Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βαλκάνια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Άγνωστοι Έλληνες: Βλάχοι, εθνικοί ευεργέτες και έμποροι των Βαλκανίων

vlaxoi3
Στο προηγούμενο άρθρο μας αναφερθήκαμε στην ελληνική παρουσία στις Βαλκανικές χώρες, ένα μεγάλο τμήμα της οποίας επιβιώνει έως σήμερα, δείχνοντάς μας πως ο Ελληνισμός αντέχει στον χρόνο παρά τις εκάστοτε αντίξοες συνθήκες.
Οι Βλάχοι συνιστά ένα σημαντικό κομμάτι του Ελληνισμού, παρόλο που η καταγωγή τους αμφισβητείται πανταχόθεν. Οι ίδιοι οι Βλάχοι, όμως, καθώς και μία μεγάλη μερίδα επιστημόνων, διατρανώνουν την ελληνική τους καταγωγή!

Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2013

Άγνωστοι Έλληνες: Η ελληνική χερσόνησος του Αίμου

fillipoupolis 
Ακολουθώντας τόσον καιρό το αέναο ταξίδι των Ελλήνων σε όλον τον κόσμο, παρατηρώντας τις εκφάνσεις του πολιτισμού και της παράδοσής μας στα διάφορα σημεία πάνω στον χάρτη φτάνουμε σιγά σιγά στην περιοχή των Βαλκανίων ή ελληνική χερσόνησο του Αίμου, όπως την ονόμαζαν οι Έλληνες.
Ο ελληνισμός ήκμασε σε μεγάλο βαθμό σε εκείνα τα μέρη, αφού συναντούσε εκεί κανείς πάνω από 90 ελληνικές αποικίες!
Η μεγάλη ακμή σημειώθηκε επί Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος θέλοντας να εξασφαλίσει τα βόρεια σύνορά του διέσχισε τον Δούναβη με αυτοσχέδιες κατασκευές. Ωστόσο, Έλληνες ζούσαν εκεί και πολύ πριν τον Μ. Αλέξανδρο. Είχαν οικοδομήσει μεγάλο αριθμό πόλεων, όπως η Διονυσόπολις, η Τύρα, η Κωστάντζα (σημ. Τόμις), η Κάλλα (σημ. Magnalia) και πλειάδα εμπορικών κέντρων.

Η οικονομική αυτή άνθηση συνεχίστηκε και επί Μ. Αλεξάνδρου αλλά άρχισε να φθίνει με την κυριαρχία των Ρωμαίων, μέχρι την άνοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, κατά την οποία τα οικονομικά πράγματα ξαναέγιναν ως είχαν.
Ειδικότερα, το 1300 σημειώνεται τρομερή άνοδος της οικονομίας με την συγκρότηση παραδουνάβιων Ηγεμονιών ενώ τον 17ο αιώνα οι Έλληνες Φαναριώτες αναλαμβάνουν την διοίκηση των Ηγεμονιών αυτών κι έτσι ανεβαίνει κατακόρυφα η ανάπτυξη –εμπορική και οικονομική- στις εν λόγω περιοχές.

Αλλά και η επαφή με το έξωθεν ελληνικό στοιχείο δεν ήταν καθόλου σπάνια, καθώς οι Επτανήσιοι πηγαινοέρχονταν πολύ συχνά, λόγω  των αγγλικών ή βενετικών διαβατηρίων που διέθεταν και μετά την διεθνοποίηση του εμπορίου ανέλαβαν θέσεις-κλειδιά.
Ας μην ξεχνάμε φυσικά και τους Κύριλλο και Μεθόδιο, που κατάφεραν να δημιουργήσουν σλαβικό αλφάβητο, πάντα κατά το ελληνικό πρότυπο.
Όταν όμως, το 1921, απορρίφθηκε η ελληνική συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή του Δουνάβεως, όλη αυτή η χρόνια προσπάθεια των Ελλήνων κατακερματίστηκε, όπως και το ελληνικό στοιχείο στην περιοχή γενικότερα.
vlaxoi
Παρόλ’ αυτά υπάρχουν ακόμη και σήμερα πολλά ελληνογενή φύλα, των οποίων η καταγωγή αμφισβητείται χωρίς να υπάρχει καμία ένδειξη για το αντίθετο. Ανάμεσα σε αυτά είναι οι Σαρακατσάνοι, νομαδικό ελληνικό φύλο, που κατάγεται από το χωριό Σακαρέστη, στην Αιτωλοακαρνανία, οι Αρβανίτες, οι Πομάκοι της Θράκης, οι Βλάχοι, κλπ.
Τους παραπάνω πληθυσμούς, λόγω του όγκου των πληροφοριών, θα τους αναλύσουμε σε επόμενα άρθρα μας.

Ας δούμε αναλυτικότερα την ελληνική παρουσία στην περιοχή των Βαλκανίων:
Βουλγαρία: Οι βασικές ελληνικές αποικίες στην Βουλγαρία είναι η Φιλιππούπολη, η οποία ιδρύθηκε από τον Φίλιππο, βασιλιά της Μακεδονίας, το 341π.Χ., ο Πύργος (σημ. Burgas), η Σωζόπολη, από τον Αναξίμανδρο τον Μιλήσιο, το 600π.Χ. με το όνομα Απολλωνία, η Μεσημβρία από τους Μεγαρείς το 493π.Χ., η Βάρνα, κ.α. Αυτές οι πόλεις συγκροτούσαν την Ανατολική Ρωμυλία, την χώρα των Ρωμιών, δηλαδή.
Δυστυχώς, οι Τούρκοι κατέλαβαν και αυτήν την περιοχή, διαιρώντας σε τρία μέρη: Τρανσυλβανία, Κατεχόμενο και Βασιλική Επικράτεια.

Ελληνικό θέατρο στην Φιλιππούπολη
Ελληνικό θέατρο στην Φιλιππούπολη
Και στα τρία ξαναπήγαν οι Έλληνες και κυρίως οι Μακεδόνες, γι’ αυτό και η περιοχή ονομάστηκε Μακεδονία Εξωτερικού. Μερικοί από τους Έλληνες που διακρίθηκαν εκεί ήταν ο Κ. Χρηστομάνος, καθηγητής Ελληνικών της Βασίλισσας Ελισσάβετ  της Αυστρίας, ο μαθηματικός Κ. Καραθεοδωρής, που δίδαξε τις Θετικές Επιστήμες στον Ein Stein, o Ρήγας Βελεστινλής ή Φεραίος, κ.α.
Σήμερα ζουν περίπου 1.000.000 περίπου Ελληνογενείς, οι οποίοι είχαν αρνηθεί την μετακίνησή τους το 1926 κατά την ανταλλαγή πληθυσμών. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για Ανατολικορωμυλιώτες, Ελληνοβλάχους και Σαρακατσάνους, οι οποίοι, μάλιστα, είναι ντυμένοι στα μαύρα, γιατί θρηνούν για την άλωση της Πόλης.

Έλληνες που περνούν τον Δουναβη
Έλληνες που περνούν τον Δουναβη
Ρουμανία: Πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν καταγεγραμμένοι 110.000 Έλληνες, καθώς ήδη από το 1453 ζούσαν πολλοί Έλληνες εκεί, πολλοί εκ των οποίων διέθεταν και καίριες διοικητικές θέσεις. Έδραζαν, ακόμη, πολλά ελληνικά σχολεία (Βουκουρέστι, Κραϊόβα, Τεργοβίστι, κλπ), εκδίδονταν ελληνικές εφημερίδες (Έθνος, Λόγος, Ίρις, κ.α.), έως το 1899, οπότε επήλθε ρήξη στις σχέσεις Ελλάδας-Ρουμανίας, εξαιτίας του Κουτσοβλαχικού ζητήματος, που αφορούσε την κληροδότηση της περιουσίας των Ελλήνων της Ρουμανίας στο ελληνικό κράτος, μιας και δεν είχαν εκεί απογόνους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Κ. Ζαππα, ο οποίος θέλησε να δωρίσει την περιουσία του στο ελληνικό Δημόσιο και γι αυτό η Ρουμανία την κατέσχεσε ολόκληρη.
Αλλά και αργότερα η καταστροφική μανία του Στάλιν οδήγησε πολλούς Έλληνες στο να μεταναστεύσουν σε Καναδά, Αμερική και κυρίως Ελλάδα.

Σκόπια: Έντονη υπήρξε η παρουσία των Ελλήνων κυρίως στο νότιο τμήμα των Σκοπίων (Κρούσοβο, Στρώμνιτσα, Μοναστήρι, κλπ). Χαρακτηριστικό είναι το αίτημα των Ελλήνων της περιοχής να μετατρέψουν ξανά τα επίθετά τους σε ελληνικά, καθώς είχαν αναγκαστεί να τα σλαβοποιήσουν, λόγω της αδιάκοπης σφαγής των ελληνικών πληθυσμών. Ζήτησαν ακόμη να αποκτήσουν ελληνική ιθαγένεια, προκειμένου να μπορέσουν να επαναπατριστούν στα ελληνογιουκοσλαβικά σύνορα, από όπου του είχε εκτοπίσει το καθεστώς του Τίτο.
Πρόκειτα δηλαδή για Σαρακατσάνους και Ελληνοβλάχους, οι οποίοι υπολογίζονται περί το 1.000.000!

Ουκρανία: Πρώτοι αποίκησαν την περιοχή οι Μιλήσιοι και ακολούθησαν αποικίες στο Παντικαπαιο (Κερτς), στο Νυμφαίον, στην Τιρικτάτη, κλπ. Με αυτόν τον τρόπο συγκροτήθηκε και διατηρήθηκε για εννιά αιώνες το Βασίλειο του Κιμερίου Βοσπόρου, το οποίο μετετράπη στον βασικό προμηθευτή διατροφικών προϊόντων στις ελληνικές πόλεις της Μ. Ασίας και ολόκληρων των Βαλκανίων.
Σημαντική ελληνική πόλη συνιστά η Μαριούπολη που οικήθηκε το 1780 από Έλληνες μετανάστες και πρόσφυγες. Σήμερα υπάρχουν 29 χωριά Ελλήνων, οι οποίοι αυτοαποκαλούνται «Ρουμαίοι» και μιλούν την «ρουμέϊκου γλώσσα», η οποία είναι ελληνική.

xartis
H Άννα Παύλοβα καθηγήτρια φιλόλογος στο Κρατικό Πανεπιστήμιο Ανθρωπιστικών Σπουδών της Μαριούπολης, στο τεύχος 68 του ΟΔΕΓ, αναφέρεται στην σύγχρονη κατάσταση και λειτουργικότητα των διαλέκτων των Ελλήνων της περιοχής της Αζοφικής.

Το άξιον προσοχής είναι το γεγονός ότι προτάσσει, σαν μότο, τα λόγια του Γερμανού φιλοσόφου Εμμανουήλ Καντ: «Σʼ έναν μικρό λαό ήταν γραφτό να διαμορφώσει τις αρχές του πολιτισμού και της προόδου. Και ο λαός αυτός είναι οι Έλληνες. Εκτός από τις τυφλές δυνάμεις της φύσης, ό,τι κινείται στον κόσμο αυτόν έχει την προέλευσή του από την Ελλάδα…».
Σας αναφέραμε κάποια ενδεικτικά στοιχεία της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή των Βαλκανίων και σας καλούμε, όπως κάνουμε πάντα μέσω των άρθρων μας, σε περαιτέρω αναζήτηση και έρευνα, προκειμένου να ανακαλύψετε ακόμη περισσότερα…
ΠΥΓΜΗ.gr

Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Ήθελαν την Ελλάδα σε "Βαλκανική Ομοσπονδία¨ μαζί με τη..."Μακεδονία" οι Δυτικοί! Αποκάλυψη Ρώσων




“Βαλκανική Ομοσπονδία” στην οποία θα έπρεπε να ενταχθούν η Βουλγαρία, η Γιουγκοσλαβία, η Τουρκία, η Ελλάδα, η Αλβανία και η «Μακεδονία» όπως την ανέφεραν σχεδίαζαν οι Δυτικοί από το 1940 ακόμη . Εμπνευστής της ιδέας που στόχο είχε να κρατήσει τη Σοβιετική Ένωση μακρυά από τα Βαλκάνια, ήταν ο

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2013

Βουλγαρία εναντίον ΠΓΔΜ για τις "μακεδονικές" μειονότητες


  Οξύνεται η αντιπαράθεση των δύο χωρών λόγω της σταθερά προκλητικής εξωτερικής πολιτικής της ΠΓΔΜ.

"Πρόκειται για ένα καυτό θέμα. Είναι γνωστό ότι η παράγραφος 49 του Συντάγματος της "Δημοκρατίας της Μακεδονίας" υποχρεώνει τη χώρα να φροντίζει τις μειονότητές της στις...γειτονικές χώρες. Εκεί, η Βουλγαρία δεν αναφέρεται ρητά, αλλά ορισμένες ενέργειες και πρακτικά βήματα, όπως και δημόσια έγγραφα, στα Σκόπια παίρνουν σαν δεδομένη προϋπόθεση την υποτιθέμενη ΄ύπαρξη τεράστιας μακεδονικής μειονότητας στη Βουλγαρία΄. Για μας, αυτό είναι απολύτως απαράδεκτο και επιμένουμε το θέμα να ρυθμιστεί με το Σύμφωνο Καλής Γειτονίας. Δεν έχουμε θέσει θέμα αλλαγής του Συντάγματος, αλλά ζητάμε συγκεκριμένη δέσμευση, η οποία να ξεκαθαρίζει, ότι η παράγραφος αυτή δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως αφορμή επέμβασης στις εσωτερικές υποθέσεις της Βουλγαρίας΄.

Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Συλλογή υπογραφών για τη δημιουργία της «Φυσικής Αλβανίας»



Αλβανοί μετανάστες διαδηλώνουν στο Μόναχο της Γερμανίας υπέρ της "Μεγάλης Αλβανίας".

Αλβανοί μετανάστες διαδηλώνουν στο Μόναχο της Γερμανίας υπέρ της «Φυσικής Αλβανίας».
Σε μαζική εκστρατεία συλλογής υπογραφών υπέρ της δημιουργίας της «Φυσικής Αλβανίας» έχει αποδυθεί ο Αλβανός φιλόσοφος Koço Danaj σε χώρες εκτός Αλβανίας προκειμένου να ασκηθεί πίεση στη διεθνή κοινότητα. Ο επικεφαλής των κινητοποιήσεων της αλβανικής διασποράς δήλωσε την περασμένη Παρασκευή στο Μόναχο ότι μέχρι το Νοέμβριο θα επιχειρηθεί η συλλογή ενός εκατομμυρίου υπογραφών από Αλβανούς που ζουν στα κράτη μέλη της

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

” Αναβρασμός στα Βαλκάνια με ελληνικό ενδιαφέρον! “




Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια τρέχουν και η Ελλάς πρέπει να τις παρακολουθεί με προσοχή και με γρήγορα ανακλαστικά. Η εξωτερική πολιτική έχει επιτυχία, όταν βασίζεται σε καλή ανάλυση του παρόντος με προοπτική μέλλοντος και με επίγνωση παρελθόντος. Οι εθνικοί μας στόχοι δεν πρέπει να εγκαταλείπονται λόγω μνημονίων και συναφών προβλημάτων. Η οικονομική κρίση θα περάσει, ενώ τα συμφέροντά μας και οι ιστορικοί δεσμοί μας με τα Βαλκάνια -και με τη Μέση Ανατολή- έχουν βαθιές ρίζες, ιστορικές, θρησκευτικές, πολιτιστικές, εμπορικές. Ελλάδα μας

Στην Αλβανία διεξάγονται βουλευτικές εκλογές στις 23 Ιουνίου. Το εκλογικό σύστημα οδηγεί τα περισσότερα κόμματα να εντάσσονται σε μεγάλους συνασπισμούς με ετερόκλητα, πολλές φορές, ιδεολογικά στοιχεία.

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Ψήγματα λανθάνοντος Βουλγάρικου αναθεωρητισμού

Ψήγματα λανθάνοντος Βουλγάρικου αναθεωρητισμού 20 April 2013 Βαλκάνια, Μελέτης Μελετόπουλος Μελέτης Η. Μελετόπουλος Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης Πρόσφατο διπλωματικό επεισόδιο που δημιουργήθηκε σε ελληνοβουλγαρική στρατιωτική σύσκεψη στην Σόφια, δείχνει πόσο επίπλαστη και εύθραστη είναι η ηρεμία στις διακρατικές σχέσεις στα Βαλκάνια, ακόμη και μεταξύ χωρών που δεν ενεπλάκησαν σε διαμάχες τις τελευταίες δεκαετίες. Σε προετοιμασία κοινής αεροπορικής άσκησης υπό την ονομασία «Θρακικός Αστήρ», προγραμματισμένη γιά τον ερχόμενο Ιούλιο, με αμερικανική μάλιστα συμμετοχή, εμφανίστηκε άνευ αποχρώντος λόγου ιστορικός χάρτης με την υποτιθέμενη πρόγονο της σημερινής Βουλγαρίας αρχαία Θράκη στα όρια οποίας συμπεριελαμβάνετο και η σημερινή Ελληνική Θράκη . Στον χάρτη μάλιστα εμφανιζόταν η Μακεδονία ως διακριτή, μη ελληνική οντότητα. Και η μεν παρεξήγηση ήρθη με απολογία και διόρθωση της βουλγαρικής πλευράς, αλλά έδειξε πόσο βαθειά ριζωμένες είναι, με παμπάλαιες ιστορικές μνήμες και απωθημένα, ο αναθεωρητισμός και ο εθνικισμός στην περιοχή μας. Και πόσο εύκολα ανασύρονται από το υπέδαφος του συλλογικού υποσυνείδητου. Η Βουλγαρία, μετά την κατάληψη και κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τις ωμότητες από τις οποίες αυτή συνοδεύτηκε, δεν είχε ποτέ ξανά κάποια σοβαρή διατάραξη των σχέσεών της με την Ελλάδα. Η χώρα προσαρτήθηκε το 1946 στην σοβιετική σφαίρα επιρροής και υπέστη την μοίρα όλων των κομμουνιστικών καθεστώτων: ανελευθερία, οικτρό βιοτικό επίπεδο, στέρηση στοιχειωδών ατομικών δικαιωμάτων. Αποκόπηκε δε ολοκληρωτικά από το διεθνές περιβάλλον, διότι με την Δύση (ιδιαίτερα την Γαλλία και την Γερμανία, με τις οποίες συνεδέετο διπλωματικά, πολιτιστικά και δυναστικά) την χώριζε το «Σιδηρούν Παραπέτασμα». Η γειτονική Γιουγκοσλαυία ήρθε σε ρήξη με τον Στάλιν και ακολούθησε τον δικό της «αδέσμευτο δρόμο», ενώ ο Τίτο κατασκεύασε το μακεδονικό ψευδοκράτος, προβάλλοντας εδαφικές αξιώσεις επί της βουλγαρικής «Μακεδονίας του Πιρίν». Η Ρουμανία ακολούθησε πολιτική σχετικής αυτονομίας έναντι της σοβιετικής αυτοκρατορίας. Η Ελλάδα ήταν προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ, όπως και η Τουρκία. Στην γεωπολιτική της απομόνωση, η Βουλγαρία είδε μία αχτίδα φωτός από ελληνικής πλευράς. Μετά την επιστροφή του το 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανέπτυξε εξαιρετικές και εγκάρδιες σχέσεις με τον κομμουνιστή ηγέτη Ζίφκωφ, ο Ανδρέας Παπανδρέου τις συνέχισε, ενώ υπήρξαν και σημαντικές επιστημονικές-πολιτιστικές ανταλλαγές. Παρά ταύτα, στο εθνολογικό μουσείο της Σόφιας εξακολούθησε να είναι αναρτημένος στην είσοδο ο χάρτης της Μεγάλης Βουλγαρίας του Αγίου Στεφάνου. Με την συνθήκη αυτή του 1878, ως συνέπεια της ρωσσικής νίκης επί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανακηρύχθηκε η Βουλγαρία αυτόνομη ηγεμονία, συμπεριλαμβάνοντας ολόκληρη την σημερινή Βουλγαρία, την Μακεδονία (με το λιμάνι της Καβάλας), τις λίμνες Πρέσπες και την Αχρίδα, μέχρι τη γραμμή Καστοριάς – Βέροιας, πλην της Θεσσαλονίκης και της Χαλκιδικής. Η Συνθήκη αυτή ανετράπη λίγες εβδομάδες μετά στο Συνέδριο του Βερολίνου, οπότε περιορίστηκε η Βουλγαρία σε αμιγώς βουλγαρικά εδάφη. Εξακολουθεί όμως να στοιχειώνει το συλλογικό υποσυνείδητο των Βουλγάρων. Αλλά και ακόμη παλαιότερα ιστορικά γεγονότα, όπως η μαζική τύφλωση των Βουλγάρων στρατιωτών από τον Βασίλειο Β’ στο Κλειδί το 1014, μέχρι πιό πρόσφατα, όπως η «απώλεια» της Θεσσαλονίκης το 1912 και η βουλγαρική ήττα στον Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο το 1913 προσδιορίζουν όπως φαίνεται το ανορθολογικό, ψυχικό υπόστρωμα των διμερών αντανακλαστικών. Η πολυδιάσπαση της αμερικανικής πολιτικής, η δραστηριοποίηση της ρωσσικής προς νότον, η εξασθένιση του κοινού ευρωπαϊκού οράματος, η κρίση της ελληνικής οικονομίας και η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο λόγω των υδρογονανθράκων καθιστούν το περιβάλλον ευάλωτο σε επικίνδυνες φαντασιώσεις και αναβιώσεις, που σε εποχές νηνεμίας θεωρούνται γραφικότητες.

Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/7987, Ἀντίβαρο


http://www.antibaro.gr/wp-content/uploads/2013/04/bulgaria.gif Μελέτης Η. Μελετόπουλος Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Γενεύης Πρόσφατο διπλωματικό επεισόδιο που δημιουργήθηκε σε ελληνοβουλγαρική στρατιωτική σύσκεψη στην Σόφια, δείχνει πόσο επίπλαστη και εύθραστη είναι η ηρεμία στις διακρατικές σχέσεις στα Βαλκάνια, ακόμη και μεταξύ χωρών που δεν ενεπλάκησαν σε διαμάχες τις τελευταίες δεκαετίες. Σε προετοιμασία κοινής αεροπορικής άσκησης υπό την ονομασία «Θρακικός Αστήρ», προγραμματισμένη γιά τον ερχόμενο Ιούλιο, με αμερικανική μάλιστα συμμετοχή, εμφανίστηκε άνευ

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ελληνικό Διεθνές Πανεπιστήμιο..!

http://www.ihu.edu.gr/templates/jsn_epic_pro/images/logo_el.png


Αυτό θα είναι εμπιστευτικό και μόνο για ενημέρωση.....
Έχουν φτιάξει (χωρίς να το προβάλουν καθόλου στην Ελλάδα) ένα πανεπιστήμιο που ονομάζεται «Διεθνές Πανεπιστήμιο της Ελλάδας» ("International Hellenic University", IHU). Η πανεπιστημιούπολη έχει χτιστεί ήδη και βρίσκεται στο 14ο χιλιόμετρο Θεσσαλονίκης - Μουδανιών.
Το πανεπιστήμιο, με τον τρόπο που σχεδιάστηκε, είναι κομμένο και ραμμένο στις ανάγκες της ευρύτερης περιοχής, όπως τις οραματίζονται οι παγκοσμιοποιητές. Στην ιστοσελίδα του λέει ανοιχτά ότι οι κλάδοι σπουδών είναι συνδεδεμένοι με τις προοπτικές στην Ν.Α. Ευρώπη.
Έχει πολύ λίγες σχολές μέχρι στιγμής, που έχουν να κάνουν με οικονομικές σπουδές, νομικές σπουδές, κοινωνιολογία, εθνολογία και πολιτισμό, επιστημονική έρευνα και τεχνολογία, και μια σχολή με το ενδιαφέρον όνομα «Τμήμα Πολιτιστικών Σπουδών των χωρών της Μαύρης Θάλασσας» (;!). Να υποθέσουμε ότι ο αριθμός των σχολών θα αυξηθεί στο μέλλον.

Τετάρτη 20 Ιουνίου 2012

Πετρόφ: Αν η Αθήνα δεν αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ θα διαλυθεί



Sigmalive/news 247
Όχι απλώς είπε... απίστευτα πράγματα ο κ. Πετρόφ, επιστήθιος φίλος του Σκοπιανού ηγέτη Νίκολα Γκρουέφσκι, αλλά προχώρησε και σε άκρως προκλητικές δηλώσεις εις βάρος των Ελλήνων.
Μιλώντας στο επονομαζόμενο "Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων", ο Τοντόρ Πετρόφείπε πως αν η Αθήνα δε αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ άμεσα ως "Μακεδονία" θα ανοίξει το "κουτί της Πανδώρας" και η Ελλάδα θα πρέπει να ξεχάσει τα σημερινά σύνορά της καθώς θα διαλυθεί! Υποστήριξε παραπάνω ότι η λέξη "Έλληνας" δεν έχει να κάνει με το έθνος, καθώς δεν υπάρχει Ελληνική εθνικότητα.

"Η λέξη 'Έλληνας' είναι συνώνυμη του Χριστιανού", δηλώνει ο Πετρόφ."Όταν η Ελλάδα ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, με όλες τις εθνικότητες που ζουν σε αυτή (όπως υποστηρίζει αυτή έρχεται σύντομα) η χώρα θα αλλάξει για πάντα. Τα εδάφη τους θα διαιρεθούν μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων", δηλώνει με βεβαιότητα.Ο Πετρόφ κάνει δε λόγο για τη "γενοκτονία" που υπέστησαν οι "Μακεδόνες" κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων η οποία μάλιστα συνεχίζεται και σήμερα.
"Η Αθήνα θα λογοδοτήσει γι' αυτό", αναφέρει.Ο πρόεδρος του αποκαλούμενου "Παγκόσμιου Μακεδονικού Κογκρέσου", δηλώνει ακόμη ότι η Χρυσή Αυγή "είναι η καρδιά της Ελλάδας".
"Χωρίς το 'ναζιφασισμό' η Ελλάδα δε θα υπήρχε. Ο 'ναζιφασισμός' υποστηρίζεται διαρκώς από τις Βρυξέλλες και το Στρασβούργο. Για το λόγο αυτό, η Αθήνα ζητεί την αλλαγή της ονομασίας μας. Αλλά καμία αλλαγή δεν θα σώσει την Ευρώπη ούτε την ψεύτικη Ελλάδα". Τέλος υποστήριξε πως οι Βρυξέλλες πληρώνουν την Αθήνα με 2 δισ. ευρώ ετησίως για να καταστρέφει "Μακεδονικά αρχαιολογικά ευρήματα" ή να τα κρύβουν σε μυστικές αποθήκες.

-Συνομιλίες ΠΓΔΜ με Deutsche Bank για δάνειο 75 εκατ. ευρώ
Η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ, ανακοίνωσε την Πέμπτη ότι βρίσκεται σε συνομιλίες με την Deutsche Bank για ένα δάνειο € 75 εκατ. (94 εκατ. δολ.), μειωμένο σε σχέση με ό, τι αρχικά προβλεπόταν.Οι διαπραγματεύσεις με την Deutsche Bank βρίσκονται στο τελικό στάδιο, ανέφερε η κυβέρνηση σε δήλωση, προσθέτοντας ότι θα αποφασίσει αργότερα σχετικά με πιθανό επιπλέον δανεισμό από την γερμανική τράπεζα.balkans.com  

-ΠΓΔΜ: Στο «εξωπραγματικό» 31,6% η ανεργία, στο α’ τρίμηνο
Στο 31,6% ανήλθε, το πρώτο τρίμηνο του τρέχοντος έτους, το ποσοστό της ανεργίας στην ΠΓΔΜ, σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας της γειτονικής χώρας, σημειώνοντας αύξηση 0,4%, σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2011.Ο αριθμός των απασχολούμενων στην ΠΓΔΜ, στο τρίμηνο Ιανουάριος- Μάρτιος 2012, ήταν περίπου 643.000 και των ανέργων στις 297.000.Η Παγκόσμια Τράπεζα, σε πρόσφατη έκθεσή της για τις οικονομικές εξελίξεις στην ΠΓΔΜ, εκτίμησε ότι το υψηλό ποσοστό ανεργίας αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για την οικονομία της χώρας, ενώ σημείωσε ότι είναι και ένα από τα μεγαλύτερα ποσοστά ανεργίας στην Ευρώπη. www.kathimerini.gr Πηγή: ΑΜΠΕ  
-Μειώθηκε το ΑΕΠ στην ΠΓΔΜ πηγή: www.real.gr

Mείωση κατά 1,4% παρουσίασε το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) της ΠΓΔΜ κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012, σε σχέση με το αντίστοιχο χρονικό διάστημα του 2011, ανακοίνωσε σήμερα η Στατιστική Υπηρεσία της χώρας. Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, η μείωση αυτή του ΑΕΠ κατά το πρώτο τρίμηνο αντανακλά τις αρνητικές προοπτικές για την οικονομία της χώρας το τρέχον έτος, κάτι για το οποίο έχει προειδοποιήσει αρκετές φορές ο επιχειρηματικός κόσμος της ΠΓΔΜ. Η κυβέρνηση της ΠΓΔΜ προβλέπει ότι η ανάπτυξη στη χώρα για το 2012 θα ανέλθει στο 2,5%, ωστόσο τοπικοί αναλυτές εκτιμούν ότι αυτή θα είναι αρκετά μικρότερη. Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οικονομικών οργανισμών, η αύξηση του ΑΕΠ στην ΠΓΔΜ για το 2012 θα κυμανθεί στο 1,5% με 2%. ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ
Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Αλβανοί δημιουργούν τη «Δημοκρατία της Ιλλυρίδας» μέσα στο κράτος των Σκοπίων







ImageΟι ειδήσεις για το διαχωρισμό με όποιο μέσο των δύο εθνοτήτων στο κρατίδιο των Σκοπίων καταφθάνουν σα βροχή. Τώρα οι Αλβανοί του Τετόβου θέλουν να γίνουν ανεξάρτητο κράτος.Χθες στα Τίρανα ο πρόεδρος της αυτόκλητης «Δημοκρατίας της Ιλλυρίδας» Νεβζάτ Χαλίλι  και ο Σαλμάν Βακί, πρωθυπουργός της φαντασιακής ‘δημοκρατίας’ από τη μια πλευρά και ο βουλευτής Τάουλαντ Βένκο Τσάλα της «Ένωσης Πατριωτών πολιτών», από την άλλη,υπέγραψαν για την υποστήριξη της ιδέας να σχηματίσουν ένα νέο αλβανικό κράτος την «Δημοκρατία της Ιλλυρίδας» μέσα στη γεωγραφική περιοχή της FYROM, όπως χαρακτηριστικά σημείωνει αλβανικό πόρταλ του Τέτοβο.

Στην υπογραφείσα συμφωνία προβλέπεται η μετέπειτα ένωση των αλβανικών εδαφών στην οποία η ‘Δημοκρατία της Ιλλυρίδας» θα προσαρτηθεί στην Αλβανία.Στη συμφωνία αναφέρονται και τέσσερα σημεία τα οποία θα έχουν  ως κύριο στόχο και σκοπό  την «επανένωση των αλβανικών εδαφών».

Πολύ δύσκολα θα μπορούν να σταθούν διπλωματικά οι Σκοπιανοί στο άμεσο μέλλον. Σημειώνουμε επίσης ότι σε πρόσφατη δημοσκόπηση οι Αλβανόφωνοι εμπιστεύονται στη πλειοψηφία τους τους Αμερικανούς ενώ οι Σλαβόφωνοι τους Γερμανούς. Μήπως τα τελευταία γεγονότα έχουν να κάνουν με σύγκρουση γιγάντων;Η όπως λέει ο λαός "όταν τσακώνονται τα βουβάλια την πληρώνουν τα βατράχια". Το θέμα είναι να επωφεληθούμε εμείς διπλωματικά και το τελευταίο καιρό οι αντίπαλοί μας,μας έδωσαν πλείστα επιχειρήματα για να τους ρίξουμε στο καναβάτσο διεθνώς. Υπενθυμίζουμε ότι οι Αλβανόφωνοι είναι περί το 30% του πληθυσμού, δηλ. ένα μεγάλο μέρος των υπηκόων των Σκοπίων το θεωρούν "τεχνητό κράτος" τι άλλο να ζητήσουμε;

Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr
  Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Αλβανοί, Αρβανίτες και η διαστρέβλωση του 1821.

Κωνσταντίνος Χολέβας –Πολιτικός Επιστήμων

Όταν διάβασα την είδηση ομολογώ ότι δεν εξεπλάγην. Αλβανικό τηλεοπτικό κανάλι παρουσιάζει αποσπάσματα από την τηλεοπτική σειρά του ελληνικού ΣΚΑΙ για το 1821 με στόχο να αποδείξει ότι οι Έλληνες είναι αλβανικής καταγωγής. Προφανώς οι γείτονες αξιοποιούν τα ανιστόρητα στοιχεία του διαστρεβλωτικού εκείνου ντοκυμανταίρ, τα οποία ταύτιζαν τους Αρβανίτες με τους Αλβανούς. Τα ολισθήματα των «μεταμοντέρνων» Ελλήνων ιστορικών αλείφουν βούτυρο στο ψωμί του Αλβανικού εθνικισμού.

Άγνοια η και διαστρέβλωση της Ιστορίας προδίδει η καινοφανής άποψη που ακούσθηκε ότι δηλαδή μεγάλοι ήρωες του 1821 και των μετέπειτα εθνικών αγώνων υπήρξαν Αλβανοί. Γίνεται σύγχυση με τους Αρβανίτες, τους αρβανιτόφωνους Έλληνες. Άλλο, όμως, Αλβανοί και άλλο Αρβανίτες. Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Και εξηγούμεθα: Ο Μάρκος Μπότσαρης, στη μνήμη του οποίου ασεβούν πολλοί, ήταν Έλλην αρβανιτόφωνος, όπως όλοι οι Σουλιώτες. Η ελληνική του συνείδηση φαίνεται και από την περίφημη φράση που είπε όταν πρωτοπάτησε στα Επτάνησα : Ο Έλλην δεν μπορεί να αισθάνεται ελεύθερος εκεί όπου κυματίζει η Βρετανική σημαία". Το δε Λεξικό που έγραψε ήταν της αρβανίτικης - όχι αλβανικής - και ρωμαίικης απλής (νεοελληνικής). Άλλωστε δεν θα μπορούσε να έχει αλβανική εθνική συνείδηση, διότι κάτι τέτοιο εμφανίζεται μόλις το 1878 με την Λίγκα της Πριζρένης - Κοσσυφοπεδίου και μάλιστα ως τεχνητό κατασκεύασμα ξένων δυνάμεων και θρησκευτικών προπαγανδών. Κατά την Τουρκοκρατία δεν υπήρχε έθνος Αλβανών. Οι κάτοικοι της σημερινής Αλβανίας διεκρίνοντο με κριτήριο την θρησκεία τους. Οι Ορθόδοξοι ήσαν Ρωμιοί, εντεταγμένοι στο ίδιο Γένος με τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι Μουσουλμάνοι ένοιωθαν Τούρκοι, εξ ου και ο όρος Τουρκαλβανοί. Εάν μιλούμε για αλβανική συμμετοχή στην Ελληνική Επανάσταση δεν πρέπει να αναφερόμαστε στους Μποτσαραίους, την Μπουμπουλίνα και τους Κουντουριώτηδες, αλλά στους Τουρκαλβανούς που χρησιμοποιήθηκαν από την άλλη πλευρά ως σφαγείς των Ελλήνων.

Οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας δεν ανέφεραν Αλβανούς στην Βαλκανική. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ονομάζει Αλβανούς μία φυλή του Καυκάσου. Ο Γεώργιος Καστριώτης - Σκεντέρμπεης, που θεωρείται εθνικός ήρωας των σημερινών Αλβανών, ονόμαζε εαυτόν Ορθόδοξο Ηπειρώτη (15ο αιών). Σε έγγραφα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας στα τέλη του 15ου αιώνος η λέξη "Αλβανός" ερμηνεύεται " Έλληνες από την Ήπειρο και την Πελοπόννησο" χωρίς να αμφισβητείται η ελληνική συνείδησή τους. Η αλβανική συνείδηση είναι οπωσδήποτε ξενόφερτο κατασκεύασμα όπως αποδεικνύουν και μαρτυρίες των ιδίων των ενδιαφερομένων. Όταν η Ιταλία και η Αυστροουγγαρία για δικούς τους λόγους προσπαθούσαν να κατασκευάσουν αλβανικό κράτος ώστε να ελέγχουν την είσοδο της Αδριατικής, οι Τουρκαλβανοί ύψωναν στο Δυρράχιο την οθωμανική σημαία !

Προτιμούσαν την τουρκική παρά την άγνωστη σ' αυτούς αλβανική εθνική συνείδηση..

Ο όρος Αρβανίτης που αφορά τους Σουλιώτες, τους Υδραίους, τους Σπετσιώτες κ.α., προέρχεται από τη λέξη "Άρβανον", τοπωνύμιο της Βορείου Ηπείρου, που το βρίσκουμε ήδη από τον 11ο αιώνα στα κείμενα της Άννας Κομνηνής. Από το Άρβανον, δηλαδή από την Ελληνικοτάτη Βόρειο Ήπειρο, κατέβηκαν σε πόλεις και νησιά της Νοτίου Ελλάδος ελληνικοί πληθυσμοί που μιλούσαν αρβανίτικα. Δηλαδή μία διάλεκτο ανάμικτη με αρχαία ελληνικά, λατινικά, τουρκικά και εντόπια βαλκανικά γλωσσικά στοιχεία. Η σύγχυση μεταξύ των λέξεων Αλβανός και Αρβανίτης δημιουργείται μόνον στην ελληνική γλώσσα, διότι φαίνονται να μοιάζουν οι δύο όροι ηχητικά. Η ομοιότης είναι μόνο επιφανειακή. Στην ουσία διαφέρουν κατά πολύ. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αλβανοί αποκαλούν εαυτούς Σκιπετάρ και την χώρα τους Σκιπερία : χώρα των Αετών. Τι κοινό μπορούν να έχουν ένας Σκιπετάρ και ένα Έλλην αρβανιτόφωνος ;

Κ.Χ. 17.1.2012
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2012

Η Ελλάδα πρέπει να καταγγείλει την Ενδιάμεση Συμφωνία

Σημ. "Εν Κρυπτώ": το άρθρο του "Βήματος" που αναδημοσιεύεται παρακάτω δείχνει ότι η καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995, μια κίνηση που πρώτος είχε προτείνει ο δημοσιογράφος Σ. Λυγερός το 2008 και την οποία είχαμε υποστηρίξει κι εμείς από τους πρώτους μετά την απόφαση του Δικαστηρίου της Χάγης ("Η απόφαση της Χάγης δεν είναι άλλοθι για υποχωρήσεις"), κερδίζει έδαφος στους αρμόδιους κύκλους. Κάλλιο αργά παρά ποτέ... Χρειάζεται όμως πολιτική βούληση, και συνείδηση του επείγοντος. Γιατί όπως είχαμε πει και στο προηγούμενο κείμενό μας, για ένα χρόνο μετά την καταγγελία θα δεσμευόμαστε ακόμα - και το διάστημα αυτό πρέπει να περάσει όσο το δυνατόν συντομότερα.



Η ΕΛΛΑΔΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΕΙ ΤΗΝ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Ενδιαφέρουσες απόψεις αναπτύχθηκαν σε εκδήλωση του ΕΛΙΑΜΕΠ στο υπουργείο Εξωτερικών


Η καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας με σκοπό να υπάρξει ευελιξία στην ελληνική στρατηγική και κατόπιν επανάληψη εντατικών διαπραγματεύσεων - υπό την αιγίδα του ΟΗΕ - ώστε να καταλήξουν η Αθήνα και τα Σκόπια στην υπογραφή
μίας Οριστικής Συμφωνίας που θα ρυθμίζει πλήρως τις διμερείς σχέσεις (άρα και το όνομα) ήταν το κοινό συμπέρασμα που προέκυψε από την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που πραγματοποιήθηκε από το ΕΛΙΑΜΕΠ στο αμφιθέατρο «Γ. Κρανιδιώτης» του υπουργείου Εξωτερικών με θέμα το τι μέλλει γενέσθαι στις σχέσεις Ελλάδος - πΓΔΜ.

Ομιλητές στην εκδήλωση ήταν τρεις άνθρωποι που έχουν χειριστεί το θέμα των Σκοπίων από διαφορετικές θέσεις και σε διαφορετικές περιόδους: ο κ. Ευ. Κωφός, πρώην σύμβουλος Βαλκανικών Υποθέσεων του υπουργείου Εξωτερικών, ο πρέσβης ε.τ. κ. Αλ. Μαλλιάς και ο ευρωβουλευτής της ΝΔ κ. Γ. Κουμουτσάκος.

Στην ομιλία του, ο κ. Κωφός τόνισε ότι η αρνητική για την Ελλάδα απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης είχε προγραφεί ήδη από την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας το 1995. Επεσήμανε όμως ότι το πρόβλημα της ονομασίας παραμένει πολιτικό και όχι νομικό, ενώ δεν περιορίζεται στο όνομα αλλά και σε θέματα ταυτότητα. Επομένως, αφορά και στους λαούς των δύο χωρών. Σημείωσε δε τη συνεχιζόμενη αλυτρωτική συμπεριφορά της ηγεσίας της πΓΔΜ, μία τάση που καλλιεργείται ήδη από τα νηπιαγωγεία στα Σκόπια. Ζήτησε λοιπόν καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας, επιστροφή στο αρχικό μακροσκελές κείμενο των διαμεσολαβητών Βανς - Όουεν που προέβλεπε την ονομασία «Δημοκρατία της Νέας Μακεδονίας» στη σλαβική γλώσσα και συμφωνία επί ενός ονόματος με σαφή γεωγραφικό προσδιορισμό.

Ο κ. Μαλλιάς, ο οποίος ήταν πρέσβης της Ελλάδος στην Ουάσιγκτον στην πορεία προς τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, χαρακτήρισε σοβαρό πλήγμα την απόφαση της Χάγης όχι μόνο για το Σκοπιανό αλλά και για όλη την προσήλωση της ελληνικής διπλωματίας επί χρόνια στην «κολυμβήθρα του Διεθνούς Δικαστηρίου» για ακόμη δυσκολότερα θέματα - ιδιαίτερα σε σχέση με την Τουρκία. Ζήτησε αναθεώρηση της ελληνικής πολιτικής, καταγγελία της Ενδιάμεσης Συμφωνίας καθώς η πρόσφατη απόφαση πλήττει καίρια πολλά από τα ελληνικά επιχειρήματα, ενώ επεσήμανε ότι αν η σκοπιανή πλευρά επιμένει να θέσει μία πιθανή συμφωνία σε δημοψήφισμα, αυτό είναι ένα όπλο που δεν πρέπει να απεμπολήσει η Αθήνα η οποία θα πρέπει να το βάλει στο τραπέζι.

Ο κ. Κουμουτσάκος, που από τη θέση του εκπροσώπου Τύπου του υπουργείου Εξωτερικών έζησε την προ Βουκουρεστίου διαπραγμάτευση, έδωσε έμφαση στην ανάγκη να διαφυλαχθεί η ομόφωνη απόφαση της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ του 2008 που κατέστησε την επίλυση του ονοματολογικού προϋπόθεση για την ένταξη των Σκοπίων στη Συμμαχία. Χαρακτήρισε κρίσιμη τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στο Σικάγο τον προσεχή Μάιο, ζήτησε διαπραγμάτευση χωρίς παράλληλους διαύλους με αδιαίρετη θέση (χωρίς π.χ εκπτώσεις στο όνομα έναντι του εύρους) καθώς και τη δημόσια δέσμευση του Νίκολα Γκρούεφσκι ότι θα απέχει από προκλήσεις. Ειδάλλως, τόνισε, θα πρέπει να καταγγελθεί η Ενδιάμεση Συμφωνία.

Πηγή
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια .( Μέρος Β)

Οι ελληνορωσικές σχέσεις

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις ελληνορωσικές σχέσεις της συγκεκριμένης περιόδου. Η επίσκεψη του προέδρου Γιέλτσιν τον Ιούλιο του 1993 στην Αθήνα έγινε σε μια χρονική συγκυρία που η Ελλάδα αναζητούσε απεγνωσμένα συμμάχους στη διένεξη της με την ΠΓΔΜ. Παρόλα ταύτα, το Κρεμλίνο τήρησε πολιτική ίσων αποστάσεων έναντι Αθηνών και Σκοπίων, όπως φανερώνει η ταχύτητα με την οποία αναγνώρισε τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα στις 5 Αυγούστου του 1992.


Η ελληνορωσική προσέγγιση, αν και περιορισμένη σε εύρος, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ιδεολόγημα της πανορθόδοξης ενότητας. Η λοξοδρόμηση της ελληνικής διπλωματίας προς τέτοιου είδους ανορθολογικές επιλογές ουσιαστικά απέρρεε από την αυξημένη ανασφάλεια που βίωνε η ελληνική κοινωνία στην πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι διενέξεις που ξέσπασαν ανάμεσα στην Ελλάδα κα σε γειτονικές χώρες ενίσχυσαν το σύνδρομο πολιορκίας που κατατρέχει την ελληνική κοινωνία. Επιπρόσθετα, η στρατηγική διείσδυσης που υιοθέτησε η Άγκυρα στα νότια Βαλκάνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τροφοδότησε ένα κλίμα έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αποτέλεσμα η Αθήνα να επιδιώξει τη δημιουργία ενός εξισορροπητικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου-Μόσχας. Κατά αυτόν τον τρόπο, η ελληνική πολιτική ελίτ εγκλωβίστηκε σε μία φιλοσερβική πολιτική, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, που τελικά τις απέφερε αμφίβολα οφέλη και περιθωριοποίησε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυβέρνηση Σημίτη δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περαιτέρω βελτίωση των ελληνορωσικών σχέσεων, με μοναδική ίσως εξαίρεση τον τομέα της ενέργειας.[18]

Η δεύτερη περίοδος της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής

Η άνοδος στην εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν οδήγησε σταδιακά στην επανοριοθέτηση της ρωσική βαλκανικής πολιτικής. Ο νέος πρόεδρος αντιλήφθηκε εξαρχής τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής διπλωματίας που έπασχε από ανεπάρκεια πόρων και έλλειψη ξεκάθαρων στόχων. Η δεινή οικονομική κατάσταση που είχε περιέλθει η χώρα αναζωπύρωσε τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στο ρωσικό πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, το Κρεμλίνο επικέντρωσε την προσοχή του στον Βόρειο Καύκασο μετά την εισβολή Τσετσένων Ισλαμιστών στο γειτονικό Ντεγκεστάν το καλοκαίρι του 1999. Η είσοδος ομοσπονδιακών στρατευμάτων στην Τσετσενία τον Ιανουάριο του 2000 έθεσε ξανά την αποσχισμένη δημοκρατία υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης. Την περίοδο 2000-2002, επίσης, με αφορμή φήμες περί παρουσίας Τσετσένων ανταρτών στο φαράγγι του Πανκίσι στη βόρεια Γεωργία, σημειώθηκε ραγδαία επιδείνωση των ρωσογεωργιανών σχέσεων. Ο Βόρειος Καύκασος, που συνιστά το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, άρχισε να μονοπωλεί το ενδιαφέρον του νέου ένοικου του Κρεμλίνου.[19] Εν κατακλείδι, η περιοχή των Βαλκανίων δεν ήταν αρχικά ψηλά στις προτεραιότητες του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το ζήτημα του Κοσόβου

Η αποχώρηση των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων από τη Βοσνία τον Ιούνιο του 2003 και από το Κόσοβο ένα μήνα αργότερα φανέρωσε την αδυναμία του Κρεμλίνου να διατηρήσει έστω μία συμβολική στρατιωτική παρουσία στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Εντούτοις, η Ρωσία παρέμεινε σημαίνον μέλος της Ομάδας Επαφής για τη διευθέτηση του καθεστώτος του Κοσόβου.[20] Η κυβέρνηση Πούτιν ουσιαστικά αυτοαναγορεύτηκε σε υπερασπιστή της διεθνούς έννομης τάξης και υποστήριξε με θέρμη την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας. Τον Νοέμβριο του 2005, ως μέλος της Ομάδας Επαφής, η Ρωσία συναίνεσε σε ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την επίλυση του κοσοβάρικου ζητήματος, που περιλάμβαναν και τη δέσμευση ότι η περιοχή δεν θα επιστρέψει στην προγενέστερη κατάσταση (status quo ante) και δεν θα διαμελιστεί μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Επίσης, η Ομάδα Επαφής εξέφρασε την αντίθεση της σε μονομερείς ενέργειες για την επίλυση του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η Μόσχα αναγνώρισε με έμμεσο τρόπο τα τετελεσμένα που δημιούργησε η Νατοϊκή επέμβαση το 1999 με την προϋπόθεση ότι η συναίνεση του Βελιγραδίου είναι απαραίτητη για τη διευθέτηση του τελικού καθεστώτος του Κοσόβου.
Η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την οριστική επίλυση του προβλήματος του Κοσόβου, τον Φεβρουάριο του 2006, συμπίπτει χρονικά με μία περίοδο έντασης στις αμερικανορωσικές σχέσεις. Τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 δημιούργησαν αρχικά τις προϋποθέσεις για μία νέα αμερικανoρωσική προσέγγιση γύρω από το ζήτημα της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η αμερικανική διείσδυση στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, με αφορμή τον λεγόμενο πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, όμως προκάλεσε τριβές μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον.
Η δημιουργία αμερικανικών βάσεων στο Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν φάνηκε προς στιγμή να παγιώνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον πρώην σοβιετικό Νότο και να υπονομεύει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Παράλληλα, η ένταξη πρώην κομμουνιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ το 1999 και το 2004 (σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση φιλοαμερικανικών καθεστώτων στην Ουκρανία και τη Γεωργία) έγινε κατανοητή από τη Μόσχα ως μια προσπάθεια περικύκλωσης της Ρωσίας από φιλοαμερικανικά κράτη. Δεν είναι τυχαίο, ότι το νέο στρατιωτικού δόγμα που υιοθέτησε η κυβέρνηση Πούτιν το 2000 κάνει ρητή αναφορά στην απειλή της Νατοϊκής διείσδυσης στην πρώην ΕΣΣΔ.[21] Μετά το 2005, λοιπόν, το Κρεμλίνο συνέδεσε το ζήτημα του Κοσόβου με τις προτεραιότητες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλες από την ενίσχυση της πολυπολικότητας και η διατήρηση της ρωσικής επιρροής στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η περίφημη ομιλία του Πούτιν στη Διάσκεψη του Μονάχου, τον Οκτώβριο του 2007, κατέστησε σαφείς τις ρωσικές προθέσεις αναφορικά με τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Για τη ρωσική πλευρά, οι μονομερείς ανθρωπιστικές επεμβάσεις τύπου Κοσόβου θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην Ευρώπη και αποτελούν μόνο το πρόσχημα για τη διείσδυση των ΗΠΑ στην περιοχή.
Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Αχτισάρι από τη σερβική πλευρά το 2007 ήταν πλέον φανερό ότι η Ουάσινγκτον προσανατολιζόταν προς τη μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Παρόλα ταύτα, η Μόσχα συνέχιζε να υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου παραβιάζει τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, άρα κατά επέκταση θέτει εν αμφιβόλω την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων στην Ευρώπη, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ρωσική ασφάλεια. Δεύτερον, η περίπτωση του Κοσόβου δεν είναι μοναδική, όπως διατείνονται πολλές Δυτικές κυβερνήσεις, αλλά συνιστά για τη Μόσχα μόνο την απαρχή γενικότερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων που πιθανόν να προβούν επιζήμιες για τα ρωσικά συμφέροντα.
Από την άλλη, η διπλωματική αναγνώριση του Κοσόβου από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους το Φεβρουάριο του 2008 δημιούργησε νέες ευκαιρίες για τη ρωσική διπλωματία, που επιδιώκει συστηματικά την επανένταξη των ανεξάρτητων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Η ρωσική επέμβαση στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008 και η συνακόλουθη διπλωματική αναγνώριση της νότιο-οσσετικής και αμπχαζικής ανεξαρτησίας ήρθαν να επιβεβαιώσουν με δραματικό τρόπο τις προειδοποιήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν για μια πιθανή διασύνδεση της περίπτωσης του Κοσόβου με εκείνων των αποσχισμένων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας.[22]

Η ενεργειακή διπλωματία της Μόσχας στα Βαλκάνια

Ο έλεγχος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές ισχύος στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα· η άντληση και εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ανακατανομή ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Ταυτόχρονα, ένα σκληρό γεωπολιτικό «πόκερ» παίζεται πολλά χρόνια μεταξύ πετρελαιοεξαγωγικών και καταναλωτριών χωρών για την τιμή του «μαύρου χρυσού», με απρόβλεπτες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Η Ρωσία διαδραματίζει αναπόφευκτα κεντρικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις. Τα αποθέματα της χώρας σε πετρέλαιο φτάνουν τα 80 δις βαρέλια, ενώ εκείνα του φυσικού αερίου πλησιάζουν τα 48 τρις κυβικά μέτρα.[23] Επιπλέον, ένα μεγάλο κομμάτι της ρωσικής επικράτειας παραμένει ανεξερεύνητο λόγω των δύσκολων κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα.
Η κυβέρνηση Πούτιν επιδίωξε εξαρχής την αξιοποίηση των ρωσικών ενεργειακών αποθεμάτων για την προώθηση και προστασία των εθνικών συμφερόντων στο εξωτερικό. Μετά τη μετωπική σύγκρουση την περίοδο 2000-2003 με τους περίφημους Ολιγάρχες, οι οποίοι νέμονταν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας, το Κρεμλίνο επαναχάραξε την ενεργειακή του στρατηγική. Ρωσικοί κολοσσοί όπως η Gazprom και η Lukoil ενθαρρύνθηκαν ανοικτά να επενδύσουν στις βαλκανικές ενεργειακές αγορές προκειμένου να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της Μόσχας στην περιοχή.[24] Εντούτοις, η αμερικανική διείσδυση στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας ανέτρεψε άρδην τους υφιστάμενους συσχετισμούς ισχύος εις βάρος της ρωσικής πλευράς. Η Πορτοκαλί Επανάσταση στην Ουκρανία το 2005 και η συνεπακόλουθη εκλογή του φιλοδυτικού Βίκτωρ Γιουσένκο στη θέση του προέδρου δημιούργησαν τριγμούς στις ουκρανορωσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται έκτοτε από μία αμοιβαία καχυποψία. Η ένταση που επικρατεί ανάμεσα στις δύο χώρες αναφορικά με την τιμή πώλησης του ρωσικού φυσικού αερίου, τα διαμετακομιστικά τέλη και το ουκρανικό χρέος, θέτει συνεχώς σε κίνδυνο τις ρωσικές εξαγωγές προς τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω του ουκρανικού δικτύου.[25] Η γεωγραφική πραγματικότητα αναγκάζει λοιπόν τη Μόσχα να στραφεί προς τη Βαλκανική Χερσόνησο. Η περιοχή ουσιαστικά συνιστά μία χερσαία γέφυρα μεταξύ των καταναλώτριων χωρών της Δυτικής/Κεντρικής Ευρώπης και των ενεργοφόρων περιοχών της πρώην ΕΣΣΔ.
Τον Ιούνιο του 2007 Κρεμλίνο ανακοίνωσε την πρόθεση κατασκευής ενός υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από τη νότια Ρωσία μέχρι τις ακτές της Βουλγαρίας. Ο αγωγός South Stream θα έχει σύμφωνα με τους ρωσικούς σχεδιασμούς δύο παρακλάδια: ένα μέσω Ελλάδας που θα καταλήγει στην Ιταλία και ένα μέσω Σερβίας που θα καταλήγει πιθανότατα στην Αυστρία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα θα μπορέσει να παρακάμψει το ουκρανικό έδαφος και να συνδεθεί απευθείας με τις βαλκανικές χώρες και από εκεί με την Κεντρική Ευρώπη.
Η Μόσχα επίσης επανέφερε στο προσκήνιο την ιδέα κατασκευής ενός ελληνοβουλγαρικού αγωγού που θα μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο και θα παρακάμπτει τα Στενά του Βοσπόρου. Η υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης τον Μάρτιο του 2007 ήρθε να επιβεβαιώσει την πρόθεση της Μόσχας να καταστήσει την Ελλάδα σημαντικό κόμβο για τη διοχέτευση του ρωσικού «μαύρου χρυσού» στην ευρωπαϊκή αγορά. Η επιμονή της Μόσχας να αποκτήσουν οι ρωσικές εταιρείες το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της κοινοπραξίας, που θα διαχειρίζεται τον αγωγό, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η χρήση του αποκλειστικά για τη μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου.
Η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα έχει μία σχεδόν ανεξάντλητη δυναμική που ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τη διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων στην περιοχή. Η πρόσφατη προσέγγιση που παρατηρείται μεταξύ Αθήνας και Μόσχας, για παράδειγμα, οφείλεται κυρίως στη σύγκλιση των ενεργειακών τους συμφερόντων. Η προοπτική κατασκευής των αγωγών Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και South Stream έχει ενθαρρύνει και τη διμερή συνεργασία στον αμυντικό τομέα, όπως καταδεικνύει η αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.[26]

Συμπεράσματα

Με αφετηρία τη μετασοβιετική Μολδαβία, η Μόσχα επέδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τις εθνοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν στα Βαλκάνια. Η ρωσική βαλκανική πολιτική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ήταν καθαρά σερβοκεντρική. Ως εκ τούτου, η ρωσική διπλωματία δεν εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των σχέσεων με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Ωστόσο, η σύμπλευση ρωσικών και σερβικών συμφερόντων στις εθνοτικές συγκρούσεις της πρώην Γιουγκοσλαβίας κρίνεται συγκυριακή· η Μόσχα χρησιμοποίησε την ειδική σχέση που ανέπτυξε με το Βελιγράδι για να εξισορροπήσει την αμερικανική επιρροή στα Βαλκάνια και να αποσπάσει πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα.
Η ρωσική βαλκανική πολιτική την περίοδο 2000-2008 επικεντρώθηκε στο Κοσοβαρικό που εξελίχθηκε σε μείζον περιφερειακό ζήτημα. Η Μόσχα έχει εναντιωθεί στην ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, αλλά δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη περίπτωση για να δικαιολογήσει την επέμβαση της στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008. Παράλληλα, η Μόσχα επιδιώκει συστηματικά να αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στην επικράτεια της για να επανακάμψει πολιτικά στα Βαλκάνια.
Συμπερασματικά, η ρωσική εξωτερική πολιτική στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια χαρακτηρίζεται συνολικά από έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και ευκρίνεια στόχων. Η Μόσχα αντιμετωπίζει τα Βαλκάνια ως ένα ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της Δύσης και της πρώην ΕΣΣΔ, όπου διακυβεύεται το κύρος της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Εντούτοις, η ενσωμάτωση των περισσοτέρων βαλκανικών χωρών στις ευρωατλαντικές δομές στερεί πλέον από το Κρεμλίνο τη δυνατότητα καθοριστικής παρέμβασης στο βαλκανικό γίγνεσθαι.
Μάνος Καραγιάννης
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας


1. Στην ανάλυση που ακολουθεί ο όρος Βαλκάνια νοείται ως ο χώρος που περιλαμβάνει την Ελλάδα, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Αλβανία. Η Τουρκία, αν και είναι αναπόσπαστο κομμάτι της περιοχής, θα εξαιρεθεί χάριν οικονομίας χώρου.
2. Βλέπε για παράδειγμα F. Stephen Larrabee ,«Washington, Moscow and the Balkans: Strategic Retreat or Reengagement?», στο F. Stephen Larrabee, The Volatile Powder King: Balkan Security after the Cold War, Washington, DC, American University Press, 1994. John Norris Collision Course: NATO, Russia and Kosovo, London, Praeger, 2005. Mark Smith, Kosovo’s Status: Russian Policy on Unrecognised States, Watchfield, Conflict Studies Research Center, 2006. Johanna Deimel, «Back to the Future: Russia’s Balkan Policy», στο Jahanna Deimel ‒ Wim van Meurs (επιμ.), The Balkan Prism: A Retrospective by Policy-Makers and Analysts, Munchen, Otto Sagner, 2007.
3. Βλ. π.χ. Γιώργος Καπόπουλος, «Ρωσία και Βαλκάνια: Μύθοι και Πραγματικότητα», στο Θάνος Ντόκος ‒ Φίλιππος Πιέρρος, Τα Βαλκάνια μετά τον Πόλεμο στο Κοσσυφοπέδιο, Αθήνα, Σιδέρης, 2000, σσ. 177-181.
4. Βλ. P. G. H Holdich , «A Policy of Percentages? British Policy and the Balkans after the Moscow Conference of October 1944», The International History Review (February 1987).
5. Βλ. Peter Stavrakis, Moscow and Greek Communism, 1944-1949, Ithaca, NY: Cornell University Press, 1989.
6. Για μία ενδελεχή ανάλυση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής στα Βαλκάνια βλ. Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, «Η Πολιτική της Σοβιετικής Ένωσης στα Βαλκάνια», στο Χριστόδουλος Γιαλλουρίδης ‒ Στέλιος Αλειφαντής, Τα Βαλκάνια στο Σταυροδρόμι των Εξελίξεων, Αθήνα, Εκδόσεις Ροές, 1988.
7. Θάνος Βερέμης, Βαλκάνια: Από το Διπολισμό στη Νέα Εποχή, Αθήνα, Εκδόσεις Γνώση, 1994, σσ. 642.
8. Βερέμης, ό.π., σ. 363
9. Για τις δύο σχολές σκέψεις στη ρωσική εξωτερική πολιτική στις αρχές της δεκαετίας του 1990 βλ. Shireen Hunter, The Transcaucasus in Transition: Nation-Building and Conflict, Washington, DC: The Centre for Strategic and International Studies, 1994, σσ. 146-157.
10. Για τον τρόπο με τον οποίο ο δημόσιος διάλογος για τη ρωσική κουλτούρα επηρεάζει την εξωτερική πολιτική της χώρας βλέπε Lo Bobo, Russian Foreign Policy in the Post-Soviet Era, London, PalgraveMacmillan, 2002, σσ. 14-15.
11. Βλ. International Institute for Security Studies, Military Balance 2008, London, IISS, 2008.
12. Anneli Gabanyi, «Moldova – A Test Case in EU-Russian Relations», στο J. Deimel ‒ W. V. Meurs (επιμ.), The Balkan Prism: A Retrospective by Policy-Makers and Analysts, Munchen, Otto Sagner, 2007, σ. 501
13. Βλ. Radio Rossii, February 16, 1994 στο FBIS-SOV, February 17, 1994.
14. Norris, ό.π. (σημ. 1), σ. 33.
15. Christopher Cviic, Remaking the Balkans, London, The Royal Institute of International Affairs, 1995, σσ. 97-98
16. Βλ. Michael Gordon, «Russia is Seeking More Western Aid for Financial Ills», New York Times, 27 November 1997.
17. Για τη Νατοϊκή επιχειρηματολογία αναφορικά με την επέμβαση στο Κόσοβο βλ. Ken Booth (επιμ.), The Kosovo Tragedy: The Human Rights Dimension, London, Frank Cass, 2001, σ. 158.
18. Για παράδειγμα, τον Ιανουάριο του 1997 ο Κώστας Σημίτης μαζί με την Υπουργό Ανάπτυξης Βάσω Παπανδρέου συνάντησαν στην Αθήνα το Ρώσο Υπουργό Ενέργειας P. Rodionov και το πρόεδρο της Gazprom R. Vyakhirev.
19. Για τη ρωσική πολιτική στον Καύκασο βλ. Pavel Baev, «Russia’s Policies in the Southern Caucasus and the Caspian Area», Europea Security, 10/2 (2001).
20.Τα υπόλοιπα μέλη της Ομάδας Επαφής ήταν οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία, η Γαλλία και η Ιταλία.
21. Rossiskaya gazeta, 21 Απριλίου 2000.
25. Για τη γεωπολιτική του φυσικού αερίου βλ. Stephen Glain, «The Great Gas Game», Newsweek, Δεκέμβριος 2006.
26. Γιώργος Τσακίρης, «Εξοπλισμοί από τη Ρωσία», Ελευθεροτυπία, 7.12.2006.

ΠΗΓΗ

Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Αλβανική Κακοπιστία

Κωνσταντίνος Χολέβας- Πολιτικός Επιστήμων

Συνεχώς καταφθάνουν δυσάρεστα νέα από την Αλβανία σχετικά με τα δικαιώματα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας ή ορθότερα Κοινότητας. Προ ολίγων ημερών το Συνταγματικό Δικαστήριο απαγόρευσε την αναγραφή της εθνικής καταγωγής επάνω στα πιστοποιητικά γεννήσεως. Άρα δεν έχουν δικαίωμα οι Βορειοηπειρώτες και γενικά οι Έλληνες όπου κι αν κατοικούν μέσα στην Αλβανία να δηλώνουν και να προβάλλουν το ότι ανήκουν σε μία εθνολογικά, ιστορικά, πολιτιστικά και θρησκευτικά διακριτή κοινότητα. Οι Αλβανοί δικαστές ακολούθησαν την λανθασμένη λογική της Ελληνικής Αρχής για την Προστασία των Προσωπικών Δεδομένων, η οποία απαγόρευσε το 2000 την αναγραφή του θρησκεύματος στίς αστυνομικές ταυτότητες. Όμως τα δικαιώματα των μειονοτήτων δεν τα υπερασπίζεσαι όταν τις κρύβεις, αλλά όταν τις προβάλλεις. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή λογική, γι’ αυτό και η Ευρ. Ένωση ζήτησε κατά την πρόσφατη αλβανική απογραφή να μπορούν οι πολίτες να δηλώνουν –έστω και προαιρετικά –την εθνική τους καταγωγή και το θρήσκευμά τους.

Κατά την απογραφή αυτή τελικά η Αλβανική κυβέρνηση άλλαξε το ερώτημα και αντί να ρωτούν οι απογραφείς «σε ποια εθνική κοινότητα ανήκετε;» (δηλαδή Έλληνας, Αλβανός, Μαυροβούνιος της Σκόδρας κ.α) κατέληξαν στο χλιαρό κι αλλοιωμένο ερώτημα: Σε ποια εθνοπολιτιστική ομάδα ανήκετε; Δεν είναι ακριβώς το ίδιο και γενικότερα η όλη λογική των κυβερνώντων ήταν η αποφυγή αναδείξεως του πραγματικού αριθμού των Ελλήνων. Πιστεύω ότι οι Βορειοηπειρώτες θα μπορούσαν να κάνουν περισσότερα για τον τόπο τους ώστε να μη θρηνήσουμε την ερήμωση και την απώλεια άλλης μιας πατρογονικής εστίας του Ελληνισμού. Όπως πολύ περισσότερα για την προστασία των ομοεθνών μας μπορούν να κάνουν οι κυβερνώντες στην Αθήνα.

Παρά το κλίμα τρομοκρατίας που δημιουργείται κατά καιρούς εις βάρος των Ελλήνων της γειτονικής χώρας και παρά την επίσημη απόφαση της οργανώσεως ΟΜΟΝΟΙΑ να σαμποτάρει την απογραφή, τελικά μάθαμε ότι στην περιοχή Κορυτσάς αρκετές χιλιάδες Βλαχοφώνων Ελλήνων απογράφηκαν και δήλωσαν ξεκάθαρα ότι είναι Έλληνες. Δεν γνωρίζουμε πότε θα ανακοινωθούν και κατά πόσο θα «μαγειρευθούν» τα αποτελέσματα. Πάντως η παρουσία και η παρρησία των Ελληνοβλάχων στην επαρχία Κορυτσάς είναι σημαντική, διότι οι αλβανικές κυβερνήσεις αρνούνται ότι υπάρχει έστω και ένας Έλληνας εκεί.

Το Συνταγματικό Δικαστήριο των Τιράνων έχει χρησιμοποιηθεί και άλλη φορά για να υπονομεύσει τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Προ δύο ετών κατήργησε ως αντίθετη με τα αλβανικά συμφέροντα τη συμφωνία για τη χάραξη ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Αλλά και οι μεγάλες πολιτικές παρατάξεις, η Δεξιά του Σάλι Μπερίσα -τον οποίο ορθώς επέπληξε ο Αντώνης Σαμαράς- και οι Σοσιαλιστές του Έντι Ράμα, δείχνουν το κακόπιστο πρόσωπό τους με ποικίλους τρόπους κατά της Ελλάδος. Κυρίως δε με την ανακίνηση του ζητήματος των Μουσουλμάνων Τσάμηδων εγκληματιών πολέμου και των περιουσιών στη Θεσπρωτία που διεκδικούν οι απόγονο τους. Η Ελλάς μέχρι σήμερα έχει φιλοξενήσει εκατοντάδες χιλιάδες Αλβανών μεταναστών, έχει στηρίξει την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας, έχει βοηθήσει καταλυτικά στην ομαλοποίηση της καταστάσεως μετά την εξέγερση των Καλάσνικοφ, με λίγα λόγια έχει κάνει πολλά και ουσιαστικά υπέρ των καλών ελληνοαλβανικών σχέσεων. Όμως η άλλη πλευρά απαντά με αχαριστία και συνεχή προκλητικότητα.

Όλα αυτά βεβαίως δεν μπορούν να λυθούν από κυβερνήσεις τρίμηνης διάρκειας και ειδικού σκοπού. Χρειάζεται το συντομότερο να χαραχθεί μία νέα δυναμική εξωτερική πολιτική με έμφαση στα δικαιώματα των Ελλήνων της Βαλκανικής από μία κυβέρνηση που θα έχει νωπή την λαϊκή εντολή. Αντί να μιλούν τα Τίρανα για ανύπαρκτες μειονότητες ας στηρίξουμε επιτέλους τον Ελληνισμό της Αλβανίας.

Κ.Χ. 13.12.2011 Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Η εξωτερική πολιτική της Ρωσίας στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια .

Η παρουσία της Ρωσίας στα Βαλκάνια χρονολογείται τουλάχιστον από τις αρχές του 18ο αι., όταν ο Μεγάλος Πέτρος εκπόνησε μία πολιτική προσεταιρισμού των υπόδουλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα Ορλωφικά το 1770, η Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774, ο ρόλος της Ρωσίας στην Ελληνική Επανάσταση και ο Ρώσο-Οθωμανικός πόλεμος το 1878, που οδήγησε στην ανεξαρτησία της Βουλγαρίας, είναι γεγονότα που έχουν σημαδεύσει ανεξίτηλα την ιστορία των βαλκανικών χωρών.
Η ρωσική πολιτική στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια[1] έχει αποτελέσει αντικείμενο αρκετών αναλύσεων στη διεθνή βιβλιογραφία,[2] αλλά έχει απασχολήσει ελάχιστα την ελληνική διεθνολογική κοινότητα.[3] Το παρόν κείμενο αποσκοπεί λοιπόν να καλύψει, έστω σε ένα μικρό βαθμό, το κενό που υπάρχει στην ελληνική βιβλιογραφία για τη ρωσική βαλκανική πολιτική μετά το 1991. Αν και σημαντικά αποδυναμωμένη, η Ρωσία δεν είναι ένας απλός ‘παίκτης’ στη Βαλκανική Χερσόνησο.
Η Ρωσία παραμένει μία μεγάλη δύναμη με σημαντική επιρροή στην περιοχή, λόγω των ιστορικών, πολιτικών και οικονομικών δεσμών που έχει με τις βαλκανικές χώρες.
Η ρωσική βαλκανική πολιτική στη μεταψυχροπολεμική περίοδο χωρίζεται σε δύο περιόδους. Η πρώτη περίοδος ξεκινά το 1991 με τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τελειώνει το 1999 με τον πόλεμο στο Κόσοβο. Η δεύτερη περίοδος αρχίζει το 2000 με την άνοδο στην προεδρία του Βλαντιμίρ Πούτιν και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.
Το άρθρο εκκινεί με μία συνοπτική αποτίμηση της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής έναντι των βαλκανικών χωρών την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου. Στη συνέχεια, το άρθρο πραγματεύεται τη ρωσική εξωτερική πολιτική στα Βαλκάνια την περίοδο 1991-1999, επικεντρώνοντας στη γιουγκοσλαβική κρίση. Επιπρόσθετα, το άρθρο θα αναλύσει τη ρωσική βαλκανική πολιτική μετά την άνοδο στην εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν. Πιο συγκεκριμένα, θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα του Κοσόβου και τη ρωσική ενεργειακή στρατηγική στα Βαλκάνια.

Η βαλκανική πολιτική της Μόσχας κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, τα Βαλκάνια αποτέλεσαν πεδίο αντιπαλότητας μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας. Η Τέταρτη Διάσκεψη της Μόσχας ανάμεσα στον Τσόρτσιλ και τον Στάλιν, τον Οκτώβριο του 1945, μοίρασε με βάση την περίφημη Συμφωνία των Ποσοστών4 την περιοχή σε δύο σφαίρες επιρροής: η Ελλάδα εντάχθηκε στη βρετανική, ενώ η Ρουμανία και η Βουλγαρία στη σοβιετική. Για τη Γιουγκοσλαβία συμφωνήθηκε να έχουν και οι δύο πλευρές το ίδιο ποσοστό επιρροής, δηλαδή 50 τοις εκατό. Η ρήξη Στάλιν-Τίτο το 1948 ανέτρεψε εν μέρει τους σοβιετικούς σχεδιασμούς για τα Βαλκάνια, αλλά δεν άλλαξε τους περιφερειακούς συσχετισμούς ισχύος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Η εκπόνηση του Δόγματος Τρούμαν τον Μάρτιο του 1947 ουσιαστικά σηματοδοτεί για την Ελλάδα τη μετάβαση από την αγγλική στην αμερικανική κηδεμονία. Παρά τις αμερικανικές ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης, η σοβιετική ηγεσία δεν είδε ποτέ με καλό μάτι το κομμουνιστικό αντάρτικο στην Ελλάδα, ίσως λόγω των στενών επαφών του ΚΚΕ με τον Στρατάρχη Τίτο.[5] Η ήττα του Δημοκρατικού Στρατού το 1949 τοποθέτησε αμετάκλητα την Ελλάδα στον δυτικό συνασπισμό. Μετά την ένταξη στο ΝΑΤΟ το 1952, η χώρα αποτέλεσε (μαζί με τη γειτονική Τουρκία) το ανάχωμα στη σοβιετική επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Επιπρόσθετα, η κυβέρνηση Αϊζενχάουερ εκμεταλλεύτηκε έντεχνα τη ρήξη Τίτο-Στάλιν και προώθησε το 1954 τη σύναψη του Τριμερούς Βαλκανικού Συμφώνου μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Γιουγκοσλαβίας, ως μία προσπάθεια συνεννόησης των αντισοβιετικών δυνάμεων στην περιοχή.
Η είσοδος της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ το 1955 έδωσε την αφορμή στη Μόσχα για τη συγκρότηση ενός περιφερειακού οργανισμού άμυνας στην Ανατολική Ευρώπη. Η υπογραφή του Συμφώνου της Βαρσοβίας για Φιλία, Συνεργασία και Αμοιβαία Βοήθεια από την ΕΣΣΔ, την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Αλβανία, στις 14 Μαΐου του 1955, επισημοποιεί τη σοβιετική επικυριαρχία στην Ανατολική Ευρώπη. Η σοβιετική επιρροή στη Βαλκανική Χερσόνησο ήταν ιδιαίτερα αυξημένη στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο, καθώς οι τρεις από τις τέσσερις σοσιαλιστικές χώρες (δηλαδή Αλβανία, Ρουμανία και Βουλγαρία) εξαρτιόντουσαν σε μεγάλο βαθμό από τη σοβιετική οικονομική βοήθεια και τεχνολογική υποστήριξη για να ξεκινήσουν τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό των κοινωνιών τους.[6]
Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο πορεύτηκε τις δεκαετίες του 1960 και 1970 ως ηγετικό μέλος των Αδεσμεύτων, επιδιώκοντας τη διαμόρφωση μίας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής. Οι σχέσεις του Βελιγραδίου με τη Μόσχα παραμείναν ψυχρές, αν και μετά τον θάνατο του Στάλιν το 1953 έγινε μία πρώτη απόπειρα εξομάλυνσης. Ταυτόχρονα, όμως, το καθεστώς του Τίτο πολλαπλασίασε τις επαφές του με τη Δύση, η οποία είχε κάθε λόγο φυσικά να επιθυμεί κατακερματισμό του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Η πατερναλιστική πολιτική του Τίτο και ο φόβος μίας δυνητικής γιουγκοσλαβικής εισβολής ώθησε στα τέλη της δεκαετίας του 1940 το αλβανικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα στο φιλοσοβιετικό στρατόπεδο. Τον Φεβρουάριο του 1949, η Αλβανία εντάχθηκε στο Συμβούλιο Αμοιβαίας Οικονομικής Βοήθειας (ΚΟΜΕΚΟΝ) και υιοθέτησε μία ακραιφνώς φιλοσοβιετική εξωτερική πολιτική που τροφοδότησε το κλίμα έντασης που υπήρχε με το Βελιγράδι. Η προαναφερόμενη βελτίωση στις σχέσεις Μόσχας-Βελιγραδίου το 1953 οδήγησαν όμως τελικά τα Τίρανα σε τροχιά σύγκρουσης με το Κρεμλίνο. Τον Δεκέμβριο του 1961, η Ρωσία διέκοψε οριστικά τις διπλωματικές της σχέσεις με την Αλβανία. Είχε προηγηθεί η προσέγγιση Αλβανίας-Κίνας στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και η επίθεση του Χρουστσόφ εναντίον του Χότζα στο 22ο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης τον Οκτώβριο του 1961.
Η πολιτική της Μόσχας έναντι της Ρουμανίας στην πρώιμη ψυχροπολεμική περίοδο είχε ως βασικό στόχο τη δορυφοροποίηση της χώρας. Η προσάρτηση των ρουμανικών επαρχιών της Βεσσαραβίας και της Βόρειας Μπουκοβίνας στη Σοβιετική Ένωση οριστικοποιήθηκε με την υπογραφή της ρουμανοσοβιετικής συνθήκης στο Παρίσι το Φεβρουάριο του 1947. Η αποχώρηση του Κόκκινου Στρατού από τη Ρουμανία το 1958 οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι η γεωστρατηγική αξία της χώρας θεωρείτο από τη σοβιετική ηγεσία ήσσονος σημασίας, αφού η χώρα βρισκόταν μακριά από τη Δύση.[7]
Η επίσκεψη του προέδρου Νίξον στη Ρουμανία το 1968, η πρώτη Αμερικανού προέδρου σε χώρα της Ανατολικής Ευρώπης μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ήρθε να επιβεβαιώσει τη σταδιακή χειραφέτηση του Βουκουρεστίου από τον σοβιετικό εναγκαλισμό. Το καθεστώς Τσαουσέσκο όμως δεν ήρθε ποτέ σε ανοικτή ρήξη με το Κρεμλίνο, ίσως διότι η εμπειρία της Ουγγαρίας το 1956 και η εισβολή των σοβιετικών τανκς στη Πράγα το 1968 επιβεβαίωσαν με δραματικό τρόπο τη βούληση της Μόσχας να καταστείλει εν τη γενέσει τους τις τάσεις χειραφέτησης που εκδηλώνονταν σε ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.
Οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Βουλγαρία ήταν ιδιαίτερα στενές καθ’όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, όπως φανερώνει η δήλωση του Λεονίντ Μπρέζνιεφ το 1967 ότι οι βουλγαροσοβιετικές σχέσεις αποτελούν «υπόδειγμα για τον σοσιαλιστικό διεθνισμό στην πράξη».[8] Η Σόφια υπήρξε πιστός σύμμαχος της Μόσχας και δεν αμφισβήτησε ποτέ τις επιλογές της σοβιετικής ηγεσίας. Το καθεστώς του Ζίβκοφ, που παρέμεινε στην εξουσία 35 χρόνια, δεν δίστασε να συνδράμει στρατιωτικά τον Κόκκινο Στρατό στην κατάπνιξη του μεταρρυθμιστικού κινήματος της Άνοιξης της Πράγας το 1968.
Η εισβολή στο Αφγανιστάν το 1979 και η κήρυξη του στρατιωτικού νόμου στην Πολωνία το 1981 μετατόπισαν το ενδιαφέρον του Κρεμλίνου προς την Κεντρική Ευρώπη και την Κεντρική Ασία. Τα Βαλκάνια δεν βρίσκονταν πια στην πρώτη γραμμή αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων· ως εκ τούτου, η Σοβιετική Ένωση έπαυσε να ασκεί μία παρεμβατική πολιτική στην περιοχή. Στη δεκαετία του 1980 ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι ο μόνος πιστός σύμμαχος της Μόσχας στα Βαλκάνια ήταν η Βουλγαρία, αφού η Ρουμανία ακολουθούσε μία αυτονομημένη πορεία, η Αλβανία βρισκόταν πολιτικά απομονωμένη και η Γιουγκοσλαβία πρωτοστατούσε στο κίνημα των Αδεσμεύτων.
Η πρώτη περίοδος της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ δημιουργήθηκαν δύο διαφορετικές σχολές σκέψης αναφορικά με τον ενδεδειγμένο προσανατολισμό της εξωτερικής πολιτικής του νεοσύστατου ρωσικού κράτους.[9] Η πρώτη σχολή, που επονομάστηκε ευρωατλαντική, υποστήριζε την εκδυτικοποίηση της Ρωσίας και πρότεινε στενότερες σχέσεις με τις χώρες και τους οργανισμούς της Δύσης. Ο υπουργός Εξωτερικών Αντρέι Κόζιρεφ, κυριότερος εκφραστής αυτής της άποψης, πράγματι επικέντρωσε αρχικά τις προσπάθειές του στην ανάπτυξη των σχέσεων της Ρωσίας με τις ΗΠΑ, τη Δυτική Ευρώπη και περιφερειακούς οργανισμούς, όπως το Συμβούλιο της Ευρώπης και ο ΟΑΣΕ.
Αντιθέτως, η δεύτερη σχολή σκέψης που επονομάστηκε ευρωασιατική υποστήριζε ότι η Ρωσία είναι μία μεγάλη δύναμη στην Ευρασία και ως τέτοια πρέπει να υπερασπιστεί τα εθνικά της συμφέροντα στο γεωπολιτικό χώρο της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και ακόμα παραπέρα. Οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης προσέγγισης επικαλέστηκαν τη «μοναδικότητα» (spetsifika) της Ρωσίας στο διεθνές σύστημα που επιτάσσει τη χάραξη μίας αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής.[10] Κυριότεροι φορείς της ευρωασιατικής προσέγγισης ήταν το κομμουνιστικό κόμμα, διάφορες υπερεθνικιστικές οργανώσεις και το υπουργείο Άμυνας.
Το τέλος του διπολισμού στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άλλαξε άρδην τους συσχετισμούς ισχύος στα Βαλκάνια. Με την ανατροπή των κομμουνιστικών καθεστώτων στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία, η Μόσχα απώλεσε τα γεωπολιτικά της ερείσματα στην περιοχή. Επιπρόσθετα, το Κρεμλίνο υποχρεώθηκε να εστιάσει την προσοχή του στις εθνοτικές συγκρούσεις που σημειώθηκαν στο λεγόμενο εγγύς εξωτερικό (blizhnee zarubezh'e).
Μία από αυτές τις συγκρούσεις ξέσπασε στη νεοσύστατη δημοκρατία της Μολδαβίας μεταξύ ρουμανόφωνων και σλαβόφωνων κατοίκων την άνοιξη του 1992. Η διακηρυγμένη πρόθεση του Κισινάου να επιβάλει τα ρουμανικά ως επίσημη γλώσσα του νεοσύστατου μολδαβικού κράτους, αλλά και η διάχυτη φημολογία ότι επίκειται ένωση Ρουμανίας-Μολδαβίας οδήγησαν σε συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών στρατευμάτων και αποσχιστικών δυνάμεων από την Υπερδνειστηρία.
Η συγκεκριμένη περιοχή περιλαμβάνει εκείνο το κομμάτι της Μολδαβίας που βρίσκεται ανατολικά του ποταμού Δνείστερου και κατοικείται κυρίως από Ρώσους και Ουκρανούς. Οι μάχες διήρκησαν λίγους μήνες μέχρι να επιβληθεί από το Κρεμλίνο, στις 21 Ιουλίου του 1992, μία συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, η οποία προέβλεπε και την αποστολή μίας ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης.
Οι ρωσικές δυνάμεις που σταθμεύουν στην Υπερδνειστηρία απαριθμούν περίπου 1,200 στρατιώτες.[11] Στην πραγματικότητα, η αποσχισμένη δημοκρατία της Υπερδνειστηρίας είναι το τελευταίο προπύργιο του ρωσικού στρατού στα Βαλκάνια. Τον Μάιο του 1993, ο τότε διοικητής της 14ης Στρατιάς που βρίσκεται στην Υπερδνειστηρία, Αλεξάντερ Λέμπεντ εξέφρασε την άποψη ότι «η συγκεκριμένη περιοχή είναι το κλειδί για την παρουσία της Ρωσίας στη Βαλκανική Χερσόνησο και αν αποχωρήσουν οι ρωσικές δυνάμεις τότε θα παύσει η Μόσχα να ασκεί επιρροή στην ευρύτερη περιοχή».12 Έκτοτε, η αποσχισμένη δημοκρατία της Υπερδνειστηρίας εξακολουθεί να παραμένει, με την αμέριστη υποστήριξη της Μόσχας, εκτός ελέγχου της μολδαβικής κυβέρνησης.

Οι εθνοτικές συγκρούσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία

Το σοβιετικό υπουργείο εξωτερικών αρχικά θεώρησε τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας ως ήσσονος σημασίας γεγονός. Eπομένως, το Κρεμλίνο δεν επέδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη σύγκρουση που ξέσπασε μεταξύ των σλοβενικών δυνάμεων και του ομοσπονδιακού στρατού το καλοκαίρι του 1991. Ο ρόλος της Μόσχας στη σερβοκροατική σύγκρουση το φθινόπωρο του 1991 ήταν επίσης εξαιρετικά περιορισμένος, αφού η Σοβιετική Ένωση βρισκόταν ένα βήμα πριν τη διάλυση της.
Το Κρεμλίνο άρχισε να εκδηλώνει ένα έντονο ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στην πρώην Γιουγκοσλαβία μετά το 1992, όταν έγινε φανερό ότι οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση επιζητούσαν έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή. Η κυβέρνηση Γιέλτσιν δεν δίστασε να διαφοροποιηθεί από την πολιτική της Δύσης στη βοσνιακή κρίση. Η Μόσχα, για παράδειγμα, εναντιώθηκε στις προσπάθειες της Ουάσινγκτον την περίοδο 1993-1994 για άρση του εμπάργκο όπλων υπέρ των Βόσνιων Μουσουλμάνων. Τον Φεβρουάριο του 1994, ο πρόεδρος Γιέλτσιν εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι «ορισμένες χώρες επιθυμούν τον αποκλεισμό της Ρωσίας από τις διαβουλεύσεις για την επίλυση του βοσνιακού προβλήματος» και διακήρυξε τη βούληση της Μόσχας να αναλάβει «ενεργό ρόλο» στην προσπάθεια εξεύρεσης ειρηνικής λύσης.[13] Τον Αύγουστο του 1995, η Μόσχα καταδίκασε απερίφραστα τους Νατοϊκούς βομβαρδισμούς εναντίον των σερβοβοσνιακών δυνάμεων.
Παρόλα ταύτα, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις κλήθηκαν τον Ιανουάριο του 1996 να συμμετάσχουν στην ειρηνευτική δύναμη της IFOR ως αναγνώριση της συμβολής του Κρεμλίνου στις προσπάθειες επίλυσης της βοσνιακής κρίσης· εξέλιξη που αναμφισβήτητα ανύψωσε το κύρος της Μόσχας ανάμεσα στους σερβικούς πληθυσμούς. Η συμμετοχή των ρωσικών δυνάμεων στη IFOR (αργότερα και στη SFOR) δεν μείωσε στο ελάχιστο τις εντάσεις που προκάλεσε η Νατοϊκή επέμβαση στο ρωσικό πολιτικό σύστημα, το οποίο χαρακτηρίζεται από έντονες ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η επιρροή των φιλοδυτικών δυνάμεων μειώθηκε σημαντικά και η ευρασιατική προσέγγιση άρχισε να κυριαρχεί στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η δήλωση του Ανατόλι Τσουμπάις, αντιπροέδρου της ρωσικής κυβέρνησης, ότι «μαζί με τους Σερβοβόσνιους, βομβαρδίζετε και τους Ρώσους μεταρρυθμιστές» φανερώνει το κλίμα έντασης που επικρατούσε εκείνη την περίοδο ανάμεσα στους υποστηρικτές των δύο προσεγγίσεων.[14] Οι ευρωασιατιστές άσκησαν σκληρή κριτική στη ρωσική κυβέρνηση για την απροθυμία της να συνδράμει στρατιωτικά τους «Σέρβους αδελφούς»[15]
Χωρίς να αμφισβητούνται οι ισχυροί πολιτιστικοί και ιστορικοί δεσμοί μεταξύ Ρωσίας και Σερβίας, η στάση της Μόσχας στη βοσνιακή κρίση καθορίστηκε κυρίως από γεωπολιτικούς παράγοντες. Η Βαλκανική Χερσόνησος αντιμετωπίστηκε από ένα μεγάλο κομμάτι της ρωσική πολιτική ελίτ ως τμήμα του λεγόμενου «μέσου εξωτερικού» (srednee zarubezh’e)· ένας ενδιάμεσος χώρος δηλαδή μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης. Η συστηματική ενασχόληση με τα βαλκανικά τεκταινόμενα άρχισε σε μια περίοδο που η Μόσχα πάσχιζε να αποφύγει περαιτέρω μείωση της επιρροής της στην Ανατολική Ευρώπη, ειδικά μετά τη διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και την αποχώρηση των σοβιετικών/ρωσικών δυνάμεων από την Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ουγγαρία.
Η Μόσχα καλλιέργησε επιτυχημένα την εικόνα της προστάτιδας δύναμης των σλαβικών και ορθόδοξων λαών προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της στα Βαλκάνια. Η Ρωσία δεν επιθυμούσε την περιφερειακή ηγεμονία στην περιοχή, αφού ούτε διακυβεύονταν ζωτικά ρωσικά συμφέροντα, ούτε είχε τα μέσα για να πετύχει κάτι τέτοιο. Ο διαμεσολαβητικός ρόλος της Ρωσίας μεταξύ Σερβοβόσνιων και ΝΑΤΟ την περίοδο 1993-1995 και η παρουσία ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης αργότερα στη Βοσνία κατέστησαν τη Μόσχα προνομιακό συνομιλητή των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απτά οικονομικά ανταλλάγματα. Πιο συγκεκριμένα, η Ρωσία έγινε δέκτης γενναιόδωρης οικονομικής βοήθειας από Δυτικές κυβερνήσεις και διεθνείς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς (π.χ. Διεθνές Νομισματικό Ταμείο) σε μια κρίσιμη περίοδο για το μέλλον της ρωσικής οικονομίας.16
Η οικονομική κρίση και η κατάρρευση του χρηματιστηρίου της Μόσχας το 1998 περιόρισαν σημαντικά τη δυνατότητα της ρωσικής κυβέρνησης να διαδραματίσει έναν καθοριστικό ρόλο στα βαλκανικά δρώμενα. Ταυτόχρονα, το ρωσικό πολιτικό σύστημα μπήκε σε μια νέα δίνη εσωστρέφειας, λόγω της αδυναμίας του προέδρου Γιέλτσιν να προωθήσει ένα πρόγραμμα οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα. Επιπλέον, η δημιουργία ενός de facto ανεξάρτητου τσετσενικού κράτους αναγκαστικά περιόρισε το ενδιαφέρον της ρωσικής ηγεσίας για τα Βαλκάνια στο β΄ μισό της δεκαετίας του 1990.
Η συμφωνία του Ντέιτον τον Νοέμβριο του 1995 όμως μόνο πρόσκαιρα καταλάγιασε τα εθνικιστικά πάθη στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η καταπίεση των Αλβανοκοσσοβάρων από το καθεστώς του Βελιγραδίου οδήγησε σε αναταραχές και συγκρούσεις. Ο Νατοϊκός βομβαρδισμός της Σερβίας την άνοιξη του 1999 έγινε αντιληπτός από τη Μόσχα ως μια πράξη που παραβίαζε κατάφωρα τη διεθνή νομιμότητα· είχε προηγηθεί προκλητική παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου η Μόσχα διατηρεί το δικαίωμα αρνησικυρίας.[17] Η σταδιακή μετατροπή του ΝΑΤΟ σε παγκόσμιο χωροφύλακα που δρα κατά βούληση ανά την υφήλιο αιφνιδίασε τη ρωσική πολιτική ελίτ. Εντούτοις, το Κρεμλίνο είχε πολύ περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης· η χώρα εξαρτιόταν από την οικονομική βοήθεια της Δύσης, ενώ οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις βρισκόταν σε τραγική κατάσταση. Η προέλαση μίας ρωσικής φάλαγγας μηχανοκίνητου πεζικού στην Πρίστινα λίγες ώρες πριν την έλευση των Νατοϊκών δυνάμεων δεν απέτρεψε το μοιραίο, δηλαδή την εκδίωξη των περισσότερων Σερβοκοσοβάρων από το Κόσοβο.
Ωστόσο, η ρωσική ηγεσία προσπάθησε να διαδραματίσει έναν ρόλο στο μεταπολεμικό Κόσοβο. Οι συντονισμένες πιέσεις Μόσχας και Πεκίνου επιφέρανε κάποια αποτελέσματα, αφού η απόφαση 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αναφέρει ρητά ότι το Κόσοβο είναι κομμάτι της σερβικής επικράτειας. Από την άλλη, το Κρεμλίνο αναγκάστηκε να αποδεχτεί την ενσωμάτωση της ρωσικής ειρηνευτικής δύναμης στη Νατοϊκή KFOR, παρά τις προσπάθειες του ρωσικού Γενικού Επιτελείου να εξασφαλίσει ένα δικό του τομέα ευθύνης στο Κόσοβο. Δίχως αμφιβολία, ο πόλεμος στο Κόσοβο δημιούργησε ένα ψυχολογικό ρήγμα ανάμεσα στη Ρωσία και τη Δύση, οι συνέπειες του οποίου φάνηκαν μερικά χρόνια αργότερα.


Οι ελληνορωσικές σχέσεις

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις ελληνορωσικές σχέσεις της συγκεκριμένης περιόδου. Η επίσκεψη του προέδρου Γιέλτσιν τον Ιούλιο του 1993 στην Αθήνα έγινε σε μια χρονική συγκυρία που η Ελλάδα αναζητούσε απεγνωσμένα συμμάχους στη διένεξη της με την ΠΓΔΜ. Παρόλα ταύτα, το Κρεμλίνο τήρησε πολιτική ίσων αποστάσεων έναντι Αθηνών και Σκοπίων, όπως φανερώνει η ταχύτητα με την οποία αναγνώρισε τη γειτονική χώρα με το συνταγματικό της όνομα στις 5 Αυγούστου του 1992.
Η ελληνορωσική προσέγγιση, αν και περιορισμένη σε εύρος, βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στο ιδεολόγημα της πανορθόδοξης ενότητας. Η λοξοδρόμηση της ελληνικής διπλωματίας προς τέτοιου είδους ανορθολογικές επιλογές ουσιαστικά απέρρεε από την αυξημένη ανασφάλεια που βίωνε η ελληνική κοινωνία στην πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο. Οι διενέξεις που ξέσπασαν ανάμεσα στην Ελλάδα κα σε γειτονικές χώρες ενίσχυσαν το σύνδρομο πολιορκίας που κατατρέχει την ελληνική κοινωνία. Επιπρόσθετα, η στρατηγική διείσδυσης που υιοθέτησε η Άγκυρα στα νότια Βαλκάνια, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, τροφοδότησε ένα κλίμα έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με αποτέλεσμα η Αθήνα να επιδιώξει τη δημιουργία ενός εξισορροπητικού άξονα Αθήνας-Βελιγραδίου-Μόσχας. Κατά αυτόν τον τρόπο, η ελληνική πολιτική ελίτ εγκλωβίστηκε σε μία φιλοσερβική πολιτική, στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990, που τελικά τις απέφερε αμφίβολα οφέλη και περιθωριοποίησε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η κυβέρνηση Σημίτη δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περαιτέρω βελτίωση των ελληνορωσικών σχέσεων, με μοναδική ίσως εξαίρεση τον τομέα της ενέργειας.[18]

Η δεύτερη περίοδος της ρωσικής βαλκανικής πολιτικής

Η άνοδος στην εξουσία του Βλαντιμίρ Πούτιν οδήγησε σταδιακά στην επανοριοθέτηση της ρωσική βαλκανικής πολιτικής. Ο νέος πρόεδρος αντιλήφθηκε εξαρχής τις δομικές αδυναμίες της ρωσικής διπλωματίας που έπασχε από ανεπάρκεια πόρων και έλλειψη ξεκάθαρων στόχων. Η δεινή οικονομική κατάσταση που είχε περιέλθει η χώρα αναζωπύρωσε τις πολιτικές αντιπαραθέσεις στο ρωσικό πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, το Κρεμλίνο επικέντρωσε την προσοχή του στον Βόρειο Καύκασο μετά την εισβολή Τσετσένων Ισλαμιστών στο γειτονικό Ντεγκεστάν το καλοκαίρι του 1999. Η είσοδος ομοσπονδιακών στρατευμάτων στην Τσετσενία τον Ιανουάριο του 2000 έθεσε ξανά την αποσχισμένη δημοκρατία υπό τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης. Την περίοδο 2000-2002, επίσης, με αφορμή φήμες περί παρουσίας Τσετσένων ανταρτών στο φαράγγι του Πανκίσι στη βόρεια Γεωργία, σημειώθηκε ραγδαία επιδείνωση των ρωσογεωργιανών σχέσεων. Ο Βόρειος Καύκασος, που συνιστά το μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας, άρχισε να μονοπωλεί το ενδιαφέρον του νέου ένοικου του Κρεμλίνου.[19] Εν κατακλείδι, η περιοχή των Βαλκανίων δεν ήταν αρχικά ψηλά στις προτεραιότητες του Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το ζήτημα του Κοσόβου

Η αποχώρηση των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων από τη Βοσνία τον Ιούνιο του 2003 και από το Κόσοβο ένα μήνα αργότερα φανέρωσε την αδυναμία του Κρεμλίνου να διατηρήσει έστω μία συμβολική στρατιωτική παρουσία στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Εντούτοις, η Ρωσία παρέμεινε σημαίνον μέλος της Ομάδας Επαφής για τη διευθέτηση του καθεστώτος του Κοσόβου.[20] Η κυβέρνηση Πούτιν ουσιαστικά αυτοαναγορεύτηκε σε υπερασπιστή της διεθνούς έννομης τάξης και υποστήριξε με θέρμη την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας. Τον Νοέμβριο του 2005, ως μέλος της Ομάδας Επαφής, η Ρωσία συναίνεσε σε ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την επίλυση του κοσοβάρικου ζητήματος, που περιλάμβαναν και τη δέσμευση ότι η περιοχή δεν θα επιστρέψει στην προγενέστερη κατάσταση (status quo ante) και δεν θα διαμελιστεί μεταξύ Αλβανών και Σέρβων. Επίσης, η Ομάδα Επαφής εξέφρασε την αντίθεση της σε μονομερείς ενέργειες για την επίλυση του προβλήματος. Με άλλα λόγια, η Μόσχα αναγνώρισε με έμμεσο τρόπο τα τετελεσμένα που δημιούργησε η Νατοϊκή επέμβαση το 1999 με την προϋπόθεση ότι η συναίνεση του Βελιγραδίου είναι απαραίτητη για τη διευθέτηση του τελικού καθεστώτος του Κοσόβου.
Η έναρξη των διαπραγματεύσεων για την οριστική επίλυση του προβλήματος του Κοσόβου, τον Φεβρουάριο του 2006, συμπίπτει χρονικά με μία περίοδο έντασης στις αμερικανορωσικές σχέσεις. Τα τραγικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 δημιούργησαν αρχικά τις προϋποθέσεις για μία νέα αμερικανoρωσική προσέγγιση γύρω από το ζήτημα της ισλαμικής τρομοκρατίας. Η αμερικανική διείσδυση στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, με αφορμή τον λεγόμενο πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία, όμως προκάλεσε τριβές μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον.
Η δημιουργία αμερικανικών βάσεων στο Ουζμπεκιστάν και το Κιργιστάν φάνηκε προς στιγμή να παγιώνει την αμερικανική στρατιωτική παρουσία στον πρώην σοβιετικό Νότο και να υπονομεύει τη ρωσική επιρροή στην περιοχή. Παράλληλα, η ένταξη πρώην κομμουνιστικών χωρών στο ΝΑΤΟ το 1999 και το 2004 (σε συνδυασμό με την εγκαθίδρυση φιλοαμερικανικών καθεστώτων στην Ουκρανία και τη Γεωργία) έγινε κατανοητή από τη Μόσχα ως μια προσπάθεια περικύκλωσης της Ρωσίας από φιλοαμερικανικά κράτη. Δεν είναι τυχαίο, ότι το νέο στρατιωτικού δόγμα που υιοθέτησε η κυβέρνηση Πούτιν το 2000 κάνει ρητή αναφορά στην απειλή της Νατοϊκής διείσδυσης στην πρώην ΕΣΣΔ.[21] Μετά το 2005, λοιπόν, το Κρεμλίνο συνέδεσε το ζήτημα του Κοσόβου με τις προτεραιότητες της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής, που δεν είναι άλλες από την ενίσχυση της πολυπολικότητας και η διατήρηση της ρωσικής επιρροής στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η περίφημη ομιλία του Πούτιν στη Διάσκεψη του Μονάχου, τον Οκτώβριο του 2007, κατέστησε σαφείς τις ρωσικές προθέσεις αναφορικά με τη νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας. Για τη ρωσική πλευρά, οι μονομερείς ανθρωπιστικές επεμβάσεις τύπου Κοσόβου θέτουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα στην Ευρώπη και αποτελούν μόνο το πρόσχημα για τη διείσδυση των ΗΠΑ στην περιοχή.
Μετά την απόρριψη του Σχεδίου Αχτισάρι από τη σερβική πλευρά το 2007 ήταν πλέον φανερό ότι η Ουάσινγκτον προσανατολιζόταν προς τη μονομερή αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου. Παρόλα ταύτα, η Μόσχα συνέχιζε να υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Σερβίας κυρίως για δύο λόγους. Πρώτον, η ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου παραβιάζει τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ, άρα κατά επέκταση θέτει εν αμφιβόλω την αρχή του απαραβίαστου των συνόρων στην Ευρώπη, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη ρωσική ασφάλεια. Δεύτερον, η περίπτωση του Κοσόβου δεν είναι μοναδική, όπως διατείνονται πολλές Δυτικές κυβερνήσεις, αλλά συνιστά για τη Μόσχα μόνο την απαρχή γενικότερων γεωπολιτικών ανακατατάξεων που πιθανόν να προβούν επιζήμιες για τα ρωσικά συμφέροντα.
Από την άλλη, η διπλωματική αναγνώριση του Κοσόβου από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους το Φεβρουάριο του 2008 δημιούργησε νέες ευκαιρίες για τη ρωσική διπλωματία, που επιδιώκει συστηματικά την επανένταξη των ανεξάρτητων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας στη ρωσική σφαίρα επιρροής. Η ρωσική επέμβαση στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008 και η συνακόλουθη διπλωματική αναγνώριση της νότιο-οσσετικής και αμπχαζικής ανεξαρτησίας ήρθαν να επιβεβαιώσουν με δραματικό τρόπο τις προειδοποιήσεις του Βλαντιμίρ Πούτιν για μια πιθανή διασύνδεση της περίπτωσης του Κοσόβου με εκείνων των αποσχισμένων δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας.[22]

Η ενεργειακή διπλωματία της Μόσχας στα Βαλκάνια

Ο έλεγχος του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές ισχύος στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα· η άντληση και εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων υδρογονανθράκων μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην ανακατανομή ισχύος ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις. Ταυτόχρονα, ένα σκληρό γεωπολιτικό «πόκερ» παίζεται πολλά χρόνια μεταξύ πετρελαιοεξαγωγικών και καταναλωτριών χωρών για την τιμή του «μαύρου χρυσού», με απρόβλεπτες πολιτικές και οικονομικές συνέπειες. Η Ρωσία διαδραματίζει αναπόφευκτα κεντρικό ρόλο στις ενεργειακές εξελίξεις. Τα αποθέματα της χώρας σε πετρέλαιο φτάνουν τα 80 δις βαρέλια, ενώ εκείνα του φυσικού αερίου πλησιάζουν τα 48 τρις κυβικά μέτρα.[23] Επιπλέον, ένα μεγάλο κομμάτι της ρωσικής επικράτειας παραμένει ανεξερεύνητο λόγω των δύσκολων κλιματολογικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα.
Η κυβέρνηση Πούτιν επιδίωξε εξαρχής την αξιοποίηση των ρωσικών ενεργειακών αποθεμάτων για την προώθηση και προστασία των εθνικών συμφερόντων στο εξωτερικό. Μετά τη μετωπική σύγκρουση την περίοδο 2000-2003 με τους περίφημους Ολιγάρχες, οι οποίοι νέμονταν τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας, το Κρεμλίνο επαναχάραξε την ενεργειακή του στρατηγική. Ρωσικοί κολοσσοί όπως η Gazprom και η Lukoil ενθαρρύνθηκαν ανοικτά να επενδύσουν στις βαλκανικές ενεργειακές αγορές προκειμένου να ισχυροποιηθεί ο ρόλος της Μόσχας στην περιοχή.[24] Εντούτοις, η αμερικανική διείσδυση στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας ανέτρεψε άρδην τους υφιστάμενους συσχετισμούς ισχύος εις βάρος της ρωσικής πλευράς. Η Πορτοκαλί Επανάσταση στην Ουκρανία το 2005 και η συνεπακόλουθη εκλογή του φιλοδυτικού Βίκτωρ Γιουσένκο στη θέση του προέδρου δημιούργησαν τριγμούς στις ουκρανορωσικές σχέσεις, που χαρακτηρίζονται έκτοτε από μία αμοιβαία καχυποψία. Η ένταση που επικρατεί ανάμεσα στις δύο χώρες αναφορικά με την τιμή πώλησης του ρωσικού φυσικού αερίου, τα διαμετακομιστικά τέλη και το ουκρανικό χρέος, θέτει συνεχώς σε κίνδυνο τις ρωσικές εξαγωγές προς τις ευρωπαϊκές αγορές μέσω του ουκρανικού δικτύου.[25] Η γεωγραφική πραγματικότητα αναγκάζει λοιπόν τη Μόσχα να στραφεί προς τη Βαλκανική Χερσόνησο. Η περιοχή ουσιαστικά συνιστά μία χερσαία γέφυρα μεταξύ των καταναλώτριων χωρών της Δυτικής/Κεντρικής Ευρώπης και των ενεργοφόρων περιοχών της πρώην ΕΣΣΔ.
Τον Ιούνιο του 2007 Κρεμλίνο ανακοίνωσε την πρόθεση κατασκευής ενός υποθαλάσσιου αγωγού μεταφοράς φυσικού αερίου από τη νότια Ρωσία μέχρι τις ακτές της Βουλγαρίας. Ο αγωγός South Stream θα έχει σύμφωνα με τους ρωσικούς σχεδιασμούς δύο παρακλάδια: ένα μέσω Ελλάδας που θα καταλήγει στην Ιταλία και ένα μέσω Σερβίας που θα καταλήγει πιθανότατα στην Αυστρία. Κατά αυτόν τον τρόπο, η Μόσχα θα μπορέσει να παρακάμψει το ουκρανικό έδαφος και να συνδεθεί απευθείας με τις βαλκανικές χώρες και από εκεί με την Κεντρική Ευρώπη.
Η Μόσχα επίσης επανέφερε στο προσκήνιο την ιδέα κατασκευής ενός ελληνοβουλγαρικού αγωγού που θα μεταφέρει ρωσικό πετρέλαιο και θα παρακάμπτει τα Στενά του Βοσπόρου. Η υπογραφή της συμφωνίας για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολης τον Μάρτιο του 2007 ήρθε να επιβεβαιώσει την πρόθεση της Μόσχας να καταστήσει την Ελλάδα σημαντικό κόμβο για τη διοχέτευση του ρωσικού «μαύρου χρυσού» στην ευρωπαϊκή αγορά. Η επιμονή της Μόσχας να αποκτήσουν οι ρωσικές εταιρείες το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της κοινοπραξίας, που θα διαχειρίζεται τον αγωγό, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια να διασφαλιστεί η χρήση του αποκλειστικά για τη μεταφορά του ρωσικού πετρελαίου.
Η συνεργασία στον ενεργειακό τομέα έχει μία σχεδόν ανεξάντλητη δυναμική που ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τη διαμόρφωση των διακρατικών σχέσεων στην περιοχή. Η πρόσφατη προσέγγιση που παρατηρείται μεταξύ Αθήνας και Μόσχας, για παράδειγμα, οφείλεται κυρίως στη σύγκλιση των ενεργειακών τους συμφερόντων. Η προοπτική κατασκευής των αγωγών Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη και South Stream έχει ενθαρρύνει και τη διμερή συνεργασία στον αμυντικό τομέα, όπως καταδεικνύει η αγορά ρωσικών οπλικών συστημάτων από τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις.[26]

Συμπεράσματα

Με αφετηρία τη μετασοβιετική Μολδαβία, η Μόσχα επέδειξε αυξημένο ενδιαφέρον για τις εθνοτικές συγκρούσεις που ξέσπασαν στα Βαλκάνια. Η ρωσική βαλκανική πολιτική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ήταν καθαρά σερβοκεντρική. Ως εκ τούτου, η ρωσική διπλωματία δεν εκδήλωσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των σχέσεων με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Ωστόσο, η σύμπλευση ρωσικών και σερβικών συμφερόντων στις εθνοτικές συγκρούσεις της πρώην Γιουγκοσλαβίας κρίνεται συγκυριακή· η Μόσχα χρησιμοποίησε την ειδική σχέση που ανέπτυξε με το Βελιγράδι για να εξισορροπήσει την αμερικανική επιρροή στα Βαλκάνια και να αποσπάσει πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα.
Η ρωσική βαλκανική πολιτική την περίοδο 2000-2008 επικεντρώθηκε στο Κοσοβαρικό που εξελίχθηκε σε μείζον περιφερειακό ζήτημα. Η Μόσχα έχει εναντιωθεί στην ανεξαρτητοποίηση του Κοσόβου, αλλά δεν δίστασε να χρησιμοποιήσει τη συγκεκριμένη περίπτωση για να δικαιολογήσει την επέμβαση της στη Νότια Οσσετία τον Αύγουστο του 2008. Παράλληλα, η Μόσχα επιδιώκει συστηματικά να αξιοποιήσει τα τεράστια αποθέματα υδρογονανθράκων που βρίσκονται στην επικράτεια της για να επανακάμψει πολιτικά στα Βαλκάνια.
Συμπερασματικά, η ρωσική εξωτερική πολιτική στα μετακομμουνιστικά Βαλκάνια χαρακτηρίζεται συνολικά από έλλειψη μακροχρόνιου σχεδιασμού και ευκρίνεια στόχων. Η Μόσχα αντιμετωπίζει τα Βαλκάνια ως ένα ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της Δύσης και της πρώην ΕΣΣΔ, όπου διακυβεύεται το κύρος της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης. Εντούτοις, η ενσωμάτωση των περισσοτέρων βαλκανικών χωρών στις ευρωατλαντικές δομές στερεί πλέον από το Κρεμλίνο τη δυνατότητα καθοριστικής παρέμβασης στο βαλκανικό γίγνεσθαι.
Μάνος Καραγιάννης
Επίκουρος Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας

Το διαβάσαμε εδώΤο αλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης