέ, ἄλλη μέν ἄλλου, κοινή δέ πάντων Μήτηρ Πατρίς». Ἔτσι ἐκφράζεται ὁ διαιώνιος ἑλληνορθόδοξος πατριωτισμός, συνεχίζοντας τὴ συνείδηση τοῦ Σωκράτους στὸν Κρίτωνα: «Μητρὸς τὲ καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς, καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον παρὰ θεοῖς καὶ ἀνθρώποις, τοῖς νοῦν ἔχουσι»).
     Πρέπει δὲ νὰ τονισθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος (κλῆρος καὶ λαὸς) σώζει τὸν ἁγνότερο καὶ ρεαλιστικότερο πατριωτισμό. Αὐτό, ὅμως, ἐνοχλεῖ κατάφωρα ὅσους ἀπέρριψαν τίς ἔννοιες «πατρίδα» καὶ «ἔθνος», στὸ ὄνομα μιᾶς ἰσοπεδωτικῆς καί ἀπειλητικῆς γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα ἰδεολογικῆς παγκοσμιοποίησης.
     Ὁ λόγος, λοιπόν, τῶν Ποιμένων -καὶ ὄχι μόνον τῶν ἐπισκόπων- γιὰ νὰ εἶναι ἐκκλησιαστικός, ὀφείλει νὰ εἶναι πολιτικός, (μὲ τὴν παραπάνω ἔννοια), δηλαδὴ κοινωνικός, ἐκτεινόμενος σὲ ὅλο τό φάσμα τῆς κοινωνίας καὶ τῶν προβλημάτων της. Ὁ ἐκκλησιαστικός, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, λόγος (ἂν εἶναι, δηλαδή, ὄντως ἐκκλησιαστικός), δὲν πρέπει νὰ δημιουργεῖ προβλήματα, ἐκτὸς καὶ ἂν παρερμηνεύεται.
     Θὰ πρόσθετα δὲ ὅτι εἶναι πρὸς ὄφελος μιᾶς ἐθνικὰ καὶ πατριωτικὰ εὐαισθητοποιημένης πολιτείας, πράγματα ποὺ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπώσει (διότι τότε θὰ ἐδημιουργεῖτο διπλωματικὸ πρόβλημα), νὰ τὰ ἐκφράζει, εὐχετικὰ καὶ ποιμαντικά, ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ποὺ καὶ νὰ θέλει δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκήσει πολιτικὴ καὶ διπλωματία, ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ παύσει νὰ σκέπτεται ἐθνικὰ καὶ ἱστορικά. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χώρος ΔΕΝ μιλᾶ ποτὲ γιὰ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, ἀλλά γιά ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ! Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος πιστεύει καὶ διακηρύττει ὅτι τὰ σύνορά μας δὲν εἶναι κυρίως γεωγραφικά, ἀλλὰ κλείνονται στὴν καρδιὰ καὶ στὸν νοῦ μας. Ἐκεῖ ζεῖ ἀκέραιη ἡ Ἑλλάδα, ὡς αὐτοκρατορία καὶ Ρωμηοσύνη. Στὸ κάτω-κάτω κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νά μᾶς ἐπιβάλει μιὰ γλώσσα, ποὺ θὰ ἐγκρίνεται ἀπὸ ἀπάτριδες, ὅπως οἱ «μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» καὶ ἄλλες συναφεῖς ξενοκίνητες ὀργανώσεις.
     Ὅταν, μάλιστα, ὁ λόγος μας εἶναι καθαρὰ ἐκκλησιαστικὸς (δηλαδὴ προφητικός, ἀποστολικὸς καὶ πατερικός), καὶ ὡς ἐθνικοκοινωνικὸς ἀφορᾶ σὲ ὅλους, διότι δὲν θὰ εἶναι φατριαστικός, ἀλλὰ φιλάνθρωπος. Ἡ δυναμική του εἶναι τότε εὐρύτερη καὶ ἀγγίζει καὶ τοὺς ἀδιάφορους θρησκευτικὰ ἢ καὶ ἀντιεκκλησιαστικούς, ὡς λόγος ἀγωνιστικὸς κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς ἐξουσίας, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καὶ ἐξαθλίωσης. Ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸ 4ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, προτείνει τὸ κοινωνικὸ μοντέλο τῆς ἰσότητας, δικαιοσύνης καὶ ἀδελφοσύνης, ὅπως ἐκφράστηκε ἱστορικά μὲ τὴν «κοινοκτημοσύνη» (καὶ ἀκτημοσύνη) τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Καὶ συμπληρώνει: «Τίς ἄν Ἕλλην (= ἐθνικός, ἀντιεκκλησιαστικὸς) ἔμενε λοιπόν;». Ἴσως γι᾽ αὐτό, σὲ κάποιες περιπτώσεις, θέλουν νὰ περιορίσουν τὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο ἐντός τῶν ναῶν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε ἤδη στὰ ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀθεϊστικὰ καθεστῶτα...
     3. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ ἱστορικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος, τό ὁποῖο ἐντάσσεται στὶς σχέσεις «Ἐκκλησίας-Πολιτείας». Τὸ πρόβλημα αὐτὸ εἶναι μακροβιότατο καὶ ἀρχίζει τὸν 4ο αἰώνα μὲ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο καὶ τὴν κοσμογονία τῆς ἐποχῆς του. Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐδῶ σημασία εἶναι ἡ διαμόρφωση ἔκτοτε δύο τύπων ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων. Τὸν ἕνα ἐνσάρκωσε ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, «Αὐλοκόλακα» τόν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί, δηλαδὴ εὔχρηστο καὶ πάντα ἀρεστὸ στοὺς ἑκάστοτε ἄρχοντες. Ἀντίβαρο ἦταν ἡ ἐνσάρκωση τοῦ τύπου τοῦ γνήσιου ποιμένα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τὸν ὁποῖο συνέχισαν -καὶ συνεχίζουν- ὅλα τά αὐθεντικὰ πατερικὰ ἀναστήματα.
     Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες καθιέρωσαν μιὰ διαιώνια τακτική, σύμφωνη μὲ τὴ φύση καὶ τὴν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στὸ πνεῦμα τῆς συναλληλίας καὶ συνεργασίες τῶν δύο «διακονικῶν ἐξουσιῶν», στὰ ὅρια τοῦ λαϊκοῦ σώματος. Ὅταν ὁ πολιτειακὸς χῶρος προσπαθοῦσε νὰ φιμώσει τὸν «πνευματικὸ-ἐκκλησιαστικό», τότε ὁ δεύτερος ἀπαντοῦσε μὲ τὴ μέχρι μαρτυρίου μαρτυρία. Ἡ «πολιτικὴ» κριτικὴ ὡς ἔλεγχος στὴν ἄνομη ἐξουσία εἶναι ἡ παράδοση τῶν ἁγίων μας. Κλασικὸ παράδειγμα ἀπέβη ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀφήνοντας τὴν πανανθρώπινη καὶ παναληθέστατη ὑποθήκη, ὅτι «ἄρχοντες ἀρχόντων εἰσιν οἱ νόμοι»! Βεβαίως, δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ ἀκραιφνῶς πολιτειοκρατικὲς τάσεις, ποὺ ἐπεχείρησαν νὰ φιμώσουν καὶ νὰ πειθαναγκάσουν τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο σὲ ἀποδοχὴ τῶν ἀπαραδέκτων. Κορύφωση αὐτοῦ τοῦ προβληματισμοῦ σημειώθηκε τὸν 14ο αἰώνα ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β', «ὁ πρεσβύτερος» (1282-1328), βρῆκε ἀντίθετο τὸν πατριάρχη Ἠσαΐα τὸν Ἁγιορείτη (ἡσυχαστὴ) στὴν προσπάθειά του νὰ παραγκωνίσει τὸν ἐγγονό του καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Γ' (1328-1341). Ἡ περίπτωση εἶναι πολὺ ἐπίκαιρη, διότι οὐσιαστικὰ ἐνσαρκώνει τὸν σημερινὸ προβληματισμό: Ὁ αὐτοκράτορας ζήτησε ἀπὸ τὸν πατριάρχη «τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἔχεσθαι φροντίδων, τῶν κοινῶν δὲ καὶ τῶν βασιλικῶν ἀπέχεσθαι πραγμάτων» (νὰ περιορίζεται στὰ ἐκκλησιαστικά –τά θρησκευτικά, λένε σήμερα- καὶ νὰ μένει μακριὰ ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα). Τί ἀπάντησε, ὅμως, ὁ πατριάρχης; «Ἐγὼ δὲ καὶ πάνυ θαυμάζω μεμνημένος ὡς ἐκέλευσας ἐμὲ μὲν τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράττειν καὶ περὶ αὐτὰ ἀσχολεῖσθαι μόνα, σὲ δὲ ἐᾶν, ὅπως ἂν δοκῆ τὰ τῆς βασιλείας διοικεῖν. Παραπλήσιον γὰρ ἐστιν, ὥσπερ ἂν πρὸς τὴν ψυχὴν εἴποι τὸ σῶμα· οὐ δέομαι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς συναφείας τῆς σῆς, οὐδὲ συνεργὸν πρὸς τὰ πραττόμενα βούλομαι ἔχειν, ἀλλʼ ἐγὼ μὲν ὡς οἷόν τε καὶ βούλομαι διοικήσω ταμά, σύ δὲ φρόντιζε περὶ τῶν ἰδίων (Ἰω. Καντακουζηνοῦ, Ἱστορία, τ. Ι, σ. 248). Ὁ αὐτοκράτορας, οὐσιαστικά, ἔθετε τό πρόβλημα τοῦ «χωρισμοῦ», γιά νὰ μὴ ἔχει ἀντίλογο στὴν παρανομία του!
     Βεβαίως, σήμερα ὑπάρχουν καὶ σύνταγμα καὶ νόμοι, ποὺ καθορίζουν σαφῶς τὰ ὅρια τῶν σχέσεων καὶ τῆς συνεργασίας «Ἐκκλησίας και Πολιτείας» στὴ χώρα μας. Ἄλλο, ὅμως, ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς μιᾶς πλευρᾶς πάνω στὴν ἄλλη καὶ ἄλλο ἡ ἔκφραση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν κοινωνικὸ χῶρο (ἐδῶ ἀνήκουν καὶ τὰ ἐθνικὰ θέματα). Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος δὲν ἀσκεῖ διεθνῆ πολιτική, ἐκτὸς καὶ ἂν κάποιοι δὲν θέλουν νὰ ἀκούουν τὸ ἐθνικὰ ὀρθό. Ἀλλὰ τότε κωφεύουν στὴ βούληση τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποία ἐκφράζει ἐγκυρότερα ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος. Πρέπει, ὅμως, ἐδῶ νὰ παρατηρήσουμε ὅτι οἱ πολιτικοί μας διαπράττουν συνήθως ἕνα μεγάλο λάθος: Νομίζουν ὅτι Ἐκκλησία εἶναι οἱ προβαλλόμενοι ἀπὸ τὰ ΜΜΕ σκανδαλοποιοὶ κληρικοί, διότι αὐτὸ δημιουργεῖ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς καὶ ἀνίσχυρος εἶναι καὶ εὔχρηστος. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅμως μὲ τὴν ἀπάντησή του στὸν Μόδεστο, τὸν πρωθυπουργὸ τοῦ Οὐάλεντα (τοῦ εἶπε ὁ Μόδεστος: «Κανεὶς ἐπίσκοπος μέχρι σήμερα δὲν μοῦ μίλησε ἔτσι. Καὶ αὐτὸς ἀπάντησε: «Διότι δὲν συνάντησες ποτὲ ἐπὶσκοπο») ἀπέδειξε ὅτι καὶ ἕνας μόνο γνήσιος κληρικὸς ἢ χριστιανὸς σώζει τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ ἦθος, κατὰ τὸν χρυσοστόμειο λόγο: «Ἀρκεῖ ἄνθρωπος ΕΙΣ, ζήλῳ πεπυρωμὲνος, ἅπαντα δῆμον διορθῶσαι».
     Μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους (1830), ὁ εὐρωπαϊκὸς μετασχηματισμὸς ὁδήγησε στὴ σκληρὴ πολιτειοκρατία (1833 κ.ἑ.) καί στή «νόμῳ κρατοῦσαν πολιτείαν», μιὰ πολιτεία, δηλαδή, πού κατὰ κανόνα θέλησε νὰ ἔχει πάντα «τό πάνω χέρι». Ἀπὸ τὸ 1852 (μετὰ τὸ «κανονικὸν» αὐτοκέφαλο, 1850) διορίζονται «ἡμιαριστίνδην» Σύνοδοι καὶ ἐπιβάλλεται, ἔτσι, νόμιμα ἡ «νόμῳ κρατοῦσα πολιτεία». Ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν Ἱεραρχῶν μας ρύθμιζε κατὰ καιροὺς τὶς στάσεις καὶ συμπεριφορές. Ὑπῆρξαν περίοδοι ἐντάσεων, ἀλλὰ καὶ ἄριστης συνεργασίας, ὄχι ὡς σιωπηρᾶς ὑποταγῆς τῆς συνάλληλης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας στὶς θελήσεις τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, ἀλλὰ ὡς πρόθυμη συνέργεια, μέσα σὲ πνεῦμα ἐθνικῆς ἑνότητας. Ποιὰ πολιτεία μπόρεσε νὰ ἀντιδράσει, ἔτσι, στὸν ἐθνικὸ ρόλο τοῦ ράσου κατὰ τὸν «Μακεδονικό Ἀγώνα» (1904- 1908), στὸ Κυπριακὸ (1955 ἐκ.), στὰ πρόσφατα συλλαλητήρια γιὰ τὸ «μακεδονικό» ἢ καλύτερα «σκοπιανὸ» πρόβλημα; Ὅταν σώζεται ἑκατέρωθεν ἀκμαία ἡ ἐθνικὴ συνείδηση, ἡ συνεργασία εἶναι πάντα ἀστασίαστη καὶ ἐφικτή. Αὐτὸ ἀκριβῶς χρειαζόμαστε καὶ σήμερα.
     Οὐδέποτε ἐτόλμησε κάποια κυβέρνηση νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἐθνικοπατριωτικὴ παρουσία τοῦ ράσου. Μάλιστα, οἱ ἐθνικὰ σκεπτόμενες καὶ ἐνεργοῦσες κυβερνήσεις σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἐνισχύονταν ἀπὸ τὴ συμπαράσταση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐθνικοπατριωτικές, ἐξάλλου, πρωτοβουλίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπὸ τὶς ἐνδοξότερες στιγμὲς τῆς ἱστορίας μας. Ἀπὸ ποιὸν ζήτησε τὴν ἄδεια ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος († 1949) νὰ μὴ ὁρκίσει τὴν προδοτικὴ κυβέρνηση Τσολάκογλου; Ἀντίθετα, ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τὸ 1967 εἶναι μία ἀπο τὶς θλιβερότερες σελίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς († 1949) δέχθηκε τὸν διορισμό του ὡς πρωθυπουργοῦ (γιὰ λίγο) καὶ ἀντιβασιλέα, σὲ μιὰ ὑψηλῆς σημασίας προσφορά, γιὰ νὰ καλύψει τὸ ὑπάρχον κενό. Ἐδῶ θὰ πῶ σὲ ὅσους φοβοῦνται ἀνάμειξη τοῦ Ράσου στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας, ὅτι παρόμοιος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ δέχεται τὸν διαχωρισμό-διάκριση τῶν διακονικῶν ἐξουσιῶν τοῦ Ἔθνους. Ἀκόμα καί ὁ ἐθναρχικὸς ρόλος δὲν διεκδικεῖται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικούς, ἀλλὰ τοὺς ἀνατίθεται!
     Στὸ Κυπριακό, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων († 1956) ἦταν πρόεδρος, προταθείς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τῆς Πανελλήνιας Ἐπιτροπῆς γιὰ τὸν Ἀγώνα, ἐνῶ γενικὸς γραμματέας εἶχε ἐκλεγεῖ ὁ πρ. ἀρχιεπίσκοπος, καὶ τότε ἀρχιμανδρίτης, Ἱερώνυμος Κοτσώνης. Πολλοὶ ἱεράρχες μας ἀναντίρρητα ἀναδείχθηκαν ἡγετικὲς μορφὲς αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Ἡ Ἐκκλησία κατενόησε τὸν κίνδυνο καὶ τὴν ἀπειλὴ τῶν Σκοπίων ἤδη τὸ 1956 (ἀρχιεπίσκοπος Δωρόθεος), ὅταν οἱ πολιτικοὶ σιωποῦσαν. Μὴ λησμονοῦμε, ἐξάλλου, καὶ τὴ μεγάλη ἐθνικὴ δράση τοῦ ἀρχιεπισκὸπου Σεραφείμ. Μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσης μακαρίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανὸ ἦταν οἱ μόνοι ποὺ ἔθεσαν θέμα ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων γιὰ τὴ Β. Ἤπειρο (1980- 1990). Ἡ ἐθνικοπατριωτικὴ κινητικότητα τοῦ Σεραφεὶμ ἦταν ἠχηρότατη μέσα στὴ σιωπή της.
     Μήπως, ὅμως, καὶ στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη φιμώνεται ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος; Ὁ καθηγητὴς Ἰ. Κονιδάρης μᾶς ὑπενθύμισε τὸ κοινὸ Ὑπόμνημα τῆς Καθολικῆς καὶ τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας (1994), μὲ ἔντονη ἀναφορὰ στὰ κοινωνικά, δικονομικὰ καὶ λοιπὰ προβλήματα, ὅπως τὸ στεγαστικό, ἡ ἀνεργία, οἱ κρατικὲς δαπάνες, οἱ ἀλλοδαποί, ἡ φτώχεια κ.λπ. Δὲν θέλω νὰ πιστεύω ὅτι θὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ «προφητεία» τοῦ μακαρίτη Μάνου Χατζηδάκι ὅτι «τή σοβιετική μας περίοδο θὰ περάσουμε μέσα στὴν Εὐρώπη»! (Σημ. 2011: Δυστυχῶς ἐξεπληρώθη).
     4. Δεοντολογικοί περιορισμοὶ ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε. Δὲν θὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι πάντοτε, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς, τεράστια σημασία ἔχει το «πῶς», δηλαδὴ τὰ ὅρια τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας. Τὸ ποιμαντικὸ ἔργο ἀπαιτεῖ τὸ χάρισμα τῆς «διακρίσεως», ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν ἀδιάψευστο πατερικὸ λόγο, «τὸ καλὸν ἐστι καλόν, ὅταν καλῶς γένηται». Εἶναι, λοιπόν, ποιμαντικὸν αἴτημα ἡ ἐπιλογή τῶν καταλλήλων (μὴ παρεξηγήσιμων καὶ παρερμηνεύσιμων) ὅρων, ὡς καὶ ὁ τρόπος (ὕφος) τοῦ λόγου μας (παρακλητικά, πατρικά, ταπεινὰ καὶ ἀγαπητικά). Γιὰ τὸ πρῶτο εἶναι χαρακτηριστικό τό παράδειγμα τοῦ Πατροκοσμᾶ. Μιλώντας γιὰ τὸν «Ἀντίχριστο», ἔλεγε ὅτι ἦταν δύο οἱ «Ἀντίχριστοι» στὴν ἐποχή του. Τὸν ἕνα τὸν ὀνομάζει: Εἶναι ὁ Πάπας. Τὸν ἄλλο τὸν ὑπαινίσσεται: «Αὐτός πού εἶναι πάνω στὸ κεφάλι μας», διότι καραδοκοῦσε ὁ Σουλτᾶνος. Γιά τὸν δεύτερο ἀρκεῖ ὁ λόγος, αὐτόχρημα πραγματικός, τοῦ Ἀπόστολου Παύλου. Πρῶτα πρὸς ὅλους τούς πιστούς: «Ἐν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρός τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι (Κολ. δ', 5). Καὶ πρός τούς Ποιμένες εἰδικά: «Ὑμεῖς ἐπίστασθε... πῶς μεθ᾽ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην, δουλεύων τῷ Κυρίῳ μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ δακρύων καὶ πειρασμῶν... Οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον ὑμῶν...» (Πράξ.20, 18-19, 31). Βεβαίως, πάντα ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ τῆς ἐξατομικευμένης ποιμαντικῆς καὶ τῆς συλλογικῆς ἀναφορᾶς.
     Δὲν διαφωνοῦμε ὅτι οἱ προτεραιότητες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου εἶναι πάντα πνευματικές, ἀλλὰ μήπως καὶ τὰ κοινωνικὰ ἢ ἐθνικὰ θέματα δὲν εἶναι στὴν οὐσία πνευματικά; Τὸ πρόβλημα, συνεπῶς, δὲν εἶναι αὐτό, ἀλλὰ ἡ πρόθεση καὶ ὁ τρόπος ἀντιμετώπισής τους.
     Ὅπως πολὺ ὀρθὰ παρατήρησε ὁ καθηγητὴς Χρ. Γιανναρᾶς (Καθημερινή, 13.9.98), αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖται εἶναι ὁ «χωρισμός τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν λογική τῆς ἐξουσίας». Ἡ ποιμαντικὴ διάκριση γνωρίζει «καιρὸν τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸν τοῦ λαλεῖν». Κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο († 107) ὁ επίσκοπος εἶναι περισσότερο «φοβερὸς» ὅταν σιωπᾶ, παρὰ ὅταν ὁμιλεῖ. Ἐκτός ὅμως καί ἄν πρέπει νά ὁμιλήσει καί σιωπᾶ...
     Στὸ ἔργο τῆς πολιτείας παρεμβαίνει ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος, ὄχι ὅταν ἐπισημαίνει τὰ ὑπαρκτὰ προβλήματα, ἀλλὰ ὅταν προτείνει προκλητικές λύσεις γι᾽ αὐτά, ἐξεγείροντας ἔτσι τὸ λαϊκὸ αἴσθημα. Ὁ ποιμαντικὸς λόγος γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα εἶναι δικαίωμα ἱστορικὸ κάθε ποιμένος -καὶ ὄχι μόνο τοῦ (Ἀρχι)επισκόπου. Ἄλλωστε, καὶ ὁ ἑκάστοτε Μακαριώτατος εἶναι ποιμένας τοῦ ποιμνίου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν -αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπισκοπή του- καὶ ὄχι «Ἀρχηγὸς» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀπὸ ἄγνοια λέγεται. Μὴ ἐπιστρέφουμε στὰ 1833, ὅταν ἡ «Διακήρυξη» τῆς πραξικοπηματικῆς αὐτοκεφαλίας ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἀρχηγός» τῆς Ἐκκλησίας στὸ πνευματικὸ μέρος καὶ ὁ βασιλέας (Ὄθων) στὸ διοικητικὸ (προτεσταντικὴ ἀντίληψη). Ὁ Ἀρχιεπ. Χριστόδουλος εἶχε δηλώσει στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του: «...Δὲν χαρίζουμε σὲ κανέναν τὸ ἀκριβό μας προνόμιο νὰ ἔχουμε ἄποψη ἐπί τῶν καιριότερων ζητημάτων τοῦ τόπου καὶ νὰ τὴν ἐκθέτουμε ἐλεύθερα... Ἡ τέτοια παρέμβασή μας δὲν συνιστᾶ ἀντιδικία, οὔτε ἀμφισβήτηση. Παρεμβαίνουσα ἡ Ἐκκλησία βοηθᾶ τὴν ἡγεσία, τὶς δυνάμεις καὶ τὸν λαὸ στὴ συνειδητοποίηση τῶν πνευματικῶν διαστάσεων ὁρισμένων ἐπιλογῶν ἢ τάσεων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος της εἶναι μητρικός, παραμυθητικός, συμβουλευτικὸς καὶ οὐδέποτε πολιτικὸς» (ἐπεξήγηση π.ΓΔΜ, ἐννοεῖ: «κομματικός»).
     Ὑπάρχει βεβαίως ἕνας ὁρατὸς κίνδυνος, σὲ περίπτωση ποὺ συνεχιστεῖ ἡ «ἀντιδικία» αὐτή, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε παρόμοια περίπτωση. Εἶναι ἡ δυνατότητα «χρήσης» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου ἀπὸ κομματικὲς παρατάξεις, ποὺ ἐπιδιώκουν πρὸς ὄφελὸς τους ὁποιεσδήποτε ταυτίσεις. Καὶ ὅταν μὲν δὲν ὑπάρχει παρόμοια ταύτιση, τότε θύμα εἶναι ὁ λόγος καὶ σύνολος ὁ ἀγώνας μας. Ἄν, ὅμως, ὑπάρχει, τότε «ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης» (Ματθ. 27, 64)!... Στὰ ἐθνικὰ θέματα εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει συνεργασία (κατὰ τὸ β´ ἄρθρο τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας) καὶ συνεννόηση, καθὼς καὶ μυστικὲς συζητήσεις, ὅσο σοβαρότερο εἶναι τὸ πρόβλημα. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρόθεση τῆς Ἐκκλησίας μας ἤδη τὸ 1852 (Σχὲδιον Νόμου Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἄρθρον Δ'): «Τὰ καθήκοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διαιροῦνται ἐκ δύο, εἰς τὰ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, “ἅτινά εἰσι πνευματικά, καὶ ὅλως ἐκκλησιαστικά, καὶ εἰς τὰ ἐκτός, ἐκκλησιαστικὰ καὶ ταῦτα, ἀλλ᾽ ἔχοντα σχέσιν τινὰ καὶ πρὸς τὴν ἐπικράτειαν καὶ τὸ πολιτικὸν μέρος” καὶ ἐπὶ μὲν τῶν πρώτων ἐνεργεῖ ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως ἀπό πάσης ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ δὲ τῶν δευτέρων τῇ ἰδιαιτέρᾳ συγκαταθέσει καὶ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως».
     Ἡ δήλωση τοῦ Μακαριωτάτου Χριστοδούλου εἶναι καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἀφοπλιστική: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παντοῦ, καὶ στὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε διεξεδίκησε τὸν ρόλο κράτους ἐν κράτει. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ἐκκλησία τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῆς Ἀνάστασης... Ἐμεῖς εἴμαστε ἀταλάντευτα προσηλωμένοι στὸ ἰδεῶδες τῆς στενῆς συνεργασίας Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, γιατί βλέπουμε ὅτι αὐτὸ συμφέρει στὸ ἔθνος καὶ αὐτὸ θέλει καὶ ὁ λαός μας». Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ τηρήσει τὴν ὑπόσχεσή της. Εὐελπιστοῦμε ὅτι ἀνάλογη στάση καὶ πνεῦμα συνεργασίας θὰ ἐπιδεξει καὶ ἡ πλευρὰ τῆς Πολιτείας.
Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο (φ. 1900)
Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Προσανατολισμοί - Μεταλληνός - Η Ρωμανία ζει. Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης και η ιστορική επιβίωσή της - 9 Δεκ 09




Προσανατολισμοί - Μεταλληνός - Η Ρωμανία ζει from e:LoMak on Vimeo.

http://vimeo.com/29550281 Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011 Προσανατολισμοί - Μεταλληνός - Η Ρωμανία ζει. Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης και η ιστορική επιβίωσή της - 9 Δεκ 09 Τον 4ο αιώνα γεννιέται ένα ολότελα νέο ιστορικό μέγεθος η Ρωμανία ή αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Στις 11 Μαΐου 330 μ.Χ. εγκαινιάζεται η νέα πρωτεύουσα, που θα πάρει τιμητικά και το όνομα του ιδρυτή της- Κωνσταντινούπολη-. Επί 1000 έτη η αυτοκρατορία ζει και ανθεί, δημιουργώντας, χάρις στα αρχαιοελληνικά προσανάμματα και την ορθόδοξη πίστη έναν λαμπρό πολιτισμό, λειτουργώντας ταυτόχρονα και ως κυματοθραύστης και ασπίδα της Ευρώπης, έναντι των βαρβαρικών επιδρομών. Η Δυτική, όμως, ιστοριογραφία διαστρέβλωσε τη φωτεινή πορεία της Ρωμανίας, παρουσιάζοντάς την ως μια μακροσκελή, στείρα διήγηση αυτοκρατορικής σήψης. Επινόησε έναν ανύπαρκτο όρο-Βυζάντιο- υποτιμώντας, ταυτόχρονα, και την οικουμενικής εμβέλειας προσφορά της αυτοκρατορίας, στάση, που επηρέασε και την ελληνική ιστοριογραφία. Τις τελευταίες, όμως δεκαετίες οι απόψεις αυτές αναθεωρήθηκαν. Δεκάδες ξένοι ιστορικοί αναγνωρίζουν την τεράστια επίδραση της αυτοκρατορίας στον σύγχρονο πολιτισμό. Παράδειγμα, το τελευταίο βιβλίο του Αμερικάνου ιστορικού Κ. Ουέλς με τίτλο «Σαλπάροντας από το Βυζάντιο: Πως μια χαμένη αυτοκρατορία διαμόρφωσε τον κόσμο». Το ζητούμενο σήμερα είναι πώς εμείς οι Έλληνες «διαβάζουμε» την ιστορία της Ρωμανίας. Για το θέμα αυτό μίλησε στις 9.12.09 στο Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Κιλκίς ο ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών π. Γεώργιος Μεταλληνός. Η εισήγησή του με θέμα «Η Ρωμανία ζει. Η Αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης και η ιστορική επιβίωσή της» μεταδόθηκε στις 21.9.11 από την εκπομπή Προσανατολισμοί του τηλεοπτικού σταθμού 4Ε (εκπομπή αρχείου).

Το αλίευσα ΕΔΩ http://lomak.blogspot.com/2011/09/9-09.html

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ



1. Η αποστολή του Κυβερνήτου ως άρσις Σταυρού



Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ΄  Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων ψήφισε τον Καποδίστρια πρώτο Κυβερνήτη της ελευθέρας μικράς Ελλάδος.

Και εκείνος, έχοντας συνείδηση –ως διπλωμάτης καριέρας– της περιπέτειας, στην οποία εκούσια στρατευόταν, έγραφε στον πιστό φίλο του Εϋνάρδο: «Είμαι αποφασισμένος να άρω τον ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μου σταυρόν»1. Με προφητική ενόραση διέβλεπε, ότι η ανάληψη της αποστολής του Κυβερνήτου της Ελλάδος δεν ήταν παρά μαρτυρική πορεία και θυσία. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί την πρόσκληση της Πατρίδος. Την συγκατανευσή του έβλεπε ως «οφειλήν εις ιεράν υπόθεσίν» της2. Το μέγεθος όμως της θυσίας του ήταν εις θέση να εκτιμήσουν οι άλλοι. Έτσι, ο αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Πρόκες Όστεν σημειώνει στην ιστορία του, ότι, όπως ήταν τότε η Ελλάδα, πιθανώτερο ήταν να στηρίξει ο Καποδίστριας την Ελλάδα, παρά η Ελλάδα τον Καποδίστρια3. Και πράγματι, ο Καποδίστριας αποτελεί μοναδική περίπτωση –ίσως όχι μόνο στην Ελληνική ιστορία– πολιτικού, που αρνήθηκε κάθε «χρηματικήν χορηγίαν», δια να μη επιβαρύνει το δημόσιο Ταμείο4. Δεν ζήτησε, ούτε πήρε τίποτε από την Πατρίδα, αλλά έδωσε τα πάντα στην Πατρίδα!

Το έθνος προσέβλεψε με εμπιστοσύνη στον μεγάλο αυτόν Έλληνα πολιτικό, γνωστό ήδη στην Ευρώπη και τον κόσμο, και στήριξε σ’ αυτόν τις ελπίδες του. Υπακού­οντας στο κέλευσμα του άλλου μάρτυρα της ελευθερίας μας Ρήγα Βελεστινλή: «και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός», δεν στράφηκε σε κανένα ξένο, ούτε καν ζήτησε Ευρωπαίο βασιλέα, αλλά εφάρμοσε το γραφικό: «Εκ των αδελφών σου καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα, ου δυνήση καταστήσαι από σεαυτόν άνθρωπον αλλότριον ότι ουκ αδελφός σου έστιν» (Δευτ. 17, 15). Ως εκλεκτός του Έθνους ήλθε να κυβερνήσει ο Καποδίστριας, δια να μεταβάλει το χάος, που επικρατούσε στην Ελλάδα, σε τάξη, δημιουργώντας από αυτό κράτος σύγχρονο και βιώσιμο. Κατανοώντας δε την εκλογή του, ως του «ενός ανδρός αρχήν», θέλησε μεν να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες της εξουσίες, αλλά, κατά τη δική μας τουλάχιστον εκτίμηση, όχι λόγω των απολυταρχικών φρονημάτων του –διότι ήταν φύση δημοκρατική και λαϊκή– αλλά για να μπορέσει να πραγματώσει τους στόχους του, που ήταν η σύγκραση των συγχρόνων Ευρωπαϊκών πολιτειολογικών δεδομένων με την παράδοση του Γένους, την ελληνορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήθελε σύγχρονο κρατικό μηχανισμό, αλλά μέσα στο σκεύος της ρωμαίικης παραδόσεως. Έτσι δεν άργησε να έλθει σε σύγκρουση με τις δυνάμεις εκείνες, εγχώριες και ξένες, που επεδίωκαν τον εξευρωπαϊσμό της μικρής Ελλάδος, την αποσύνδεσή της, δηλαδή, από τον κορμό της υπόλοιπης ρωμηοσύνης, που εκφραζόταν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Εθναρχία, και την πολιτική και πολιτιστική σύνδεσή της με την υπόλοιπη Ευρώπη, για να δεθεί τελικά στο άρμα της Δυτικής διπλωματίας.



2. Η Ρωμαίικη γραμμή πλεύσεώς του ενοχλεί



Ο Καποδίστριας, ως πολιτικός σπουδασμένος στη Δύση (Πάντοβα), ασκημένος στα Δυτικά ανακτοβούλια, και συνεπώς Ευρωπαίος, έγινε δεκτος αρχικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα από μερικές, όπως η Αγγλία. Παρακολουθούσαν όμως την εκδίπλωση του προγράμματος του για να διαπιστώσουν τους άδηλους στόχους του. Όταν, έτσι, διαπι­στώ­θηκε ρωμαίικη –ελληνορθόδοξη δηλαδή– γραμμή πλεύσεώς του, επιστρα­τεύ­θηκαν όλα τα διατιθέμενα από τη διπλωματία μέσα για την εξόντωσή του. Η Αγγλία, κυρίως, οργάνωσε μυστική εκστρατεία εναντίον του, χρησιμοποιώντας τα εντος της Ελλάδος όργανά της. Τα αρχεία του Foreign Office και του Colonial Office (στο Kew Gardens του Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, που αποκαλύπτουν την κίνηση των νημάτων της αντικαποδιστριακής δημαγωγίας από τα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα5.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο ενοχλητικός γινόταν ο Καποδίστριας για την φράγκικη και μόνιμα αντιστρατευόμενη την Ορθοδοξία Ευρώπη. Θρεμμένος με τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις της Κυπρίας μητέρας του (Αδαμαντίας), ήταν δεμένος με την Ορθοδοξία και το εκκλησιαστικό σώμα, βλέποντάς το ως κιβωτό σύνολης της ζωής και, συνεπώς, ως «περιέχον» και την πνευματική και την πολιτική ζωή του Έθνους/Γένους. Το γεγονός μάλιστα, ότι δυο από τις αδελφές του έγιναν ορθόδοξες μοναχές, τι άλλο φανερώνει από την εκκλησιαστικότητα της οικογενείας του; Έτσι, και αν ακόμη κατά την παραμονή του στην Ευρώπη, ως ευφυής και ικανός διπλωμάτης, κατόρθωνε να συγκαλύπτει το αληθινό φρόνημά του, όταν ανέλαβε τα ηνία της ανοργάνωτης ελληνικής πολιτείας, δεν είχε λόγο να αποκρύψει τους αληθινούς στόχους του. Ήδη η πρώτη προκήρυξή του προς τον ελληνικό λαό άρχιζε με τη φράση: «Εάν ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ’ ημών».

Ήταν γνωστή, άλλωστε, η αντίθεση του Καποδίστρια προς την Γαλλική Επανάσταση (1789) και κυρίως τις αντιθρησκευτικές αρχές της. Και αυτό δεν φαίνεται να το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν όλοι εκείνοι που επιμένουν, ότι υπήρξε «τέκτων κανονικός»6, χωρίς βέβαια επάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ότι ως διπλωμάτης ο Καποδίστριας συνανατρεφόταν τους πάντας, αλλά δεν έπαυσε ποτέ να ανήκει ολόκληρος στην Ορθο­δοξία, η οποία διεκδικεί «μοναδικότητα» και «αποκλειστικότητα» στη συνείδηση και ζωή του ανθρώπου. Όπως επίσης δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν και η αρνητική στάση του απέναντι στη Μασονία και κάθε μυστική οργάνωση κατά τη διάρκεια της ασκήσεως της εξουσίας του7. Ο Καποδίστριας έβλεπε ζυμωμένη την ύπαρξη του Έθνους με την Ορθο­δοξία, την ζωτική πνοή και αναστάσιμη δύναμή του: «Η χριστιανική θρησκεία (ως Ορθοδοξία), έλε­γε, «εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρ­χαίας ενδόξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα»8.



3. Το εκκλησιαστικό φρόνημα στην πολιτική του Καποδίστρια



Το εκκλησιαστικό φρόνημα του υπαγόρευσε και σύνολη την πολιτική του. Και αυτό φαίνεται κατά εξοχήν στην εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική του. Ακολουθώντας την παράδοση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, θεωρούσε και αυτός την παιδεία αχώριστη από την εκκλησιαστική ζωή και απέκρουε την μονομερή ανάπτυξη του πνεύματος χωρίς την χριστιανική διάπλαση της καρδίας. «Τα άθεα γράμματα» ήταν και για τον Καποδίστρια –όπως και για τους λαϊκούς διδάχους του ΙΘ΄ αιώνος– Φλαμιάτο και Παπουλάκο, αναίρεση της ελληνορθόδοξου παραδόσεως και, συνεπώς, δεν είχαν θέση στην ζωή του ελληνικού έθνους. Μία από τις βασικότερες εναντίον του κατηγορίες, που διετύπωναν οι προτεστάντες Μισσιονάριοι, οι οποίοι επέπεσαν στην Ελλάδα αμέ­σως μετά την Επανάσταση για την εκφράγκευσή της– ήταν ότι τα σχολεία του Καποδίστρια είχαν μοναστηριακή οργάνωση και συνεδύαζαν καθημερινά παιδεία και λατρεία, προσφέροντας ως αναγνώσματα στην τράπεζα Βίους Αγίων!

Την μόνιμη δυσπιστία απέναντί του όλων των Δυτικών –που από το πρόσχημα του φιλελληνισμού εργάζονταν για την αποορθοδοξοποίηση και εκφράγκευση των Ελλήνων– δείχνει ένα γράμμα του Korcυ (επί Βαυαρών θα αναλάβει την διεύθυνση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος) στους δυτικούς προϊσταμένους του: «Ο Καποδίστριας έδωσε μεν στον Anderson την άδεια να ιδρύσει σχολεία, κάτι που ήταν για –όλους μία ευνοϊκή απόδειξη των φιλελευθέρων φρονημάτων του. Αλλά κατά την συζήτηση μας φάνηκε να κατέχεται από ανησυχία, ώστε να περιορίσει την άδεια που παραχωρούσε, με το να επιμένει έντονα στο να μη επιτραπεί να διδάσκεται τίποτε σ’ αυτά τα σχολεία χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως γνώση η Κυβέρνηση»9. Ο ίδιος ο Korck μας πληροφορεί, ότι ο Καποδίστριας προέβαλλε συχνά αντιρρήσεις στην κυκλοφορία προτεσταντικών φυλλαδίων, που προσέβαλλαν τη θρησκευτική παράδοση του λαού10. Εξ άλλου, ο Καποδίστριας έγραφε στον αμερικανό μισσιονάριο Rufus Anderson, ότι «οι Έλληνες θα δέχονταν ευχαρίστως σχολεία και άλλα, βιβλία, εικόνες, και τέλος κάθε τι, που δεν θα τους αποσπούσε ή δεν θα υπονόμευε την πίστη τους στην Εκκλησία του Έθνους τους»11. Επεδίωξε, μάλιστα, να λάβει δάνειο από την μεγάλη αμερικανική ιεραποστολική Εταιρεία A.B.C.F.M., που είχε καταρτίσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα, «για να οργανώσει δικό του σύστημα εθνικής παιδείας». Η Εταιρεία, βέβαια, παρά την διατυμπανιζόμενο φιλελληνισμό της, απέρριψε την πρότασή του12, διότι σκοπός της ήταν να εισαγάγει τον Προτεσταντισμό στην Ελλάδα μέσω της παιδείας, όπως και έγινε άλλωστε. Ο Καποδίστριας, λόγω της εσωτερικής καταστάσεως και της διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, ούτε να αποκρούσει τους δυτικούς μπορούσε, ούτε να αρνηθεί την προσφορά τους, λόγω της ελλείψεως, άλλωστε, μέσων. Προσπαθούσε όμως να τους κρατεί υπό τον έλεγχό του13. Στο αρχείο του συνεργάτου του, Ανδρέα Μουστοξύδη (στην Κέρκυρα), επισημάναμε πολλές αποδείξεις για αυτή την πολιτική και των δύο αυτών Κερκυραίων.



4. Παιδεία και Εκκλησία, συνέχεια του Έθνους



Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια έβαινε παράλληλα προς την ευρύτερη εκκλησιαστική πολιτική του14. Παιδεία και Εκκλησία ήταν τα βασικά ενδιαφέροντά του, για την πνευματική συνέχεια του Έθνους, όπως και η δικαιοσύνη, για την εκσυγχρονισμένη οργάνωσή του. Φρόντισε για την ανακαίνιση των ερειπωμένων εκκλησιών, για την μόρφωση του Κλήρου, ιδρύοντας εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο15, σχεδίαζε δε ακόμη και την ίδρυση «Εκκλησιαστικής Ακαδημίας», και συνέστησε ειδικό
Υπουργείο, την «Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας», που, όπως ο ίδιος εξηγούσε, «συνηνώθησαν δύο υπηρεσίαι αχώριστοι, και προς ένα συντρέχουσαι σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών μόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους ανορθώσεως»16. Ο Καποδίστριας θεμελιώνει, έτσι, την συνύπαρξη «Παιδείας και Εκκλησίας» (όχι: Θρησκευμάτων), σε ένα Υπουργείο, για την παράλληλη πολιτική διακονία, δύο περιοχών, που παραδοσιακά συνδέονται μεταξύ τους αδιάρρηκτα στη ζωή του Γένους. Είναι χαρα­κτηριστικό για την διακρίβωση της νοοτροπίας των, ότι ο Κοραής είχε προτείνει την σύνδεση Εκκλησίας και Αστυνομίας!

Ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια ως «του πρώτου και τελευταίου Κυβερνήτου, που αγάπησε και ενδιεφέρθη ειλικρινώς δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος»17 δεν είναι υπερβολή. Πιστεύοντας στην αναγεννητική αποστολή και δύναμη του Κλήρου, εργάσθηκε για την πνευματική άνοδο και την σχολική κατάρτισή του. Είναι ο μόνος πολιτικός μας, ο οποίος ενδιαφέρθηκε ειλικρινά για την αξιοποίηση, και όχι απλώς την «δήμευση» και απαλλοτρίωση, της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αξιοποίηση υπέρ της ιδίας της Εκκλησίας (μισθοδοσία του κλήρου και συντήρηση του Εκκλησι­αστικού σχολείου). Αποπειράθηκε, επίσης, να καταπολεμήσει την υπάρχουσα αταξία του Εκκλησιαστικού βίου, τις καταχρήσεις ολίγων Κληρικών και να επιβάλει τον περιορισμό του Κλήρου στα εκκλησιαστικά έργα του, αλλά και την τήρηση Εκκλησιαστικών λογιστικών βιβλίων, χωρίς όμως, στο τελευταίο αυτό, επιτυχία.



5. Το Βαυαρικό Αυτοκέφαλο.

Η Ορθοδοξία το Μέλλον του Ελληνισμού και όχι η Ευρώπη.



Το σημαντικότερο όμως μέρος της Εκκλησιαστικής πολιτικής του, που συνι­στούσε την μεγαλύτερη πρόκληση για τους δικούς μας Ευρωπαϊστές και τις Μεγάλες Δυνάμεις, ήταν η προσπάθειά του να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Ελλαδικής Εκ­κλη­σίας με την πνευματική της Μητέρα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ήταν ακόμη και Εθναρχικό του Ελληνισμού Κέντρο18. Με την έκρηξη της εθνεγερσίας, όπως ήταν φυσικό, διεκόπη η επικοινωνία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμε­νικό Πατριαρχείο, χωρίς όμως η διακοπή αυτή, καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνος, να λάβει τον χαρακτήρα πραξικοπηματικής ανεξαρτητοποι­ήσεως. Τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ούτε απορρίφθηκαν ποτέ, ούτε και λησμονήθηκαν. Αντίθετα η Γ΄ Εθνική Συνέλευση –αυτή που εξέλεξε και τον Καποδίστρια ως Κυβερνήτη– διεκήρυξε: «Επειδή πάντες ημείς [...] ουκ εγνωρίσαμεν άλλην μητέρα, ειμή την Μεγάλην Εκ­κλη­σίαν, ούτε άλλον Κυριάρχην, ειμή τον Πατριάρχην Κωνσταντινου­πόλεως, καθ’ α και ο μεγαλόφρων αυτής Πατριάρχης Γρηγόριος προ ολίγων χρόνων εθυσιάσθη υπέρ της Ιεράς ημών Πίστεως και υπέρ πατρίδος, δια τούτο ουκ εφείται ημίν αποσπασθήναι απ’ αυτής και αποσκιρτήσαι». Ο κύκλος όμως την Διαφωτιστών, με πρώτο τον Κοραή, ποτισμένος από το δυτικό πνεύμα και προσκολλημένος στην δυτική αρχή των εθνοτήτων και στις δυτικογενείς προκαταλήψεις για το Βυζάντιο και τη Ρωμηοσύνη, έγινε ο προπαγανδιστής της αυτονομήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στο σημείο όμως αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι οι Έλληνες Ευρωπαΐζοντες ευθυγραμ­μίζονταν με την πολιτική την Μεγάλων Δυνάμεων για το νεότευκτο Ελληνικό Κράτος, αλλά και όλη την «καθ’ ημάς Ανατολή». Η πολιτική αυτή μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα: λύση του Ανατολικού ζητήματος με τη δημιουργία μικρών εθνικών βαλκανικών κρατών, σε μόνιμη σύγκρουση ή αντίθεση μεταξύ τους, για την εμπόδιση κοινού αγώνος εκ μέρους των προς ανασύσταση της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας/Βυζαντίου. Ο διαμε­λισμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας συνδέθηκε με την δικαιοδοσιακή συρρίκνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τη δημιουργία εθνικών Εκκλησιών, και σ’ αυτό βοηθούσε η εξάπλωση του εθνικού και, κατά ουσίαν εθνικιστικού, πνεύματος στους λαούς της Βαλκανικής. Οι Έλληνες θα έχουμε το θλιβερό προνόμιο να ηγηθούμε το 1833 σε αυτήν την προσπάθεια αποσυνθέσεως της Ρωμαϊκής Εθναρχίας.

Ο Καποδίστριας γνώριζε καλά τα σχέδια αυτά. Ως ενσυνείδητα όμως Ρωμηός–Ορθόδοξος, γνώριζε, ότι υπήρχε κίνδυνος, η διακοπή του δογματικού και κανονικού δεσμού της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να προκαλέσει κυριολεκτικά διάλυση του Ελληνισμού, ελευθέρου και αλυτρώτου. Εξ άλλου, ήταν και βαθύς γνώστης της σημασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον Ελληνισμό και την Ορθόδοξη οικουμένη, –όπως αποδεικνύει η σχετική αλληλογραφία του. Άλλωστε, ήδη το 1819, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα, είχε εκδώσει επώνυμα Υπόμνημα, υποστηρίζοντας την αναβολή της επαναστάσεως και τη θεμελίωση της Φιλικής Εταιρείας «ουχί επί της αρχής της εθνότητος, αλλά από της ευρείας και ζώσης Ορθοδόξου Εκκλησίας»19. Τι άλλο δείχνει αυτό από την θέληση του Καποδίστρια να αναστηθεί «το ρωμαίικο», το οποίο συνεχιζόταν με την Εθναρχική υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Με την Ορθοδοξία και όχι την Ευρώπη συνέδεε ο Καποδίστριας το μέλλον του Ελληνισμού.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι ο Κυβερνήτης συνήψε αλληλογραφία με τον Οι­κου­μενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο τον Α΄ (1830-1834), με σκοπό να ρυθμισθεί η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με την Μητέρα Εκ­κλη­σία μέσα στο πνεύμα της Ορ­θοδόξου παραδόσεως και της ιστορικο­κανονικής τάξεως. Στη συνάφεια δε αυτή είναι ενδεικτική των προθέσεων και του φρονήματος του Καποδίστρια μία πολύτιμη μαρτυρία του Κ. Οικονόμου, που δημοσιεύσαμε ήδη20. Ο Οικονόμος, στενός φίλος του Ρέοντος και Πραστού και μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, από τον οποίο θα έλαβε ασφαλώς τις σχετικές πληροφορίες, αναφέρει, ότι ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Διονύσιο ειδική αποστολή στην Πόλη, για να διευθετηθεί το ταχύτερο το εκκλησιαστικό πρόβλημα της Ελλάδος, «ίνα μη, όπως έλεγε (ο Καποδίστριας), πέσει η υπόθεσις εις Φράγκων χείρας, και τότε εχάθημεν»! Μέσα στη φράση αυτή κλείνεται η προφητική πρόβλεψη του Καποδίστρια για το βαυαρικό αυτοκέφαλο και τις επιπτώσεις του στη ζωή του Έθνους μας, αλλά και στην όλη πορεία του Ελληνισμού.

Αυτό ακριβώς όμως δεν ήθελε η Ευρωπαϊκή πολιτική. Την ομαλοποίηση των σχέσεων της ελευθέρας Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την συνέχιση της ενότητος του Ρωμαίικου, που μπορούσε να οδηγήσει στην ανάσταση του Βυζαντίου/Ρωμανίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας. Ενώ ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος ετοιμαζόταν για την μετάβασή του στη Πατριαρχείο, οι δολοφονικές σφαίρες έκοβαν τη ζωή του Κυβερνήτη και ματαίωναν τους σκοπούς του. Οι δυνάμεις εκείνες, που τροφοδοτούσαν και κατηύθυναν την εναντίον του αντιπολίτευση, όπλισαν και τα χέρια των αφελών δολοφόνων του. Όπως, συνήθως, συμβαί­νει στην ιστορική πορεία ημών των Ελλήνων, οι προσωπικές δυσαρέσκειες και αντιθέσεις, ενισχυόμενες από τις επιβουλές των ξένων, μεγιστοποιούν τις οποιεσδήποτε υπερβάσεις και αστοχίες, χάνοντας τη συνείδηση της καθολικότητας και του ουσιώδους και εν προκειμένω του μεγάλου έργου του Κυβερνήτη.



6. «Οι Έλληνες θα κατανοήσουν την θυσίαν μου»!



Το τραγικό στην περίπτωση του Καποδίστρια είναι, ότι, βέβαιος για τον εθνωφελή χαρακτήρα του επιτελουμένου έργου του, δεν πίστευε, ότι θα βρεθούν αδελφοί του Έλληνες, που θα θελήσουν να τα καταστρέψουν: «Οι Έλληνες γράφει, δεν θα φθάσουν ποτέ μέχρι του σημείου να με δολοφονήσουν. Θα σεβασθούν την λευκή κεφαλή μου [...]. άλλωστε είμαι αποφασισμένος να θυσιάσω την ζωήν μου δια την Ελλάδα και θα την θυσιάσω. Εάν οι Μαυρομιχαλαίοι θέλουν να με δολοφονήσουν, ας με δολοφονή­σουν. Τόσον το χειρότερον δια αυτούς. Θα έλθη κάποτε η ημέρα, κατά την οποίαν οι Έλληνες θα εννοήσουν την σημασίαν της θυσίας μου»21.

Λόγια προφητικά, αλλά συνάμα και ενδεικτικά της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως του ερημίτη πολιτικού στη διακονία της Πατρίδος και του Γένους. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 έφυγε από το ταπεινό Κυβερνείο του Ναυπλίου, για να λειτουργηθεί, όπως έκανε σε όλη τη ζωή του, ως πιστός ορθόδοξος. Το γεγονός, ότι τα φονικά βόλια τον βρήκαν λίγο μετά της 6.30 το πρωΐ, δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητο. Δεν ήταν ο πολιτικός των δοξολογιών και των πανηγύρεων. Ήταν ένας Ρωμηός, όπως όλος ο απλός και ευσεβής Λαός, για το καλό του οποίου ανάλωνε τη ζωή του. Και για αυτό μαζί με το λαό από τον Όρθρο συμμετείχε στη σύναξη του εκκλησιαστικού σώματος. Η δολοφονία του ανέκοψε την πορεία του Έθνους για την ολοκλήρωσή του μέσα στα όρια της Ελληνορθόδοξης παραδόσεώς του. Επηρέασε όμως δυσμενώς και την πορεία όλης της Ορθόδοξης Α­να­τολής, ανατρέποντας τα σχέδια για την Ρωμαίικη αποκατάστασή της.

Ο πιστός φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος μπόρεσε να συνειδητοποιήσει πολύ ενωρίς τη σημασία της δολοφονίας του αληθινού Πατέρα της Ελληνικής Πατρίδος: «Ο θάνατος του Κυβερνήτου –έγραφε– είναι συμφορά δια την Ελλάδα, είναι δυστύχημα δι’ όλην την Ευρώπην [...]. Το λέγω με διπλήν θλίψιν: ο κακούργος, όστις εδολοφόνησε τον κόμητα Καποδίστρια, εδολοφόνησε την πατρίδα του». Το είπαμε όμως παραπάνω: Το δολοφονικό χέρι κατευθυνόταν από τις δυνάμεις εκείνες, που ενήργησαν στη δολοφονία, ως ηθικοί αυτουργοί, πραγματοποιώντας έτσι τον σκοπό τους: την ανακοπή και ανατροπή ενός μεγάλου πατριωτικού έργου, που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέ­ροντά τους.



                                       π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

                                                            Πρωτοπρεσβύτερος

     «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου

                                                       Αριθμ. Τεύχους 110-111






Σημ. Συντάξεως: Η αρίθμηση των ενοτήτων έγινε από τον συγγραφέα και οι τίτλοι τέθηκαν από εμάς, βάσει του περιεχομένου των ενοτήτων.



Υποσημειώσεις

1. Ι. Α. Καποδίστρια, Επιστολαί, Αθήναι, 1841, τομ. Α΄, σ. 102.

2. Στο ίδιο, σ. 135, 137 κ.ά.

3. Βλ. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Ο Καποδίστριας ως θρησκευτική προσωπικότης, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, αρ. 248, Δεκέμβριος 1976, σ. 3.

4. Ελ. Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο άνθρωπος – ο αγωνιστής, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 10.

5. Κατά την έρευνα, που κάμαμε εκεί, το καλοκαίρι του 1982, συγκεν­τρώσαμε ένα αριθμό σχετικών εγγράφων, που έχουμε παρουσιάσει και παρου­σιάζουμε σε διάφορες ευκαιρίες.

6. Βλ. Παν. Γ. Κρητικού, Ο Ιω. Καποδίστριας τέκτων κανονικός, Ο
Ερανιστής 3 (1965), σ. 124-144.

7. Ν. Ι. Φιλιπποπούλου, Ελληνικός Αντιμασσονισμός, Αθήναι 1972, σ. 14.

8. Ε. Πρωτοψάλτη, ό.π., σ. 4.

9. Γρ. Korck από 20.11.1829 στην Church Missionary Society του Λονδίνου, στου Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν, κατά την ΙΘ΄  αιώνα, Αθήναι 2004, σ. 397.

10. Στο ίδιο.

11. James F. Clarke, Bible Societies; American missionaries and the national revival of Bulgaria, N. York 1971, σ. 232.

12. Στο ίδιο.

13. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν, κατά την ΙΘ΄  αιώνα, Αθήναι 2004, σ.399 ε. Πρβλ. του
Ιδίου, Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα 2001, σ. 279 ε.

14. Βλ. Α. Γερομίχαλου, Ίδρυσις και Διοίκησις της Εκκλησίας της
Ελλάδος, στην ΕΕΘ-ΣΠΘ, αρ. 11 (1967), σ. 346 ε.ε. Ε. Κωνσταντινίδου, Ιω. Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977. Charles A Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική Ανεξαρτησία, 1821-1852. Αθήνα 1987, σ. 97 ε.ε.

15. Βλ. Ι. Κωνσταντινίδου, Ο Ιω. Καποδίστριας θεμελιωτής της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως, ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 20-24.

16. Γεν. Εφημ. της Ελλάδος, 1829, αρ. 73, 74.

17. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 1.

18. Για τα παρακάτω βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το Ελλαδικό Αυτοκέφαλο. Προϋποθέσεις και συνέπειες, στο: Παράδοση και Αλλοτρίωση, ό.π., σ. 227 ε.ε.

19. Χρ. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και η Μεγάλη Επα­νάστασις του 1821, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΚΑ (1950), σ.316.

20. Κων. Οικονόμος προς Τιτώφ (στον τιμητικό Τόμο του καθηγ. Κων. Μπόνη).

21.Επιστολαί, ό.π., τ. Δ΄ , σ. 300 ε.

Σχόλιο Στττ!!!: Ευχαριστώ τον φίλο Ζ.Χ. για την αποστολή του κειμένου

Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011

Προσεγγίσεις - Μεταλληνός - Το '21 και οι Συντελεστές του: Δύο μαρτυρίες - 15 Μαρ 11


Ο π. Γεώργιος Μεταλληνός, ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναφέρεται στο '21 και στους συντελεστές του και επισημαίνει δύο σημαντικές μαρτυρίες, οι οποίες συμπίπτουν χρονολογικά με την έκρηξη του Αγώνος και οι οποίες αποτελούν αυθόρμητες και αβίαστες δηλώσεις δύο προσώπων που γράφουν για την Επανάσταση, ενώ κινούνται από διαφορετικές προϋποθέσεις, και ανήκουν, κοινωνικά και πνευματικά, σε διαφορετικούς χώρους.
Το αλίευσα ΕΔΩ http://lomak.blogspot.com/2011/03/15-11_18.html

Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2011

«Αντιδυτικοί» Πατέρες, ευεργέται της Ευρώπης


Ἡ ἑτοιμαζομένη "Μεγάλη Σύνοδος", οἱ τρεῖς Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τήν πιστότητα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Παραδόσεως, ἡ Οὐνιτίζουσα Δύσις καί ἡ μή ἀδρανοποίησις τῆς Πατερικῆς Παραδόσεως
π. Γεώργιος Μεταλληνός
ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΒΩΣΗ τῶν πνευματικῶν σχέσεων Ἀνατολῆς–Δύσεως ὁ χῶρος τῆς θεολογίας, στόν ὁποῖον ἡ ἔνταση φθάνει συχνά σέ ὁριακά σημεῖα, ἐπιτρέπει ἀσφαλέστερες καί ὁπωσδήποτε σαφέστερες διαπιστώσεις. Ἰδιαίτερα πρόσφορες παρουσιάζονται, μάλιστα, οἱ περιπτώσεις προσώπων, πού ἔχουν χαρακτηρισθεῖ ὡς ἀντιδυτικοί και ἀντιμετωπίζονται, ἀκόμη καί σήμερα, με ὑπερκριτικό πνεῦμα, ἐνίοτε δέ καί μέ σφοδρότητα ἀπό τή δυτική ἤ δυτικίζουσα ἱστοριογραφία. Τέτοια πρόσωπα εἶναι κατ᾽ ἐξοχήν ὁ Μέγας Φώτιος († 891), ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς († 1357) καί ὁ ἅγιος Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός († 1444), γιά νά μείνουμε στήν περίοδο τῆς ἀποστασιοποιήσεως Ἀνατολικῆς καί Δυτικῆς Χριστιανοσύνης, δηλαδή στούς αἰῶνες μετά τήν ἐπικράτηση τοῦ φραγκογερμανικοῦ στοιχείου στή Δύση1.
      1. Ὁ ἀντιδυτικισμός τῶν Ἀνατολικῶν δέν ἦταν ἀθεμελίωτος, οὔτε ὀφειλόταν σέ ἁπλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση τῆς Δύσεως καί τῶν ἀμεταβλήτων διαθέσεών της ἀπέναντι στήν Ἀνατολή2. Ἡ ἐκφράγκευση, ἄλλωστε τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης συνδέθηκε μέ ἀποστροφή πρός τήν Ὀρθοδοξία καί ἔντονο ἀνθελληνισμό, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνισμός (graecitas) ἦταν ὁ κύριος ἐκφραστής της. Εἶναι δέ γνωστά πλέον τά μέτρα, πού ἔλαβε ὁ Καρλομάγνος, ὁ μεγαλύτερος ὑβριστής τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικότητος, γιά τή δυσφήμιση στή Δύση τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς, ὅταν ἀπέτυχε ἡ προσπάθειά του, γιά ἑνοποίηση τῆς Εὐρώπης ὑπό τό σκῆπτρο του.
      Ὁ ἀντιδυτικισμός τῆς Ἀνατολῆς συνιστοῦσε περισσότερο αὐτοάμυνα καί αὐτοπροστασία. Εἶχε, πρῶτα, ἐρείσματα πνευματικά. Την ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς ἀλλοτριώσεως τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως τῆς Δύσεως καί τή μεταβολή τῆς Θεολογίας σέ μεταφυσική θεολόγηση (σχολαστικισμός), τοῦ δέ Χριστιανισμοῦ σέ θρησκευτική ἰδεολογία. Αὐτό ὅμως για τούς ἀκολουθοῦντες τήν πατερική παράδοση τῆς Ἀνατολῆς σήμαινε τέλεια διαστροφή τοῦ Χριστιανισμοῦ καί μεταβολή του σε ἀντιχριστιανισμό καί “εἰδωλολατρία”, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ δυτική θεολογία (σχολαστική) δεχόταν τήν ὕπαρξη “ἀρχετύπων” στό Θεό καί ἀναγκαιότητος (ἄς θυμηθοῦμε τή θεωρία τοῦ Ἀνσέλμου περί «ἱκανοποιήσεως τῆς θείας δικαιοσύνης»). Ἔτσι ὅμως ἡ Δύση ἔφθασε σέ σημεῖο νά λατρεύει Θεό, πού δέν ὑπάρχει, με τό νά τοῦ ἀποδίδει στοιχεῖα, πού δέν ἔχει.
      Ἡ δυτική θεολόγηση, στηριζομένη στήν ἀρχαία φιλοσοφία και τόν Αὐγουστῖνο, θά κάμει δεκτή τήν “analogia entis” καί τήν “analogia fidei” στή σχέση Θεοῦ καί κόσμου. Ἡ προβολή τῶν ἰδίων ἀντιλήψεων στό Θεό θεοποιοῦσε τά κατασκευάσματα τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, «δημιουργῶντας» Θεό ἀνύπαρκτο, διάφορο πρός «τον Θεόν τῶν πατέρων ἡμῶν». Ἡ ἀπόρριψη, ἐξ ἄλλου, τῆς διακρίσεως οὐσίας καί ἐνεργείας στό Θεό συνιστᾶ ἄρνηση τῆς προτεραιότητας τοῦ προσώπου. Σ᾽ αὐτά ἄς προστεθοῦν οἱ διαφοροποιήσεις τῆς Χριστιανικῆς Δύσεως στό συνοδικό σύστημα, τά παπικά δόγματα (ἐκκλησιαστική καταξίωση κάθε ἀπολυταρχίας) καί κυρίως τό Filioque (νόθευση τῆς τριαδολογίας).
      Ἡ ἀντιδυτική θεωρία καί στάση τῶν Ἀνατολικῶν εἶχε ὅμως και προϋποθέσεις πολιτικοκοινωνικές. Τήν ὑποταγή τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως στή φραγκογερμανική φεουδαρχία, μὲ τὴ βαθμιαία ἐκφράγκευση καὶ τοῦ πατριαρχείου τῆς Π. Ρώμης (μέχρι τὸ 1046). Τὶς ἐξελίξεις αὐτὲς συνειδητοποίησε πρῶτος ὁ Μ. Φώτιος, διαισθανόμενος τὸ ρόλο τοῦ πολεμίου του πάπα Νικολάου Α´34 καὶ διέγνωσαν μὲ ἀκρίβεια ὁ ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς καὶ ὁ ἅγιος Μᾶρκος Εὐγενικός, μετὰ μάλιστα τὴν ἅλωση τοῦ 1204 καὶ τὴ Σύνοδο τῆς Φλωρεντίας (1439), ἀντίστοιχα. Ἔτσι, συγκροτήθηκε μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα ἡ συνείδηση τῶν Ἀνατολικῶν ὅτι ἡ ὀρθόδοξη ταυτότητα, ποὺ ἦταν γιὰ τοὺς Ἀνατολικοὺς καὶ ἐθνική, δὲν ἠπειλεῖτο τόσο ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, ὅσο ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς “ψευδαδέλφους”, κάτι ποὺ θὰ κωδικοποιηθεῖ τόν 18ον αἰώνα ἀπό τὸν ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλό5. ὡς πρώτου πραγματικοῦ φραγκοφίλου πάπακουΐσλιγκ (π. Ρωμανίδης)
      Εἶναι ὅμως σήμερα ἀπόλυτα σαφὲς ὅτι οἱ Ἀνατολικοὶ δὲν διέκριναν μεταξὺ Λατίνων καὶ Ρωμαίων ἤ Γραικῶν, ἀλλά μεταξὺ Τευτονοφράγκων (Λατινοφράγκων) καὶ Ρωμαίων ἀνατολῆς καὶ δύσεως6. Γι᾽ αὐτὸ τὴν Καρλομάγνεια προσθήκη στὸ Σύμβολο (809) κατεδίκασαν ὅλοι, ἑλληνόφωνοι καὶ λατινόφωνοι Ρωμαῖοι τῶν πέντε ρωμαϊκῶν (ὀρθοδόξων) Πατριαρχείων (Π. καὶ Ν. Ρώμης, Ἀλεξανδρείας, Ἀντιοχείας καὶ Ἱεροσολύμων)7. Οἱ πατερικοὶ θεολόγοι τῆς Ἀνατολῆς ἀγωνίζονταν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος Ἀνατολικῶν καὶ Δυτικῶν Ρωμαίων, (Βυζαντινῶν). Εἶναι ἱστορικὰ ἀπόλυτα δικαιωμένη ἡ θέση τοῦ π. Ἰ. Ρωμανίδη, ὅτι «οὐδέποτε ἔγινε σχίσμα μεταξύ τῶν Ρωμαίων Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἀλλὰ μεταξὺ Φράγκων καὶ Ρωμαίων ἀπό τὸν θ' αἰώνα». Τὸ σχίσμα «μετεφέρθη γεωγραφικῶς μόνον εἰς τὴν πρεσβυτέραν Ρώμην, ὅταν οἱ Φράγκοι ἐξέβαλαν τούς Ρωμαίους ἀπὸ τόν παπικὸν θρόνον καὶ ἐπέβαλον τοὺς Τευτονοφράγκους (Γερμανούς), Λατινοφράγκους (Φραντζέζους) καὶ Ἰταλολογγοβαρδοφράγκους, οἵτινες καὶ τελικῶς ἐπεκράτησαν καί ἐπικρατοῦν μέχρι σήμερον»8.
      2. Στούς τρεῖς αὐτοὺς μεγάλους Πατέρας μας ὀφείλουμε τὴν ὀρθὴ διάγνωση τῆς δυτικοευρωπαϊκῆς ἀλλοτριώσεως.
      Ὁ Μέγας Φώτιος, ὅπως δείχνει καὶ τὸ ἔργο του “Λόγος περὶ τῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μυσταγωγίας9, διέκρινε στήν προσθήκη τοῦ Filioque τὴ συντελεσθεῖσα ἤδη ἀλλοτρίωση τῆς Δύσεως στὶς προϋποθέσεις τῆς θεολογήσεως καὶ σύνολη τὴν ἐκκλησιαστικὴ θεολογία καὶ πράξη. Ὁ Φώτιος διαισθάνθηκε ὅτι ἡ προσθήκη ἦταν ἔργο τῶν Φράγκων. Ἄλλωστε, αὐτὸ ἔγινε μὲ τὴν παρέμβαση τοῦ Καρλομάγνου στὴ σύνοδο τοῦ Ἄαχεν τὸ 809. Γι᾽ αὐτό, φειδόμενος τῶν Ρωμαίων “Βυζαντινῶν” τῆς Δύσεως, δὲν ἀναφέρει ὀνομαστικά τούς Φράγκους, κάτι ποὺ θὰ συμβεῖ καὶ στὴ Σύνοδο τοῦ 879, 8η Οἰκουμενικὴ Ἱ. Σύνοδο τῆς Ὀρθοδοξίας, ποὺ κατεδίκασε τὸ Filioque καὶ τοὺς ἐπιχειρήσαντες τὴν προσθήκη του στὸ ἱερό Σύμβολο.

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Γράμματα Σπουδάματα - Μεταλληνός - Η ρωμαίικη Παιδεία - 8 Φεβ 11


ΒΙΝΤΕΟ http://blip.tv/file/4741864?utm_source=player_embedded
Ο δάσκαλος κ. Δημήτριος Νατσιός αναφέρεται στο σκοπό και στο στόχο της Παιδείας, σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος «Η Παιδεία μετάληψις αγιότητος εστί», με καλεσμένο τον ομότιμο Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών π. Γεώργιο Μεταλληνό.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

Πορεία κατευθυνόμενη

Bookmark and Share
π. Γεώργιος Μεταλληνός
      1. Η ευρωπαϊκή εθνική ιδέα - απότοκος μακρών εξελίξεων, που κορυφώθηκαν στη Γαλλική Επανάσταση (1789)- βρίσκεται στους αντίποδες της ελληνικής-ρωμαίικης οικουμενικής ιδέας. Η έννοια του εθνικού κράτους κατά τα νεώτερα ευρωπαϊκά πολιτειακά δεδομένα είναι αναίρεση και θάνατος της ελληνορθόδοξης αυτοκρατορικής ιδέας. Ο χριστιανικός Ελληνισμός, στη φυλετική και στην οικουμενική -πνευματική και πολιτιστική - διάστασή του, ταυτίζεται με τη Ρωμανία/Βυζάντιο, τη Χριστιανική αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης. Πρωτεύουσα του χριστιανικού Ελληνισμού δεν είναι η Αθήνα, αλλά η Κωνσταντινούπολη - Νέα Ρώμη. Και τα δύο ονόματα, το πρώτο από τον ιδρυτή και θεμελιωτή της και το δεύτερο από την παλιά πρωτεύουσα, που μεταφέρθηκε στην Ελληνική Ανατολή, συναποτελούν το ένα όνομα της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας.
Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 ξεκίνησε ως ρωμαίϊκη, με στόχο δηλαδή την ανάσταση της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, και κατέληξε εθνική, κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα, με κέντρο όχι πια την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη, αλλά την Αθήνα. Η αποκλειστική στροφή στην Αθήνα και μέσω αυτής στην ελληνική αρχαιότητα, μέσα σε ένα πνεύμα αρχαιοπληξίας και αρχαιομανίας, θα αποτελέσει πάγια στάση του Ελληνικού Κράτους, με ανυπολόγιστες συνέπειες στις εθνικές μας διεκδικήσεις τον 19ο και τον 20ο αιώνα. Ιδιαίτερα η αυτοχαρακτηριζόμενη «προοδευτική» παράταξη, εγκλωβισμένη στην παγίδα του διεθνισμού, θα συμβάλει ουσιαστικά στη διάθλαση αυτού του πνεύματος και στην πλατειά λαϊκή βάση, με συνθήματα του τύπου «όχι άλλο πόλεμο», με αποτέλεσμα όχι μόνο την απεμπόληση και του ελαχίστου ίχνους αλυτρωτισμού, αλλά, το φοβερότερο, την αδρανοποίηση ή και παντελή νέκρωση της ιστορικής μνήμης (βλ. Κυπριακό και Βορειοηπειρωτικό). 
Σημασία όμως έχει, ότι η απόσταση της εθνικής μνήμης και αναφοράς από την Κωνσταντινούπολη-Νέα Ρώμη και ο αναπροσανατολισμός μας προς την Αθήνα δεν οφείλεται μόνο στους δικούς μας ρωμαντικούς αρχαιολάτρες και αρχαιόπληκτους τύπου Κοραή, αλλά εμπνέεται και υποβάλλεται σ' αυτούς, και μέσω αυτών στο Έθνος, από τα ευρωπαϊκά πάσης φύσεως κέντρα αποφάσεων, που από την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (και πριν ακόμη) χαράζουν και κατευθύνουν την πορεία του, σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα και διαθέσεις. Όλοι δε οι πιστοί εντολοδόχοι και φερέφωνα των Μεγάλων της Ευρώπης, σ' όποιο χώρο και αν αναπτύσσουν τη δράση τους, θα εργάζονται επιμελέστατα για την εμπέδωση αυτής της στάσεως στη συνείδηση του Ελληνικού Λαού, εμποδίζοντας ουσιαστικά τη λειτουργία της εθνικής Ιστορικής μνήμης και συνειδήσεως. Ευγλωττότατη επιβεβαίωση αυτής της θέσεως προσφέρει η ακόλουθη περίπτωση.

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης