Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα - Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ - 25 Ὀκτωβρίου 2026

Λουκ. η΄ 27-39

27 Ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀ­­­νήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνε­διδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀ­νακράξας προσέπεσεν αὐ­­­τῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέο­μαί σου, μή με βασανί­σῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπά­κει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁ­­­λύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰη­σοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅ­­­τι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν­ εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄ­­ρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐ­­­κείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέ­τρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμό­νια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσ­ῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγο­νός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον­ τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ ­δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματι­σμέ­νον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰη­σοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅ­­­παν τὸ πλῆθος τῆς περιχώ­ρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελ­θεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ με­γάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖ­ον ὑπέ­στρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

  

ΕΡΜΗΝΕΙΑ Π. Ν. ΤΡΕΜΠΕΛΑ

27 Κι ὅταν βγῆκε στή στεριά, τόν συνάντησε κάποιος ἄνθρωπος πού καταγόταν ἀπό τήν πόλη, ὁ ὁποῖος εἶχε μέσα του δαιμόνια ἀπό πολλά χρόνια. Αὐ­τός δέν φοροῦσε πάνω του ροῦχα οὔτε ἔμενε σέ σπίτι, ἀλλά ζοῦσε μέσα στά μνήματα. 28 Ὅταν ὅμως εἶδε τόν Ἰησοῦ, ἀπό τό φόβο του ἔβγαλε μιά δυνατή κραυγή, ἔπεσε στά πόδια του καί μέ φωνή μεγάλη εἶπε: Ποιά σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σέ μένα καί σέ σένα καί τί ζητᾶς ἀπό μένα, Ἰησοῦ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; Σέ παρακαλῶ, μή μέ βασανίσεις καί μή μοῦ ἐπιβάλεις τήν τιμωρία νά κλειστῶ ἀπό τώρα μέσα στά σκοτάδια τοῦ Ἅδη. 29 Καί εἶπε τά λόγια αὐτά ὁ δαιμονισμένος, διότι ὁ Ἰη­σοῦς εἶχε διατάξει τό ἀκάθαρτο δαιμονικό πνεῦ­μα νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο. Διότι ἀπό πολλά χρόνια τόν εἶ­­χε κυριεύσει, καί τοῦ δη­μιουργοῦσε ἄγρια ἔξαψη. Γι’ αὐ­­τό τόν ἔδεναν μέ ἁλυσίδες καί μέ σιδερένια δεσμά στά πόδια, καί τόν φύλαγαν νά μήν κάνει κανένα κακό σέ κανέναν. Ἀλλά αὐτός ἔσπαζε τά δεσμά καί συρόταν βίαια ἀπό τόν δαίμονα στίς ἐρημιές. 30 Τόν ρώτησε τότε ὁ Ἰησοῦς: Ποιό εἶναι τό ὄνομά σου; Κι αὐτός τοῦ ἀπάντησε: Λεγεών, δηλαδή ταξιαρχία στρα­τιωτῶν. Καί εἶχε αὐτό τό ὄνομα, διότι εἶχαν μπεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο αὐτό ὄχι μόνο ἕνα ἀλλά πολλά δαι­­μόνια. 31 Καί τά δαιμόνια αὐτά μέ τό στόμα τοῦ δαιμονισμένου τόν παρακα­λοῦσαν νά μήν τά διατάξει νά πᾶνε στά τρίσβαθα τοῦ Ἅδη. 32 Στό μεταξύ ἐκεῖ κοντά ἦταν ἕνα κοπάδι ἀπό πολλούς χοί­ρους πού ἔβοσκαν στό βουνό. Καί τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσαν νά τούς ἐπιτρέψει νά μποῦν σ’ ἐκείνους τούς χοίρους. Καί ὁ Κύριος τούς τό ἐπέτρεψε, ἐπειδή αὐτοί πού ἔτρε­­­­­­φαν τούς χοίρους τό ἔκαναν αὐτό παραβαίνοντας τό Μω­­σαϊκό νόμο, ὁ ὁποῖος ἀπαγόρευε τό χοι­ρινό κρέας ὡς ἀκάθαρτο. Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος τιμώρησε τήν παρανο­μία τους αὐτή. 33 Κι ἀφοῦ βγῆκαν τά δαιμόνια ἀπ’ τόν ἄνθρωπο, μπῆκαν στούς χοίρους. Τότε τό κοπάδι ὅρμησε μέ ἀσυ­γκράτητη μανία πρός τό γκρεμό, κι ἔπεσε κάτω στή λίμνη καί πνίγηκε. 34 Μόλις εἶδαν αὐτό πού ἔγινε ἐκεῖνοι πού ἔβοσκαν τούς χοίρους, ἔφυγαν καί ἀνήγγειλαν τό συμβάν τῆς κα­­ταστροφῆς τῶν χοίρων στούς κατοίκους τῆς πόλεως καί σ’ ὅσους ἔμεναν ἔξω στήν ὕπαιθρο. 35 Τότε οἱ ἄνθρωποι βγῆκαν ἀπό τήν πόλη καί τά περίχωρα γιά νά δοῦν αὐτό πού ἔγινε, καί ἦλθαν στόν Ἰησοῦ. Καί πράγματι, βρῆκαν τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια νά κάθεται κοντά στά πόδια τοῦ Ἰησοῦ καί νά εἶναι ντυμένος καί σωφρονισμένος. Καί φοβήθηκαν. 36 Κι ὅσοι εἶχαν δεῖ τό περιστατικό τούς διηγήθηκαν πῶς ἔγινε καλά καί σώθηκε ὁ δαιμονισμένος. 37 Τότε ὅλο τό πλῆθος τῆς περιφέρειας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τόν Ἰησοῦ νά φύγει ἀπό κοντά τους, διότι κυριεύθηκαν ἀπό μεγάλο φόβο ὅταν εἶδαν τή δίκαιη τιμωρία πού ἐπιβλήθηκε σ’ ἐκείνους πού ἐξέ­τρε­φαν χοίρους παρά τήν ἀπαγόρευση τοῦ νόμου. Καί ὁ Ἰησοῦς μπῆκε στό πλοῖο καί ἐπέστρεψε στό μέρος ἀπό τό ὁποῖο εἶχε ἔλθει. 38 Ὁ ἄνθρωπος ὅμως ἀπό τόν ὁποῖο εἶχαν βγεῖ τά δαιμόνια τόν παρακαλοῦσε νά μένει μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τοῦ ἔδωσε τήν ἐντολή νά φύγει λέγοντας: 39 Γύρισε πίσω στό σπίτι σου καί νά διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος σέ ἀπάλλαξε ἀπό τά δαιμόνια. Κι ἐκεῖνος ἔφυγε καί διεκήρυττε σ’ ὅλη τήν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Ἰησοῦς.

