Πώς ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών νομιμοποίησε — έστω και προσωρινά — την παιδική κακοποίηση
Γράφει ο Νικόδημος Καλλιντέρης, Νομικός
Στα τέλη Φεβρουαρίου του 2026, η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών (“UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women”) δημοσίευσε μια από τις συνήθεις αξιολογήσεις της κατάστασης των δικαιωμάτων των γυναικών στην Ολλανδία.
Στην πρώτη εκδοχή του δημοσιευμένου κειμένου περιέχονταν μια φράση που προκάλεσε σε παγκόσμια εμβέλεια τη μήνη των υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ειδικών στην προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών (children’s advocates): «ανήλικοι εργαζόμενοι στον τομέα του σεξ» (“minor sex workers”). Ευτυχώς, κατόπιν των αντιδράσεων από το κείμενο αφαιρέθηκε η επίμαχη φράση λίγες ημέρες αργότερα, όμως παραμένει άκρως προβληματικό σε άλλα του σημεία όπως εξηγείται παρακάτω.
Ήταν η πρώτη φορά που ο ΟΗΕ σε επίσημο θεσμικό του κείμενο αποδέχoνταν ότι ένα ανήλικο παιδί μπορεί να εργάζεται στον κλάδο του σεξ και ότι αποτελεί μορφή εργασιακής απασχόλησης για ένα μικρό κορίτσι η παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών ενώ έχει πέσει θύμα εμπορίας ανθρώπων. Μόνο που αυτό, ως γνωστόν και στους μη επαΐοντες, δεν είναι εργασιακή απασχόληση αλλά ποινικό αδίκημα!
Ένα κορίτσι που προσφέρεται με αμοιβή σε ενήλικες άνδρες για σεξουαλικούς σκοπούς δεν επιτελεί ένα επάγγελμα, αλλά υφίσταται ωμή και απάνθρωπη βία. Είναι θύμα εμπορίας ανθρώπων, κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Όλοι οι εμπλεκόμενοι δράστες είναι απλά εγκληματίες.
Θα πρέπει να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη Επιτροπή του ΟΗΕ (“UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women”) είναι επιφορτισμένη με την παρακολούθηση της εφαρμογής της Σύμβασης για την εξάλειψη κάθε μορφής διάκρισης κατά των γυναικών (“Convention on the Elimination of All Forms of Discrimination Against Women”). Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης «τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και νομοθετικών διατάξεων, για να καταστείλουν, σε όλες τις μορφές τους, το εμπόριο των γυναικών και την εκμετάλλευση της πορνείας των γυναικών».
Στην υπ’ αριθμόν 38 Γενική Σύσταση της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών που εγκρίθηκε το 2020, αναγνωρίζεται η εμπορία ανθρώπων και η εκμετάλλευση της πορνείας ως «αδιαχώριστα» (“indivisible”) φαινόμενα, τα οποία περιγράφονται και τα δύο ως σοβαρές μορφές ανισότητας των φύλων και ως απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.
Βασική αποστολή της εν λόγω Επιτροπής είναι να διασφαλίσει ότι τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους να θεσπίσουν μέτρα για την πρόληψη και την εξάλειψη αυτών των απερίγραπτων παραβιάσεων κατά των γυναικών και των κοριτσιών, συμπεριλαμβανομένης της παροχής ολοκληρωμένων υπηρεσιών στις επιζώσες της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και της τιμωρίας των χρηστών σεξουαλικών υπηρεσιών για τις βλάβες που προκαλούν.
Με άλλα λόγια, κατ’ εξοχήν ρόλος της Επιτροπής είναι να ασκεί ανεξάρτητο και αμερόληπτο έλεγχο στα κράτη-μέλη του ΟΗΕ, αξιολογώντας κατά πόσον μια κυβέρνηση εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της βάσει του διεθνούς δικαίου ως προς την προστασία των γυναικών και των κοριτσιών. Σε καμία περίπτωση δεν είναι να υιοθετεί το πλαίσιο και την ορολογία της υπό εξέταση κυβέρνησης, ιδίως όταν η εν λόγω κυβέρνηση έχει προφανές και μακροχρόνιο θεσμικό συμφέρον να νομιμοποιήσει και να προωθήσει τη βιομηχανία του σεξ.
Η εν λόγω Επιτροπή στο επίμαχο έγγραφό της συστήνει στην Ολλανδία να αποποινικοποιήσει περαιτέρω τη μαστροπεία και τη διαχείριση οίκων ανοχής, να άρει τους περιορισμούς στο πεδίο της σεξουαλικής εκμετάλλευσης και να επιτρέψει την εργασία στον τομέα του σεξ από το σπίτι.
Είναι μάλλον προφανές πως αυτές οι διατυπώσεις (συμπεριλαμβανομένης κι αυτής για τους ανηλίκους που αφαιρέθηκε σε δεύτερο χρόνο) παραβιάζουν το Πρωτόκολλο για την πρόληψη, την καταστολή και την τιμωρία της εμπορίας ανθρώπων, ιδίως γυναικών και παιδιών (“Protocol to Prevent, Suppress and Punish Trafficking in Persons Especially Women and Children”), τη Σύμβαση για την καταστολή της εμπορίας ανθρώπων και της εκμετάλλευσης της πορνείας άλλων (“Convention for the Suppression of the Traffic in Persons and of the Exploitation of the Prostitution of Others”) και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (“Convention on the Rights of the Child”).
Σε αυτές τις Συμβάσεις αναγνωρίζεται ότι άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών που προσφέρουν «υπηρεσίες» στον τομέα του σεξ αποτελούν θύματα εμπορίας για σεξουαλικούς σκοπούς και σε καμία περίπτωση δεν είναι «ανήλικοι εργαζόμενοι στον τομέα του σεξ»!
Στη πρώτη χρονικά (1949) Σύμβαση διεθνούς δικαίου κατά της εμπορίας ανθρώπων (“Convention for the Suppression of the Traffic in Persons and of the Exploitation of the Prostitution of Others”) ορίζεται με σαφήνεια ότι η πορνεία είναι ασυμβίβαστη με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια (human dignity), υποτιμά την αξία του ανθρώπου και θέτει σε κίνδυνο την ευημερία του ατόμου, της οικογένειας και της κοινότητας.
Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει μέχρι σήμερα κατοχυρωμένος στο διεθνές δίκαιο ο όρος «εργασία στον τομέα του σεξ» (“sex work”). Όμως, τις τελευταίες δεκαετίες, ο όρος έχει εισχωρήσει στον πολιτικό/ιδεολογικό λόγο που εκφράζεται και από θεσμικά όργανα πολλές φορές, απηχώντας τις άοκνες προσπάθειες της οικονομικά εύρωστης βιομηχανίας του σεξ και των υποστηρικτών της να διαμορφώσουν την εικόνα της πορνείας και της στυγνής εκμετάλλευσης των γυναικών ως «εργασίας».
Σε παλαιότερη έκθεση του Οργανισμού, η Ειδική Εισηγήτρια για τη Βία κατά των Γυναικών και των Κοριτσιών Reem Alsalem (“UN Special Rapporteur on Violence Against Women and Girls”) αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει τον όρο «εργασία στον τομέα του σεξ», επισημαίνοντας ότι η χρήση του παρουσιάζει εσφαλμένα την πορνεία ως μια δραστηριότητα εξίσου αξιόλογη και αξιοπρεπή με οποιαδήποτε άλλη εργασία και δεν λαμβάνει υπόψη τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των γυναικών που είναι συνυφασμένες με την πορνεία.
Σε ανοιχτή επιστολή της Reem Alsalem προς την Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης τον Σεπτέμβριο του 2024, επισημαίνεται ότι ο όρος «εργασία στον τομέα του σεξ» δεν αναγνωρίζεται ούτε ορίζεται στο διεθνές δίκαιο και εξέφρασε σοβαρές ανησυχίες ότι η υιοθέτησή του θα αποτελούσε επικίνδυνη οπισθοδρόμηση για τα δικαιώματα των γυναικών.
Είναι παρήγορο ότι το επίμαχο κείμενο της Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών έχει βρει εντός ολίγων ημερών από την δημοσιοποίησή του τη σθεναρή και επιστημονικά τεκμηριωμένη αντίδραση οργανώσεων και ειδημόνων από τουλάχιστον 40 κράτη-μέλη που ζητούν την απάλειψη των προκλητικών διατυπώσεων που προσβάλλουν βάναυσα τα δικαιώματα της γυναίκας.
Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ. Παρακολούθησε το Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Ειδίκευσης στο Δημόσιο Δίκαιο στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στο Δημόσιο Δίκαιο στο ίδιο Πανεπιστήμιο.
Το αλίευσα ΕΔΩ