 Το αλίευσα ΕΔΩ 

 

 Γαλ. β΄ 16-20

Ἀδελφοί, εἰδότες ὅτι οὐ δικαιοῦται ἄνθρωπος ἐξ ἔργων νόμου ἐὰν μὴ διὰ πίστεως ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καὶ ἡ­μεῖς εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν ἐπι­στεύ­σαμεν, ἵνα δικαιωθῶμεν ἐκ πίστεως Χριστοῦ καὶ οὐκ ἐξ ἔργων νόμου, διότι οὐ δικαιωθήσεται ἐξ ἔργων νόμου πᾶσα σάρξ. εἰ δὲ ζητοῦντες δικαιωθῆναι ἐν Χριστῷ εὑρέθημεν καὶ αὐτοὶ ἁμαρτωλοί, ἆρα Χριστὸς ἁμαρτίας διάκονος; μὴ γένοιτο. εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι. ἐγὼ γὰρ διὰ νόμου νόμῳ ἀπέθανον, ἵνα Θεῷ ζήσω. Χριστῷ συνεσταύρωμαι· ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός· ὃ δὲ νῦν ζῶ ἐν σαρκί, ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ.

ΣΚΕΨΕΙΣ – ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ – ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ

1. Ὁριστικὴ διαγραφὴ
Ἡ σημερινὴ ἀποστολικὴ περικοπὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἀναγινώσκεται ἀπὸ τὴν πρὸς Γαλάτας ἐπιστολή. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει στοὺς Χριστιανοὺς τῆς Γαλατίας γιὰ νὰ τοὺς συμβουλέψει, διότι εἶχαν ἐπηρεασθεῖ ἀπὸ ψευδεῖς διδασκαλίες καὶ θεωροῦσαν ὅτι γιὰ τὴ σωτηρία τους ἦταν ἀπαραίτητη ἡ τήρηση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐπισημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος δὲν σώζεται μὲ τὴν τήρηση τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου, ἀλλὰ μόνο μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό. «Εἰ γὰρ ἃ κατέλυσα ταῦτα πάλιν οἰκοδομῶ, παραβάτην ἐμαυτὸν συνίστημι», τονίζει. Ἂν ἐπανέρχομαι σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ προηγουμένως κατήργησα, ἀποδεικνύομαι παραβάτης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ὁ Ἀπόστολος ζητεῖ κάτι δύσκολο ἀπὸ τοὺς πιστούς· νὰ κάνουν μιὰ ὑπέρβαση. Νὰ γκρεμίσουν μέσα τους ἕναν κόσμο, τὸν κόσμο τῶν τυπικῶν διατάξεων τοῦ Νόμου καὶ νὰ τὸν ἀντικαταστήσουν μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό.
Μιὰ ἀντίστοιχη ὑπέρβαση ζητεῖ κι ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός. Νὰ γκρεμίσουμε ὁλοκληρωτικὰ μέσα μας τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. Νὰ μὴν ἐπανερχόμαστε σὲ ὅ,τι ἀφήσαμε πίσω μας, προκειμένου νὰ πλησιάσουμε τὸν Κύριο καὶ νὰ συνδεθοῦμε μαζί Του. Νὰ διαγράψουμε ὁριστικὰ τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθόν μας, τὴν παλαιὰ ζωή μας, τὴν ἐκτροπὴ σὲ συνήθειες καὶ πάθη ποὺ μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ εἴχαμε ξεπεράσει, τὴν ἀναστροφὴ μὲ πρόσωπα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἴχαμε κρατήσει ἀπόσταση γιὰ νὰ διαφυλάξουμε τὴν ἀκεραιότητα τῆς ψυχῆς μας. Ἂς προσέχουμε πολύ! Τὰ πάθη εἶναι φιλεπίστροφα. Ἀκόμη κι ἂν γιὰ κάποιον καιρὸ νιώθουμε ὅτι ἔχουν ἀτονίσει μέσα μας, εὔκολα μποροῦν νὰ ἐπανέλθουν καὶ ἐκ νέου νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν. Ἂν ἀναζητοῦμε, λοιπόν, τὴν παλαιὰ ζωή μας, ἀποδεικνυόμαστε τελικὰ παραβάτες τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ.
2. Ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος
Ὅμως, ὄχι. Δὲν εἶμαι παραβάτης, σημειώνει στὴ συνέχεια τῆς ἐπιστολῆς ὁ Ἀπόστολος. Ἔχω πεθάνει ὡς πρὸς τὸν παλαιὸ νόμο, γιὰ νὰ ζήσω γιὰ τὸν Θεό. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός». Δὲν ζῶ πλέον ἐγώ, ἀλλὰ ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός. Εἶναι συγκλονιστικὴ ἡ διατύπωση τοῦ θείου Παύλου. Θεωροῦσε νεκρὸ τὸν ἑαυτό του. Σὰν νὰ μὴ ζοῦσε ὁ ἴδιος. Μέσα του ζοῦσε ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος κυριαρχοῦσε στὶς πράξεις, στὰ λόγια, στὶς ἐπιθυμίες, στὰ συναισθήματα, στὶς σκέψεις του. Ἀγαποῦσε, συγχωροῦσε, συμπεριφερόταν ὅπως ὁ Χριστός. Ἡ ζωή του ἦταν μιὰ ἐπανάληψη τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σὲ κάθε Ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας. Μελετώντας τὰ συναξάρια τῶν Ἁγίων εἶναι σὰν νὰ διαβάζουμε τὸ Εὐαγγέλιο. Στὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων προεκ­τείνεται καὶ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Συναντοῦμε τὸν ἴδιο Θεό, τὶς ἴδιες θεῖες ἐνέργειες, τὶς ἴδιες θεῖες ἀλήθειες. «Κάθε Ἅγιος εἶναι ὁ Χριστὸς ἐπαναλαμβανόμενος» (Ἄνθρωπος καὶ Θεάνθρωπος, σελ. 99), γράφει ὁ ἅγιος Ἰουστίνος Πόποβιτς.
Αὐτὸ θὰ συμβεῖ καὶ σ᾿ ἐμᾶς, ἂν νεκρώσουμε τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό μας. Θὰ ζήσουμε τότε μιὰ ἄλλη ζωή, τὴ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὁ νοῦς, ἡ καρδιά, τὰ ἐλατήρια, οἱ διαθέσεις, ὅλα θὰ εὐωδιάζουν Χριστό. Θὰ φανερώνεται καὶ στὴ δική μας ζωὴ ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ. Θὰ ἐφαρμόζεται στὴν καθημερινότητά μας τὸ Εὐαγγέλιο. Θὰ γίνει ἡ ζωή μας μιὰ συνέχεια τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Διότι ὅταν ὁ Κύριος κατοικεῖ μέσα στὸν ἄνθρωπο, τόν μεταμορφώνει, τὸν ἐξαγιάζει, τὸν καθιστᾶ ἕνα μικρὸ Χριστὸ κατὰ Χάριν.
3. Ὁ δικός μου Θεὸς
Στὸ τέλος τῆς περικοπῆς ὁ θεόπνευστος Ἀπόστολος στρέφει τὸν λόγο του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία φανε­ρώθηκε κυρίως κατὰ τὴ σταυρική του θυσία. «Ἐν πίστει ζῶ τῇ τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀγαπήσαντός με καὶ παραδόντος ἑαυτὸν ὑπὲρ ἐμοῦ», ἐπισημαίνει. Δηλαδή, ζῶ ἐμπνεόμενος καὶ κυριαρχούμενος ἀπὸ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος μὲ ἀγάπησε καὶ παρέδωσε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ δική μου σωτηρία. Στὴ διατύπωση αὐτὴ τοῦ Ἀποστόλου φαίνεται ἡ προσωπικὴ σχέση ποὺ εἶχε μὲ τὸν Χριστό. Σὰν νὰ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ νὰ θυσιάσθηκε ὁ Κύριος μόνο γι᾿ αὐτόν, προσωπικὰ γιὰ τὸν Παῦλο. Αὐτὸ ἔνιωθε ὁ Ἀπόστολος.
Καὶ πράγματι, ἐνῶ ὁ Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάσθηκε γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ταυτόχρονα ἐπιτέλεσε τὸ σχέδιο τῆς θείας Οἰκονομίας γιὰ τὸν καθένα μας ξεχωριστά, μὲ προσωπικὴ ἀγάπη. «Ὅλα τὰ ὑπέστη γιὰ μένα, σὰν νὰ ἤμουν ὁ μοναδικὸς ἄνθρωπος στὴ γῆ», μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ ὁ καθένας μας. Διότι γιὰ τὸν Θεὸ δὲν εἴμαστε ἀδιάφοροι ἀριθμοὶ ἑνὸς πλήθους, ἀλλὰ πρόσωπα μοναδικὰ μὲ ἀξία ἀπροσμέτρητη. Τόση τιμὴ μᾶς ἀποδίδει ὁ Θεός! Ἡ ἀγάπη του δὲν περιγράφεται μὲ λόγια, οὔτε χωρεῖ στὴν ἀνθρώπινη λογική. Ὅταν τὴν ἀναλογίζεται κανείς, μόνο νὰ Τὸν εὐγνωμονεῖ μπορεῖ καὶ νὰ Τὸν δοξάζει μὲ τὰ λόγια καὶ τὴ θεάρεστη ζωή του.
 
 Το αλίευσα ΕΔΩ 

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2026

Γιατί αποβλήθηκαν από το σχολείο η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η Λόλα;

Βαγγέλης Μητράκος

Παλαιότερα, όταν τα πρωτάκια πήγαιναν στο σχολείο, τα καλοδέχονταν τέσσερα καλά παιδιά, αδελφάκια, η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η Λόλα, μέσα από τις σελίδες του παλαιού και πολυαγαπημένου Αλφαβηταρίου.

Τα τέσσερα αδέρφια, κατοικούσαν με τους γονείς και τη γιαγιά τους σ’ ένα απλό και όμορφο σπιτάκι με κεραμίδια, στην πόλη. Ήταν φρόνιμα και καλόκαρδα παιδιά, με ξάστερα χαμογελαστά πρόσωπα και λαμπερά μάτια, σέβονταν και αγαπούσαν τους γονείς, τη γιαγιά τους, τους δασκάλους τους και τους μεγαλυτέρους, διάβαζαν και φρόντιζαν να είναι καλοί μαθητές και καλά παιδιά στο σχολείο, κάθε Κυριακή και γιορτή πήγαιναν με τους γονείς τους στην εκκλησία, αγαπούσαν την Πατρίδα κι έπαιρναν μέρος με πολύ καμάρι στις σχολικές Εθνικές Γιορτές και στις παρελάσεις κρατώντας καμαρωτά τη Γαλανόλευκη.

Η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η μικρή Λόλα, νοιάζονταν το ένα το άλλο, ήταν πάντα δίπλα στους γονείς και τη γιαγιά τους, πρόθυμα να βοηθήσουν σε ό,τι μπορούσαν, αγαπούσαν και φρόντιζαν τα ζωάκια του σπιτιού, έπεφταν ενωρίς για ύπνο το βράδυ, αφού έκαναν πρώτα την προσευχή τους, φιλούσαν με σεβασμό το χέρι της γιαγιάς τους αλλά και του ιερέα όταν τον συναντούσαν στον δρόμο και είχαν πολλούς μικρούς αλλά και μεγάλους φίλους.

Τα μεσημέρια κάθονταν με όλη την οικογένειά τους στο τραπέζι για να γευματίσουν, έπαιζαν με τους φίλους τους πολλά παιχνίδια στην αυλή και στον δρόμο, και μέσα στην αίθουσα του σχολείου ήταν φρόνιμα, υπάκουα, σεβαστικά στους δασκάλους τους και πρόσεχαν στο μάθημα.

Ήταν πάντα καλοντυμένα και καθαρά, χαίρονταν όλες τις εποχές του χρόνου αλλά και κάθε στιγμή της ημέρας και η πιο μεγάλη χαρά τους ήταν να κάθονται τον χειμώνα κοντά στο τζάκι με τη γιαγιά τους και να ακούνε τα παραμύθια και τις ιστορίες που τους έλεγε. Στις σχολικές εκδρομές έπαιζαν, χόρευαν και τραγουδούσαν και μάζευαν αγριολούλουδα, πετούσαν τον χαρταετό τις αποκριές κι όταν έπαιρναν τον έλεγχό τους με το «άριστα», στο τέλος της σχολικής χρονιάς, έτρεχαν να τον δείξουν στους γονείς και στη γιαγιά τους για να χαρούν.

Το πρωί, η Άννα και ο Μίμης (η Έλλη και η Λόλα ήταν ακόμα μικρές) πλένονταν με νερό και σαπούνι για να πάνε καθαρά και χτενισμένα στο σχολείο, έπιναν το γάλα που τους είχε ετοιμάσει η μητέρα, έκαναν την προσευχή τους, φιλούσαν τους γονείς και τη γιαγιά κι έφευγαν χαρούμενοι για το σχολείο τους.

Ήταν τόσο καλά παιδιά, με τόσο μεγάλη καρδιά και νου ανοιχτό, ώστε κάθε άνοιξη καλωσόριζαν με ενθουσιασμό τα χελιδόνια και τα παρακολουθούσαν με αγάπη να φτιάχνουν τις φωλιές τους. Τη Λαμπρή πήγαιναν με τους γονείς τους στην Ανάσταση κρατώντας τις στολισμένες λευκές λαμπάδες τους. Με το «Χριστός Ανέστη» έδιναν με τους γονείς τους το φιλί της Αγάπης κι όταν επέστρεφαν στο σπίτι, φιλούσαν το χέρι της γιαγιάς, της εύχονταν «Χριστός Ανέστη» και της έδιναν την αναμμένη λαμπάδα με το Άγιο Φως, για ν’ ανάψει, με τα τρεμάμενα χέρια της, το καντήλι στο εικονοστάσι.

Όταν καλοκαίριαζε, πήγαιναν οικογενειακώς στη θάλασσα. Έπαιζαν στο ακροθαλάσσι, δροσίζονταν στα γαλανά νερά και το μεσημεράκι έστρωναν ένα λευκό τραπεζομάντηλο κάτω από έναν πεύκο κι έτρωγαν με όρεξη τα κεφτεδάκια και τα βραστά αυγά που είχε ετοιμάσει η μητέρα, το τυρί, το ψωμί και τα φρούτα. Ύστερα τραγουδούσαν, έλεγαν ποιήματα και αστεία.

Με τη δασκάλα τους πήγαιναν περίπατους στα χωράφια, έβλεπαν τα κίτρινα στάχυα του σιταριού και μάθαιναν από την κυρία τους πώς γίνεται το ψωμί. Τα καλά παιδιά καλωσόριζαν το πρωί τον ζωοδότη ήλιο και το βράδυ καλησπέριζαν το φεγγάρι, ακούγοντας από το ανοιχτό παράθυρο το τραγούδι του γκιώνη.

Πού και πού πήγαιναν να επισκεφτούν το θείο και τη θεία τους, που ήταν σε ένα κτήμα έξω από την πόλη. Εκεί έβλεπαν τα ξαδέρφια τους, τον Ρήγα και τη Χρυσούλα κι εκείνα τους πήγαιναν στον στάβλο για να δουν και να χαϊδέψουν το άλογο, τον Ντορή. Ύστερα, έφταναν στο κοτέτσι για να ρίξουν σπόρους στις κοτούλες και στον μεγάλο κόκορα. Πάντα κατέληγαν στην αγελάδα που έβοσκε στο λιβάδι, για να την αρμέξει η θεία τους και να πιουν στο σπίτι το φρέσκο και καλό γάλα. Τα βράδια η καλή τους θεία, μετά το βραδινό φαγητό, τους έλεγε παραμύθια και πιο πολύ τους άρεσε εκείνο με τον κόκορα και τον φίλο του τον σκύλο, που όταν νύχτωσαν στο δάσος κοιμήθηκαν, ο κόκορας ψηλά στα κλαδιά ενός δέντρου και ο σκύλος χαμηλά στην κουφάλα του. Το πρωί λάλησε ο κόκορας, τον άκουσε μια αλεπού, πήγε κάτω από το δέντρο και προσκάλεσε τον κόκορα να πάει στη φωλιά της, για να τον περιποιηθεί. Ο κόκορας προφασίστηκε πως θέλει να ρωτήσει τον φίλο του που κοιμόταν στην κουφάλα, η αλεπού νόμισε πως ήταν εκεί και δεύτερος κόκορας, πλησίασε και τότε πετάχτηκε ο σκύλος και την έβαλε στο κυνήγι.

Όταν ερχόταν η στιγμή να φύγουν από το κτήμα του θείου τους ήταν όλοι στενοχωρημένοι. Αγκαλιάζονταν, ανανέωναν την υπόσχεση πως θα ξαναπάνε κι έφευγαν κρατώντας στο χέρι τους το καλάθι, με δώρα από το περιβόλι.

Όταν έφτανε ο καιρός των σχολικών εξετάσεων, η Άννα κι ο Μίμης, ετοιμάζονταν μαζί με όλα τα άλλα παιδιά για τη σχολική γιορτή: Άλλα θα έλεγαν ποιήματα, άλλα θα τραγουδούσαν και άλλα θα έκαναν έκθεση με ζωγραφιές.

Κι όμως, αυτά τα τέσσερα αξιολάτρευτα αδελφάκια (η Άννα, ο Μίμης, η Έλλη και η Λόλα) του παλαιού Αλφαβηταρίου των Ι.Κ. Γιαννέλη και Γ. Σακκά (1955), θεωρήθηκε πως έδιναν αναχρονιστικά, συντηρητικά, οπισθοδρομικά, αντιδραστικά κλπ πρότυπα στα Ελληνόπουλα και αποβλήθηκαν δια παντός από το Ελληνικό Σχολείο, στα 1974, όταν καταργήθηκε το Αλφαβητάριο αυτό, το οποίο λατρεύτηκε από γενιές και γενιές Ελλήνων και που ακόμα το γυρεύουν και το αγοράζουν οι νοσταλγοί και το κρατούν ζωντανό στο νου και την καρδιά τους.

Τα πρότυπα που έδωσαν στα Ελληνόπουλα οι εκπαιδευτικές «μεταρρυθμίσεις» (αντιμεταρρυθμίσεις πες καλύτερα) από το 1974 έως ΚΑΙ σήμερα, στη θέση της Άννας, του Μίμη, της Έλλης και της Λόλας, φαίνονται ξεκάθαρα από την εικόνα της σημερινής κοινωνίας και δη των νέων και δεν χρειάζονται περαιτέρω σχολιασμό.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Το πρώτο ελληνικό αυτοκίνητο. Η κατασκευή του Keraboss Super K ξεκίνησε το 2008. Χρειάστηκαν 14 χρόνια για να πάρουν την έγκριση.

 14 χρόνια για να πάρει ένα αυτοκίνητο έγκριση. Και δεν τα παράτησαν ποτέ.

Από το 1975 ο Παύλος Κεραμπός σχεδιάζει και κατασκευάζει αυτοκίνητα. Μαζί με τη Στέλλα έφτιαξαν το πρώτο ελληνικό επιβατικό αυτοκίνητο.
Η κατασκευή του Keraboss Super K ξεκίνησε το 2008. Χρειάστηκαν 14 χρόνια αγώνα, υπομονής και επιμονής για να πάρουν την έγκριση. Τον Ιούνιο του 2022 κυκλοφόρησαν επίσημα τα πρώτα οχήματα.
Ένας από τους στόχους τους ήταν να αποδείξουν ότι η Ελλάδα μπορεί να κατασκευάζει το δικό της αυτοκίνητο.
 
 
 
 Το 2008 ο Παῦλος και η Στέλλα Κεραμπός, δημιούργησαν και κατασκεύασαν γιά παραγωγή το πρῶτο Ἑλληνικό Αὐτοκίνητο “KERABOSS SUPER K”. Το 2022 μετά ἀπό 14 χρόνια τιτάνιου γραφειοκρατικοῦ ἀγῶνα το “KERABOSS SUPER K” αποτελεί το πρῶτο Ἑλληνικό αὐτοκίνητο ποῦ πῆρε ἔγκριση καί κυκλοφορεῖ ἐπισήμως στούς δρόμους. Γιά πληροφορίες σχετικά με το KERABOSS ἐπισκεφθεῖτε το www.keraboss.com. 
 
 

Συντομη παρουσιαση του NEWSAUTO για το #KerabossSuperK της #KerabossCarsManufacturing που ειναι το πρώτο ελληνικό αυτοκίνητο πιστοποιημενο και εγκεκριμενο στην Ελλάδα. Πρόκειται για οχήματα ιδιαιτερης κατασκευής , χειροποίητα , μικρής σειράς παραγωγής. Για επιπλέον πληροφορίες, φωτογραφίες, video μπείτε στο : www.keraboss.com 

 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2026

Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς - Τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ - 18 Ὀκτωβρίου 2026

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ  ι΄ 16-21

16 Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με. 17 Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου. 18 Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα. 19 ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ. 20 πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς. 21 Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

Ἑρμηνεία Π.Ν. Τρεμπέλα

16 Διότι ὅποιος ἀκούει ἐσᾶς καί ὑπακούει σέ σᾶς, ἀκούει ἐμένα καί ὑπακούει σέ μένα. Κι ὅποιος παρακούει ἐσᾶς, παρακούει ἐμένα. Κι ἐκεῖνος πού παρακούει ἐμένα, παρακούει τόν Θεό, πού μέ ἔστειλε στόν κόσμο. Κάθε λοιπόν παρακοή καί περιφρόνηση πού θά δείξουν οἱ ἄνθρωποι σέ σᾶς εἶναι σάν νά τήν δείχνουν στόν ἴδιο τόν ἐπουράνιο Θεό.

17 Ἐπέστρεψαν ἀπό τήν περιοδεία τους οἱ ἑβδομήντα μαθητές μέ χαρά κι ἔλεγαν: Κύριε, ἀκόμη καί τά δαιμόνια ὑποτάσσονται σέ μᾶς μέ τήν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός σου.

18 Τούς εἶπε τότε: Ἀπό τότε πού ἄρχισα τό ἔργο μου, ἀλλά κι ὅταν σᾶς ἔστειλα σέ περιοδεία, καί τώρα πού ἤλθατε καί μοῦ ἀναγγέλλετε τίς ἐκδιώξεις αὐτές τῶν δαιμόνων, ἔβλεπα τόν σατανά νά χάνει τήν ἐξουσία του καί τή δύναμή του· τόν ἔβλεπα νά πέφτει συντριμμένος κάτω ἀπό τό ὕψος τῆς ἐξουσίας του καί ἀπό τίς ἀνώτερες σφαῖρες τοῦ ἐναέριου κόσμου, ἀπ’ ὅπου ἀσκοῦσε τήν κυριαρχία του. Καί νά πέφτει τόσο ἀπότομα καί φανερά καί μέ τόσο πάταγο, ὅπως πέφτει ἡ ἀστραπή.

19 Ἰδού, ἐγώ σᾶς δίνω τώρα ἐξουσία ἐναντίον τοῦ σατανᾶ πολύ μεγαλύτερη ἀπ’ ὅση σᾶς ἔδωσα ὅταν σᾶς ἔστειλα νά κηρύξετε. Σᾶς δίνω ἐξουσία νά νικᾶτε καί νά ποδοπατᾶτε ὅλα τά ὄργανα τοῦ σατανᾶ, πού σάν φίδια καί σκορπιοί ἐπιβουλεύονται καί χύνουν τό δηλητήριό τους ὕπουλα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, γιά νά τίς νεκρώσουν. Σᾶς δίνω ἐξουσία νά κατανικᾶτε ὅλη τή δύναμη πού διαθέτει ὁ ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ σατανάς. Κι ἔτσι κανένα μέσο νά μήν τελεσφορεῖ ἀπ’ ὅσα θά χρησιμοποιεῖ γιά νά παρεμποδίσει τό ἔργο σας. Κι ἀπ’ ὅσα μηχανεύεται ἐναντίον σας, τίποτε δέν θά σᾶς βλάψει.

20 Ἀλλ’ ὅμως ὅλη σας ἡ χαρά ἄς μήν περιορίζεται σ’ αὐτό καί μή χαίρεστε τόσο γιά τό ὅτι τά πονηρά πνεύματα ὑποτάσσονται σέ σᾶς. Δέν εἶναι αὐτό δικό σας κατόρθωμα· εἶναι χάρισμα πού ἐγώ σᾶς ἔδωσα, καί προσέξτε νά μήν κυριευθεῖτε ἀπό οἴηση καί ἀλαζονεία γιά τό χάρισμα αὐτό. Νά χαίρεστε ὅμως περισσότερο διότι τά ὀνόματά σας λόγῳ τῆς πίστεώς σας γράφτηκαν στούς οὐρανούς. Ἐκεῖ εἶστε πολιτογραφημένοι ἔχοντας ὅλα τά δικαιώματα τῆς ἀπολαύσεως τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐπουράνιας κοινωνίας καί βασιλείας.

21 Τήν ὥρα αὐτή ὁ Ἰησοῦς ἔνιωσε πολύ μεγάλη χαρά στά βάθη τῆς ψυχῆς του καί εἶπε: Σ’ εὐχαριστῶ, Πάτερ, Κύριε καί ἐξουσιαστή καί κυβερνήτη πάνσοφε καί δίκαιε τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς. Σ’ εὐχαριστῶ, διότι ἐνεργώντας μέ πανσοφία καί μέ δικαιοσύνη ἀπέκρυψες τίς μυστηριώδεις καί οὐράνιες αὐτές ἀλήθειες ἀπό τούς ἀνθρώπους πού νομίζουν ὅτι εἶναι σοφοί καί συνετοί, καί φανέρωσες τά σωτηριώδη αὐτά μυστήρια σέ ἀνθρώπους ἁπλούς, ἄδολους καί ταπεινούς. Ναί, σ’ εὐχαριστῶ, Πάτερ, διότι αὐτό σοῦ ἄρεσε καί τέτοια ὑπῆρξε ἡ ἀγαθή καί δίκαιη θέλησή σου.

 Τό ἁλίευσα ΕΔΩ 

  

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα

 
ΠΡΟΣ ΚΟΛΟΣΣΑΕΙΣ δ΄ 5-11,14-18
 

5 Νὰ συμπεριφέρεσθε μὲ φρόνησιν πρὸς τοὺς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους, ἐπωφελούμενοι τὰς εὐκαιρίας ποὺ παρουσιάζονται διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀγαθοῦ. 6 Ὁ λόγος σας ἂς εἶναι πάντοτε χαριτωμένος, ἀρτυμένος μὲ τὸ ἁλάτι τῆς φρονήσεως, ὥστε να εἶναι μὲν εὐχάριστος, ἀλλ’ ὄχι καὶ βρωμερός· να ξεύρετε, πῶς πρέπει σεῖς νὰ ἀποκρίνεσθε εἰς τὸν καθένα. 7 Τὰς περὶ ἑμοῦ εἰδήσεις θὰ σᾶς τὰς γνωστοποίησῃ ὅλας ὁ Τυχικός, ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλός μου ἐν Κυρίῳ, 8 τὸν ὁποῖον σᾶς τὸν ἀπέστειλα ἀκριβῶς δι’ αὐτό, διὰ νὰ μάθῃ πῶς εἶσθε καὶ νὰ παρηγορήσῃ τὰς καρδίας σας. 9 Σᾶς τὸν ἔστειλα μαζὶ μὲ τὸν Ὀνήσιμον, τὸν πιστὸν καὶ ἀγαπητὸν ἀδελφόν, ὁ ὁποῖος εἶναι συμπολίτης σας, ἀπὸ τὰς Κολασσὰς καὶ αὐτός. Αὐτοὶ θὰ σᾶς γνωστοποιήσουν ὅλα τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα. 10 Σᾶς ἀσπάζεται ὁ Ἀρίσταρχος, ποὺ μὲ συντροφεύει καὶ μὲ ὑπηρετεῖ καὶ ἔγινεν ἔτσι αἰχμάλωτος μαζί μου εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλάβατε παραγγελίας, ἐὰν ἔλθῃ πρὸς σᾶς, φιλοξενήσατέ τον. 11 Σᾶς ἀσπάζεται καὶ ὀ Ἰησοῦς, ποὺ λέγεται καὶ Ἰοῦστος. Εἶναι καὶ οἱ τρεῖς Χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς περιτμημένους. Καὶ αὐτοὶ μόνοι ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων εἶναι ἐδῶ συνεργάται μου διὰ τὴν διάδοσιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι μου ἔγιναν παρηγορία.

14 Σᾶς ἀσπάζεται ὀ Λουκᾶς ὀ ἰατρὸς ὀ ἀγαπητὸς καὶ ὀ Δημᾶς. 15 Ἀσπασθῆτε ἐκ μέρους μου τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ τὸν Νυμφᾶν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τῶν πιστῶν, ποὺ συνέρχονται εἰς τὸ σπίτι του. 16 Καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ μεταξύ σας ἡ ἐπιστολή μου αὐτή, φροντίσατε νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Λαοδικέων. Καὶ τὴν ἐπιστολήν, ποὺ θὰ σᾶς στείλουν ἀπὸ τὴν Λαοδικείαν, φροντίσατε νὰ τὴν ἀναγνώσετε καὶ σεῖς. 17 Καὶ εἴπατε εἰς τὸν Ἀρχιππον· Πρόσεχε τὴν διακονίαν, ποὺ παρέλαβες μὲ θέλημα τοῦ Κυρίου, νὰ τὴν ἐκπληρώνῃς τέλεια. 18 Ὁ ἀσπασμὸς ἐγράφη μὲ τὸ ἰδικόν μου χέρι τοῦ Παύλου. Ἐνθυμεῖσθε τὰ δεσμά μου. Εἴθε ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας νὰ εἶναι μαζί σας. Ἀμήν. 

 

 Ἑρμηνεία Π.Ν. Τρεμπέλα

 5 Νὰ συμπεριφέρεσθε μὲ φρόνησιν πρὸς τοὺς ἔξω τῆς Ἐκκλησίας ἀνθρώπους, ἐπωφελούμενοι τὰς εὐκαιρίας ποὺ παρουσιάζονται διὰ τὴν ἐργασίαν τοῦ ἀγαθοῦ. 6 Ὁ λόγος σας ἂς εἶναι πάντοτε χαριτωμένος, ἀρτυμένος μὲ τὸ ἁλάτι τῆς φρονήσεως, ὥστε να εἶναι μὲν εὐχάριστος, ἀλλ’ ὄχι καὶ βρωμερός· να ξεύρετε, πῶς πρέπει σεῖς νὰ ἀποκρίνεσθε εἰς τὸν καθένα. 7 Τὰς περὶ ἑμοῦ εἰδήσεις θὰ σᾶς τὰς γνωστοποίησῃ ὅλας ὁ Τυχικός, ὁ ἀγαπητὸς ἀδελφὸς καὶ πιστὸς διάκονος καὶ σύνδουλός μου ἐν Κυρίῳ, 8 τὸν ὁποῖον σᾶς τὸν ἀπέστειλα ἀκριβῶς δι’ αὐτό, διὰ νὰ μάθῃ πῶς εἶσθε καὶ νὰ παρηγορήσῃ τὰς καρδίας σας. 9 Σᾶς τὸν ἔστειλα μαζὶ μὲ τὸν Ὀνήσιμον, τὸν πιστὸν καὶ ἀγαπητὸν ἀδελφόν, ὁ ὁποῖος εἶναι συμπολίτης σας, ἀπὸ τὰς Κολασσὰς καὶ αὐτός. Αὐτοὶ θὰ σᾶς γνωστοποιήσουν ὅλα τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα. 10 Σᾶς ἀσπάζεται ὁ Ἀρίσταρχος, ποὺ μὲ συντροφεύει καὶ μὲ ὑπηρετεῖ καὶ ἔγινεν ἔτσι αἰχμάλωτος μαζί μου εἰς τὴν φυλακήν, καὶ ὁ Μᾶρκος, ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βαρνάβα, διὰ τὸν ὁποῖον ἐλάβατε παραγγελίας, ἐὰν ἔλθῃ πρὸς σᾶς, φιλοξενήσατέ τον. 11 Σᾶς ἀσπάζεται καὶ ὀ Ἰησοῦς, ποὺ λέγεται καὶ Ἰοῦστος. Εἶναι καὶ οἱ τρεῖς Χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς περιτμημένους. Καὶ αὐτοὶ μόνοι ἀπὸ τοὺς ἐξ Ἰουδαίων εἶναι ἐδῶ συνεργάται μου διὰ τὴν διάδοσιν τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι μου ἔγιναν παρηγορία.


14 Σᾶς ἀσπάζεται ὀ Λουκᾶς ὀ ἰατρὸς ὀ ἀγαπητὸς καὶ ὀ Δημᾶς. 15 Ἀσπασθῆτε ἐκ μέρους μου τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφοὺς καὶ τὸν Νυμφᾶν καὶ τὴν ἐκκλησίαν τῶν πιστῶν, ποὺ συνέρχονται εἰς τὸ σπίτι του. 16 Καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ μεταξύ σας ἡ ἐπιστολή μου αὐτή, φροντίσατε νὰ ἀναγνωσθῇ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῶν Λαοδικέων. Καὶ τὴν ἐπιστολήν, ποὺ θὰ σᾶς στείλουν ἀπὸ τὴν Λαοδικείαν, φροντίσατε νὰ τὴν ἀναγνώσετε καὶ σεῖς. 17 Καὶ εἴπατε εἰς τὸν Ἀρχιππον· Πρόσεχε τὴν διακονίαν, ποὺ παρέλαβες μὲ θέλημα τοῦ Κυρίου, νὰ τὴν ἐκπληρώνῃς τέλεια. 18 Ὁ ἀσπασμὸς ἐγράφη μὲ τὸ ἰδικόν μου χέρι τοῦ Παύλου. Ἐνθυμεῖσθε τὰ δεσμά μου. Εἴθε ἡ χάρις τοῦ Κυρίου μας νὰ εἶναι μαζί σας. Ἀμήν.

Τό ἁλίευσα ΕΔΩ  

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2026

Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα - Κυριακὴ Δ΄ Λουκᾶ - 11 Ὀκτωβρίου 2026

 

 Εὐαγγέλιο

ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ η´ 5 – 15

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

5 Ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·

5 Ἐβγῆκεν αὐτός, ποὺ σπέρνει ἔξω εἰς τὸ χωράφι, διὰ νὰ σπείρῃ τὸν σπόρον του. Καὶ καθὼς αὐτὸς ἔσπερνεν, ἄλλο μὲν μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε κοντὰ εἰς τὸν δρόμον τοῦ χωραφιοῦ καὶ κατεπατήθη ἀπὸ τοὺς διαβάτας, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ τὸ κατέφαγαν.

6 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·

6 Καὶ ἄλλο μέρος ἔπεσεν ἐπάνω εἰς τὴν πέτραν, καὶ ἀφοῦ ἐφύτρωσεν, ἐξηράνθη, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ὑγρασίαν.

7 καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό.

7 Καὶ ἄλλο μέρος ἔπεσε μέσα εἰς ἔδαφος γεμᾶτον ἀπὸ σπόρους ἀγκαθιῶν. Καὶ ἐβλάστησαν μαζὶ τὰ ἀγκάθια καὶ τὸ ἔπνιξαν τελείως.

8 καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

8 Καὶ ἄλλο μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε μέσα εἰς τὴν γῆν τὴν μαλακὴν καὶ εὔφορον καὶ ὅταν ἐφύτρωσεν, ἔκαμε καρπὸν ἑκατὸν φορὰς περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ὁ σπόρος. Ἐνῷ δὲ ἔλεγεν αὐτά, διὰ νὰ δώσῃ μεγαλύτερον τόνον εἰς τοὺς λόγους του καὶ διεγείρῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἀκροατῶν του, ἐφώναζε δυνατά· Αὐτὸς ποὺ ἔχει αἰτιὰ πνευματικὰ καὶ ἐνδιαφέρον πνευματικὸν διὰ νὰ ἀκούῃ καὶ ἐγκολπώνεται αὐτὰ ποὺ λέγω, ἂς ἀκούῃ.

9 Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;

9 Τὸν ἐρωτοῦσαν δὲ οἱ μαθηταί του καὶ ἔλεγαν· Ποία εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ἡ σημασία αὐτῆς τῆς παραβολῆς;

10 ὁ δὲ εἶπεν· Ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.

10 Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Εἰς σᾶς, ποὺ ἔχετε ἐνδιαφέρον καὶ καλὴν διάθεσιν, ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν ὡς χάρις νὰ μάθετε τὰς μυστηριώδεις ἀληθείας τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, εἰς τοὺς ἄλλους ὅμως ὁμιλῶ μὲ παραβολάς. Αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἐνδιαφέρον διὰ νὰ γνωρίσουν καὶ νὰ δεχθοῦν τὰς πνευματικὰς ἀληθείας. Καὶ ὁ νοῦς των εἶναι παχυλὸς καὶ ἀνίκανος διὰ πνευματικὴν διδασκαλίαν. Δι’ αὐτὸ διδάσκω μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ ἴδουν βαθύτερον καὶ καθαρώτερον, ἐνῷ βλέπουν μὲ τοὺς ὀφθαλμοῦς τοῦ σώματος, διὰ νὰ μὴ ἠμποροῦν νὰ καταλάβουν, ἐνῷ ἄκουουν τὴν διδασκαλίαν, ποὺ τοὺς ἐξηγεῖ τὰ μυστήρια. Καὶ πράττω τοῦτο ὄχι μόνον κατὰ λόγον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀγαθότητος, ἵνα μὴ οὔτοι διὰ τῆς περιφρονήσεως τῆς ἀληθείας ἐπιβαρύνουν τὴν θέσιν των καὶ σκληρυνθοῦν περισσότερον.

11 Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ·

11 Εἶναι δὲ ἡ ἔννοια τῆς παραβολῆς αὐτή. Ὁ σπόρος σημαίνει τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.

12 οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.

12 Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ὁμοιάζουν πρὸς τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον εἶναι πλησίον εἰς τὸν δρόμον, εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἤκουσαν ἁπλῶς καὶ μόνον τὸν λόγον. Ἔπειτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ ἀφαιρεῖ τὸν λόγον ἀπὸ τὰς καρδίας των, διὰ νὰ μὴ πιστεύσουν εἰς τὸν λόγον καὶ σωθοῦν.

13 οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.

13 Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἐδέχθησαν τὸν σπόρον, ὁ ὁποῖος ἔπεσεν ἐπὶ τῆς πέτρας, εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἀκούσουν, δέχονται μὲ χαρὰν καὶ ἐνθουσιασμὸν τὸν λόγον. Δὲν ἔχει ὅμως εἰς αὐτοὺς ρίζαν βαθεῖαν ὁ λόγος, ὥστε νὰ στερεώσῃ μέσα τους. Ὡς ἐκ τούτου αὐτοὶ δι’ ὀλίγον χρόνον πιστεύουν καὶ ὅταν ἔλθῃ καιρὸς πειρασμοῦ ἢ διωγμοῦ ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν πίστιν.

14 τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι.

14 Τὸ δὲ μέρος τοῦ σπόρου, ποὺ ἔπεσεν εἰς τὰ ἀγκάθια, σημαίνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤκουσαν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ ἀρχίζουν μὲ καποίαν προθυμίαν νὰ βαδίζουν εἰς τὸν δρόμον τῆς πίστεως. Πνίγονται ὅμως ἀπὸ τὰς ἀγωνιώδεις φροντίδας πρὸς ἀπόκτησιν πλοῦτου, καὶ ἀπὸ τὰς ἀπολαύσεις βίου σαρκικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ ἀποκτηθέντα πλούτη διευκολύνουν, καὶ ἔτσι δὲν προκόπτουν, οὔτε βγάζουν πέρα μέχρι τέλους τὸν καρπόν.

15 τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.

15 Τὸ δὲ μέρος τοῦ σπόρου, ποὺ ἔπεσεν εἰς τὴν εὔφορον γῆν, σημαίνει τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ καρδίαν καλοπροαίρετον, εὐθεῖαν καὶ ἀγαθὴν ἤκουσαν καὶ κατενόησαν τὸν λόγον καὶ τὸν κρατοῦν σφικτὰ μέσα των, καὶ καρποφοροῦν τὰς ἀρετὰς δεικνύοντες ὑπομονὴν καὶ καρτερίαν εἰς τὰς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμοὺς καὶ εἰς ὅλα τὰ προσκόμματα, ποὺ συναντοῦν εἰς τὴν ἄσκησιν τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

  

  

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ γ´ 8 – 15

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

8 Πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις·

8 Τὸ ὅτι δὲ ἐδικαιώθημεν καὶ ἀνεγεννήθημεν καὶ θὰ κληρονομήσωμεν τὴν αἰώνιον ζωήν, εἶναι λόγος καὶ ἀλήθεια ἀξιόπιστος. Καὶ περὶ αὐτῶν θέλω νὰ ὁμιλῇς μὲ βεβαιότητα καὶ μὲ κῦρος, διὰ νὰ φροντίζουν αὐτοί, ποὺ ἔχουν πιστεύσει εἰς τὸν Θεόν, νὰ πρωτοστατοῦν ἀκούραστα εἰς ἔργα καλά. Αὐτὰ δέ, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, εἶναι τὰ ἔργα τὰ καλὰ καὶ τὰ ὠφέλιμα εἰς τοὺς ἀνθρώπους.

9 μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιίστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι.

9 Ἀπόφευγε δὲ τὰς ἀνοήτους συζητήσεις καὶ τὰς γενεαλογίας περὶ τῶν μυθικῶν θεῶν ἡ τῶν εὐγενῶν προγόνων, καθὼς καὶ τὰς φιλονεικίας καὶ διαμάχας περὶ τοῦ Ἰουδαϊκοῦ νόμου, διότι δὲν φέρουν καμμίαν ὠφέλειαν καὶ εἶναι μάταιαι.

10 αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ,

10 Αἱρετικὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἐπιμένει νὰ δημιουργῇ σκάνδαλα καὶ διαιρέσεις εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μολονότι τὸν συνεβούλευσες διὰ πρώτην καὶ δευτέραν φοράν, παράτησέ τον καὶ ἀπόφευγέ τον.

11 εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος.

11 Γνώριζε, ὅτι ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει διαστραφῆ καὶ ἁμαρτάνει καὶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν του αὐτὴν ἐλέγχεται καὶ κατακρίνεται ἀπὸ τὴν συνείδησίν του καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτόν του.

12 Ὅταν πέμψω Ἀρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι.

12 Ὅταν σοῦ στείλω τὸν Ἀρτεμᾶν ἢ τὸν Τυχικόν, φρόντισε γρήγορα νὰ ἔλθῃς εἰς τὴν Νικόπολιν, διότι ἐκεῖ ἀπεφάσισα νὰ περάσω τὸν χειμῶνα.

13 Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ Ἀπολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ.

13 Τὸν Ζηνᾶν τὸν νομοδιδάσκαλον καὶ τὸν Ἀπολλὼ κατευόδωσέ τους μὲ ἐπιμελῆ προετοιμασίαν, διὰ νὰ μὴ τοὺς λείπῃ τίποτε εἰς τὸ ταξίδιόν των.

14 μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι.

14 Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ τῆς προετοιμασίας αὐτῆς ἂς παίρνουν μάθημα καὶ οἱ ἰδικοί μας νὰ πρωτοστατοῦν καὶ νὰ ἐργάζωνται καλὰ ἔργα καὶ νὰ συντρέχουν τοὺς ἀδελφοὺς εἰς τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας των, διὰ νὰ μὴ στεροῦνται πνευματικῶν καρπῶν.

15 Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ’ ἐμοῦ πάντες. ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. Ἡ χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· ἀμήν.

15 Σὲ χαιρετοῦν ἐγκαρδίως ὅλοι ὅσοι εἶναι μαζί μου. Χαιρέτησε ὅσους μᾶς ἀγαποῦν ἕνεκα τῆς κοινῆς πίστεως ποὺ ἔχουν μὲ ἡμᾶς. Ἡ χάρις νὰ εἶναι μὲ ὅλους σας. Ἀμήν.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

 

 


Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ΑΙΓΑΙΟ ΠΕΛΑΓΟΣ (ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ - ΜΠΑΝΤΑ )

 

Το αλίευσα ΕΔΩ

Ο Λόγος του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα

 Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838...

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Πίνακας του Θεόφιλου)
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης (Πίνακας του Θεόφιλου)

Αποτελεί την πνευματική παρακαταθήκη του Γέρου του Μωριά προς τη νέα γενιά. Εκφωνήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα και πρωτοδημοσιεύτηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην αθηναϊκή εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

Στις 7 Οκτωβρίου 1838 ο γηραιός στρατηγός και εν ενεργεία Σύμβουλος Επικρατείας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επισκέφθηκε το Βασιλικό Γυμνάσιο της Αθήνας (νυν 1ο Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο Αθήνας) για να παρακολουθήσει τη διδασκαλία του γυμνασιάρχη Γεωργίου Γενναδίου (1784-1854) για τον Θουκυδίδη. Τόσο εντυπωσιάστηκε από την «παράδοσιν του πεπαιδευμένου γυμνασιάρχου και από την θέαν τοσούτων μαθητών», ώστε εξέφρασε την επιθυμία να μιλήσει και ο ίδιος προς τους μαθητές. Την πρότασή του απεδέχθη ο Γεννάδιος και λόγω της στενότητας του χώρου και του πλήθους των μαθητών η ομιλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη ορίσθηκε για τις 10 το πρωί της 8ης Οκτωβρίου 1838 στην Πνύκα.

Το γεγονός μαθεύτηκε στη μικρά τότε Αθήνα και εκτός από τους μαθητές, πλήθος ανθρώπων «διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων» συνέρρευσε στην Πνύκα το πρωί της 8ης Οκτωβρίου για να ακούσει τον ηγέτη της Επανάστασης του '21. Ξαφνικά, στον χώρο της ομιλίας εμφανίσθηκε «σμήνος χωροφυλακής», αποφασισμένο να διαλύσει τη συγκέντρωση, επειδή προφανώς, ως βασιλικότερο του βασιλέως Όθωνα, τη θεώρησε αντικαθεστωτική. Όμως, μετά τη διαβεβαίωση του γυμνασιάρχη και των καθηγητών για το «αθώο της πράξεως», οι χωροφύλακες αποχώρησαν και η ομιλία έγινε κανονικά. Άλλωστε, ο Κολοκοτρώνης δεν αποτελούσε κίνδυνο για τη δυναστεία, αφού τα είχε βρει με τον Όθωνα και κατείχε μάλιστα το αξίωμα του Συμβούλου της Επικρατείας, δηλαδή του πολιτικού συμβούλου του βασιλιά. (Το Συμβούλιο της Επικρατείας εκείνης της εποχής, που ήταν πολιτικό σώμα, δεν πρέπει να συγχέεται με το σημερινό Συμβούλιο της Επικρατείας, που είναι δικαστικός σχηματισμός.)

Η Ομιλία

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ισως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

© SanSimera.gr

Το αλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης