Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΑΦΟΠΛΙΖΟΥΜΕ το Καστελλόριζο! Το υπερόπλο ήπιας ισχύος που καταστρέφουμε- Ειρήνη Σαρίογλου

  Πόσες φορές έχετε ακούσει τις κυβερνώντες να μιλούν για την «ήπια ισχύ» της χώρας; Πολλές, πάρα πολλές… Κάθε πότε ακούμε για το Καστελλόριζο; Πλέον μόνο , όταν η Τουρκία μας απειλεί ότι θα το καταλάβει «κολυμπώντας»…Ένα 24ωρο μετά από τις απειλές το ξεχνάμε… Κι αυτά δεν είναι τα χειρότερα… Στις ελληνικές κυβερνήσεις , έχει προσφερθεί τα τελευταία 11 χρόνια ένα απίστευτο «υπερόπλο» ήπιας ισχύος, το οποίο όχι μόνο δεν έχει εκμεταλλευθεί, αλλά φέτος κάνει ότι είναι δυνατόν για να το αφοπλίσει οριστικά! Εδώ και 11 χρόνια στο Καστελλόριζο γίνεται από Ελληνικό Ίδρυμα Ιστορικών Μελετών, το φεστιβάλ ντοκιμαντέρ με τον τίτλο «Πέρα από τα Σύνορα». Κάθε χρόνο πάνω από 1000 δημιουργεί από εκατοντάδες κυριολεκτικά χώρες του κόσμου , έρχονται στο τέλος του καλοκαιριού στο Καστελλόριζο , φέρνοντας το στο προσκήνιο. Ψυχή του φεστιβάλ η κυρία Ειρήνη Σαρίογλου, η οποία κάθε χρόνο δίνει μάχη για να πείσει το ελληνικό κράτος να υποστηρίξει το φεστιβάλ. Το ποσό είναι αστείο . Φέτος χρειάζονται 300.000 ευρώ. Πολύ λιγότερα απ΄ όσα πήραν κάποιοι από τον ΟΠΕΚΕΠΕ… Φέτος για ανεξήγητους λόγους οι βασικοί χορηγοί του Φεστιβάλ αποσύρθηκαν! Όλοι μαζί ! Ποιοι είναι αυτοί: Η ΔΕΗ και η Εθνική Τράπεζα που μόνο οικονομικές δυσκολίες δεν έχουν. Απέχουν τα υπουργεία Πολιτισμού, Αιγαίου, Τουρισμού ! Το ΕΚΟΜΕΔ που χρηματοδοτεί …τηλεοπτικά σήριαλ κάποια απαράδεκτα συμμετέχει με μερικές δεκάδες χιλιάδες ευρώ! Η κ. Σαρίογλου κάνει αγώνα δρόμου για να σώσει το Φεστιβάλ. Όπως λέει εδώ και πάρα πολλούς μήνες κανένα υπουργείο ΔΕΝ απαντά καν στα τηλεφωνήματα και τις επιστολές της! Ποιοι και γιατί ΔΕΝ θέλουν να παραμείνει ενεργό το «όπλο ήπιας ισχύος» στο Καστελλόριζο; Ποιος μπορεί να κατηγορηθεί για καχυποψία αν σκεφθεί ότι κάποιοι θέλουν να «γκριζάρουμε» μόνοι μας ΚΑΙ το Καστελλόριζο; Ο λόγος στην κυρία Ειρήνη Σαρίογλου.

Το αλίευσα ΕΔΩ

Κυριακὴ τoῦ Τυφλοῦ – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 17 Μαΐου 2026

 

Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα

 ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ θ’ 1 – 38

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

1 Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς·

1 Καὶ ἐνῷ διέβαινεν ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ μέσον τῆς πόλεως, εἶδεν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἶχε γεννηθῇ τυφλός. 

2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· Ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;

2 Καὶ τὸν ἡρώτησαν οἱ μαθηταί του καὶ τοῦ εἶπαν· Διδάσκαλε, ποῖος ἡμάρτησε, διὰ νὰ γεννηθῇ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τυφλός; Ἡμάρτησεν αὐτός, ὅταν ἦτο άκόμη μέσα εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του, ἢ ἡμάρτησαν οἱ γονεῖς του καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ἐκείνων τιμωρεῖται αὐτός;

3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

3 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· οὔτε αὐτὸς ἡμάρτησεν, οὔτε οἱ γονεῖς του. Ἀλλ’ ἐγεννήθη τυφλός, διὰ νὰ φανερωθοῦν διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς θεραπείας τῶν ὀφθαλμῶν του τὰ ἔργα, ποὺ ἡ δύναμις καὶ ἡ ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ ἐργάζεται. 

4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.

4 Ἐγὼ πρέπει νὰ ἐργάζωμαι τὰ πρὸς σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου ἔργα τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλεν εἰς τὸν κόσμον, ἐφ’ ὅσον ζῶ εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν. Ἔρχεται ὁ μέλλων βίος, ὁπότε, ὅπως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς νυκτὸς καταπαύουν τὰ ἔργα των οἱ ἄνθρωποι, ἔτσι καὶ τότε κανεὶς πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ ἐργάζεται πρὸς πλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Δὲν πρέπει λοιπὸν οὔτε στιγμὴν νὰ χάνω.

5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.

5 Ἐφ’ ὅσον εἶμαι εἰς τὸν κόσμον, μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὰ θαύματά μου εἶμαι φῶς τοῦ κόσμου.

6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσεν χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ

6 Ὅταν δὲ εἶπεν αὐτά, ἔπτυσε χάμω καὶ ἔκαμε πηλὸν καὶ ἔχρισε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ.

7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

7 Καὶ δοκιμάζων τὴν πίστιν τοῦ τυφλοῦ, εἶπεν εἰς αὐτόν· Πήγαινε, νίψου εἰς τὴν στέρναν τοῦ Σιλωάμ (ὄνομα ἑβραϊκὸν ποὺ μεταφράζεται εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἀπεσταλμένος). Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὴν παραγγελίαν αὐτὴν τοῦ Ἰησοῦ ἐπῆγεν ὁ τυφλὸς ἐκεῖ καὶ ἐνίφθη, καὶ ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι του μὲ μάτια ὑγιῆ.

8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· Οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;

8 Οἱ γείτονες λοιπὸν καὶ ὅσοι τὸν ἔβλεπαν προτήτερα, ὅτι ἦτο τυφλός, ἔλεγαν· Δὲν εἶναι αὐτός, ποὺ ἐκάθητο καὶ ἐζήτει ἀπὸ τοὺς διαβάτας ἐλεημοσύνην;

9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.

9 Ἄλλοι ἔλεγαν, ὅτι αὐτὸς εἶναι. Ἄλλοι ὅμως ἔλεγαν ὅτι δὲν εἶναι αὐτός, ἄλλα κάποιος ἄλλος, ὅμοιος πρὸς αὐτόν. Ἐκεῖνος ἔλεγεν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ τυφλός, ποὺ προτήτερα ἐζήτουν ἐλεημοσύνην.

10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· Πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;

10 Κατόπιν λοιπὸν τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς τοῦ τυφλοῦ, τοῦ ἔλεγαν ἐκεῖνοι· Πῶς ἐθεραπεύθησαν τὰ μάτια σου; 

11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.

11 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ ὀνομάζεται Ἰησοῦς, ἔκαμε πηλόν, καὶ μοῦ ἄλειψε μὲ αὐτὸν τὰ μάτια καὶ μοῦ εἶπε· Πήγαινε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψου. Ἀφοῦ δὲ ἐπῆγα ἐκεῖ καὶ ἐνίφθην, ἀπέκτησα τὸ φῶς μου. 

12 εἶπον οὖν αὐτῷ· Ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· Οὐκ οἶδα.

12 Κατόπιν λοιπὸν τῆς πληροφορίας ταύτης τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ, τοῦ εἶπαν οἱ Ἰουδαῖοι· Ποὺ εἶναι ἐκεῖνος; Ἀπεκρίθη αὐτός· δὲν ἠξεύρω. 

13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.

13 Ὠδήγησαν τότε πρὸς τοὺς Φαρισαίους αὐτόν, ποὺ ἄλλοτε ἦτο τυφλὸς καὶ ἤδη εἶχε θεραπευθῆ ὁριστικῶς. 

14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

14 Ὅταν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔκαμε τὸν πηλὸν καὶ ἤνοιξε τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ, ἦτο ἡμέρα Σαββάτου.

15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.

15 Ὅταν λοιπὸν τὸν ὠδήγησαν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τὸν ἐξήταζαν καὶ τὸν ἡρώτων αὐτοὶ πάλιν, πῶς ἐθεραπεύθη καὶ ἀπέκτησε τὸ φῶς του. Ἐκεῖνος δὲ τοὺς εἶπεν· Αὐτὸς ποὺ μὲ ἐθεράπευσε, μοῦ ἔβαλε πηλὸν ἐπάνω εἰς τὰ μάτια μου καὶ κατόπιν αὐτοῦ ἐγὼ ἐνίφθην καὶ βλέπω.

16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· Οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς..

16 Ἔλεγον λοιπὸν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους· Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεόν, διότι δὲν φυλάττει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου. Ἄλλοι ἔλεγον· Πῶς εἶναι δυνατὸν ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάμνῃ τέτοια ἀποδεικτικὰ καὶ σημαδιακὰ θαύματα; Καὶ διεφώνουν μεταξύ των.

17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.

17 Καὶ ἐπειδὴ ἡ διαφωνία των παρετείνετο, ἤρχισαν πάλιν νὰ ἐξετάζουν τὸν τυφλὸν καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Σὺ τί λέγεις διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτόν; Ἀξίζει νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἰδική σου γνώμη, διότι τὰ ἰδικά σου μάτια ἐθεράπευσεν ἐκεῖνος καὶ σὺ περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον γνωρίζεις τὰ περιστατικὰ τῆς θεραπείας σου. Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπεν· Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι προφήτης.

18 οὐκ ἐπίστευον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος

18 Κατόπιν λοιπὸν ἀπὸ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, ποὺ ἔκαμεν ὁ θεραπευθεῖς τυφλὸς διὰ τὸν Ἰησοῦν, καὶ διὰ τὸν ὁποῖον δυσηρεστήθησαν οἱ Ἰουδαῖοι, ἐκεῖνοι δὲν ἐπίστευσαν δι’ αὐτόν, ὅτι ἦτο τυφλὸς καὶ ἀπέκτησε πραγματικὰ τὸ φῶς του, ἕως ὅτου ἀπεφάσισαν καὶ ἐφώναξαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ, ποὺ ἀνέβλεψε. 

19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· Οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;

19 Καὶ τοὺς ἠρώτησαν καὶ εἶπαν· Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός σας, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς ἐπιμένετε νὰ βεβαιώνετε, ὅτι ἐγεννήθη τυφλός; Πῶς λοιπόν, ἀφοῦ ἐγεννήθη τυφλός, βλέπει τώρα; 

20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· Οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·

20 Ἀπεκρίθησαν δὲ εἰς αὐτοὺς οἱ γονεῖς του καὶ εἶπαν· Γνωρίζομεν καλά, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός μας καὶ ὅτι ἐγεννήθη τυφλός.

21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

21 Πῶς ὅμως βλέπει τώρα, δὲν ἠξεύρομεν· ἢ ποῖος τοῦ ἐθεράπευσε καὶ τοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια, ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν. Αὐτὸς ἔχει ἡλικίαν, καὶ συνεπῶς ἀντελήφθη, πῶς καὶ ἀπὸ ποῖον ἔγινεν ἡ θεραπεία του· αὐτὸν λοιπὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς θὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸν ἑαυτόν του, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ τί τοῦ συνέβη.

22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.

22 Ὡμίλησαν δὲ οὕτω πως οἱ γονεῖς τοῦ τυφλοῦ, ἐπειδὴ ἐφοβοῦντο τοὺς προκρίτους Ἰουδαίους· διότι εἶχαν πρὸ πολλοῦ συμφωνήσει οἱ Ἰουδαῖοι νὰ ἀποκηρυχθῇ καὶ ἀποδιωχθῇ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ὅποιος θὰ ὡμολόγει αὐτὸν ὅτι εἶναι ὁ Χριστός.

23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.

23 Ἐξ αἰτίας λοιπὸν τοῦ φόβου των, μήπως ἀποδιωχθοῦν καὶ αὐτοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, εἶπαν οἱ γονεῖς του, ὅτι ἔχει ὥριμον ἡλικίαν ὁ υἱός μας, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 

24 Ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλὸς, καὶ εἶπον αὐτῷ· Δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.

24 Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπὸ τοὺς γονεῖς τοῦ τυφλοῦ δὲν ἠμπόρεσαν νὰ πληροφορηθοῦν τίποτε πρὸς διάψευσιν τῆς θεραπείας του ἢ πρὸς κατάκρισιν τοῦ Ἰησοῦ, ἐφώναξαν οἱ Ἰουδαῖοι διὰ δευτέραν φορὰν τὸν ἄνθρωπον, ποὺ ἦτο τυφλός, καὶ τοῦ εἶπαν· Δόξασε τὸν Θεόν, ὁμολογῶν ὅτι ἐπλανήθης καὶ ἀναγνωρίζων τὴν ἀλήθειαν περὶ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος σὲ ἐθεράπευσε· ἡμεῖς λόγῳ τῆς θέσεως καὶ τοῦ ἀξιώματός μας εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ ἠξεύρωμεν καλά, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ καταλύει τὴν ἀργίαν τοῦ Σαββάτου, εἶναι ἁμαρτωλός.

25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

25 Ἀπεκρίθη λοιπὸν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἁμαρτωλός, δὲν ἠξεύρω, καὶ δι’ αὐτὸ ἀποφεύγω νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ αὐτοῦ· ἠξεύρω ὅμως καλὰ ἕνα γεγονός, ὅτι δηλαδὴ ἐνῷ προτήτερα ἦμουν τυφλός, τώρα βλέπω. 

26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· Τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;

26 Ἐπειδὴ δὲ ἡ νέα αὐτὴ βεβαίωσις τοῦ θεραπευθέντος τυφλοῦ δεν τοὺς ἔκαμε καλὴν ἐντύπωσιν, εἶπον πάλιν εἰς αὐτόν· Τί σοῦ ἔκαμε; Πῶς σὲ ἐθεράπευσε καὶ πῶς σου ἄνοιξε τὰ μάτια; 

27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;

27 Ἀπεκρίθη εἰς αὐτούς· Μόλις πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπα καὶ δὲν ἠθελήσατε νὰ προσέξετε καὶ νὰ παραδεχθῆτε ὅ,τι σᾶς εἶπα. Διατὶ τώρα θέλετε νὰ ἀκούσετε πάλιν τὰ ἴδια; Μήπως καὶ σεῖς θέλετε νὰ γίνετε μαθηταί του; 

28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· Σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.

28 Τοῦ ὡμίλησαν τότε ὑβριστικῶς καὶ περιφρονητικῶς καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ εἶσαι μαθητῆς ἐκείνου· ἡμεῖς ὅμως εἴμεθα τοῦ Μωϋσέως μαθηταί.

29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.

29 Ἡμεῖς ποὺ εἴμεθα σπουδασμένοι καὶ ἀνεγνωρισμένοι ἄρχοντες τοῦ ἔθνους, ἠξεύρομεν, ὅτι ὁ Θεὸς ἔχει ὁμιλήσει εἰς τὸν Μωϋσην καὶ εἰς κανένα ἄλλον· αὐτὸς μᾶς εἶναι ἄγνωστος καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἀπὸ ποὺ εἶναι καὶ ἀπὸ ποὺ ἐστάλῃ.

30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.

30 Ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ τοὺς εἶπεν· Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς αὐτὸ προκαλεῖ θαυμασμὸν καὶ ἔκπληξιν, ὅτι δηλαδὴ σεῖς δὲν ξεύρετε τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ἐὰν ἔχῃ σταλῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἀπὸ ποὺ εἶναι· καὶ ὅμως ἄγνωστος αὐτὸς εἰς σᾶς μοῦ ἤνοιξε τὰ μάτια.

31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.

31 Εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ τὸ ἠξεύρομεν ὅλοι, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει τοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς σέβεται τὸν Θεὸν καὶ ἐκτελῇ τὸ θέλημά του, τοῦτον ὁ Θεὸς ἀκούει.

32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου·

32 Ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει κόσμος, δὲν ἠκούσθῃ ποτέ, ὅτι ἐθεράπευσε κάποιος μάτια ἀνθρώπου, ποὺ νὰ ἔχῃ γεννηθῇ τυφλός. Πρώτην φορὰν συνετελέσθῃ ἕνα τέτοιο θαῦμα, καὶ αὐτός, ποὺ τὸ ἔκαμε, πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποστολὴν θείαν.

33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.

33 Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἦτο ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεόν, δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ κάμῃ τίποτε, οὔτε παραμικρόν τι θαῦμα.

34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· Ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω

34 Ἀπεκρίθησαν ἐκεῖνοι καὶ τοῦ εἶπαν· Σὺ ἐγεννήθης βουτηγμένος ὁλόκληρος εἰς τὴν ἁμαρτίαν, ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὴν τύφλωσιν, ποὺ ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός σου εἶχες. Καὶ σὺ ὁ ἄθλιος καὶ ἁμαρτωλὸς διδάσκεις ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα οἱ περισσότερον σπουδασμένοι ὅλου τοῦ ἔθνους; Καὶ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὸν τόπον, ποὺ συνεδρίαζαν, μὲ τὴν διάθεσιν νὰ τὸν ἀποκόψουν καὶ ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν τῆς θρησκευτικῆς λατρείας.

35 Ἤκουσεν Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· Σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;

35 Ἤκουσεν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Ἰησοῦς, ὅτι τὸν ἔβγαλαν ἔξω διὰ τὴν παρρησίαν, μὲ τὴν ὁποίαν διεκήρυττε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἀφοῦ τὸν ηὗρε, τοῦ εἶπε· Σὺ, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ἀπίστους Ἰουδαίους, πιστεύεις εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ;

36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;

36 Ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· Καὶ ποῖος εἶναι, Κύριε, διὰ νὰ τὸν πιστεύσω;

37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.

37 Εἶπε δὲ τότε εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Καὶ τὸν ἔχεις ἴδει τώρα μὲ τὰ μάτια σου καὶ αὐτός, ποὺ ὁμιλεῖ τὴν στιγμὴν αὐτὴν μαζί σου, ἐκεῖνος εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

38 ὁ δὲ ἔφη· Πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

38 Αὐτὸς δὲ εἶπε· Πιστεύω, Κύριε· καὶ τὸν ἐπροσκύνησεν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Κύριον.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

 

 

 Ἀποστολικό Ανάγνωσμα

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ις’ 16 – 34

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

16 Ἐγένετο δὲ πορευομένων ἡμῶν εἰς προσευχὴν παιδίσκην τινὰ ἔχουσαν πνεῦμα πύθωνος ἀπαντῆσαι ἡμῖν, ἥτις ἐργασίαν πολλὴν παρεῖχε τοῖς κυρίοις αὐτῆς μαντευομένη.

16 Ὅταν δὲ ἡμεῖς ἐπηγαίναμεν εἰς τὸν τόπον τῆς προσευχῆς, συνέβη νὰ μᾶς συναντήσῃ μία νεαρὰ δούλη, ποὺ εἶχε μαντικὸν πνεῦμα καὶ παρεῖχε πολλὰ κέρδη εἰς τοὺς κυρίους της προλέγουσα ἐπὶ πληρωμὴ καὶ φανερώνουσα μὲ τὰς μαντείας της τὰ ἄγνωστα.

17 αὕτη κατακολουθήσασα τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ ἔκραζε λέγουσα· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου εἰσίν, οἵτινες καταγγέλλουσιν ἡμῖν ὁδὸν σωτηρίας.

17 Αὐτὴ ἠκολούθησε κατὰ πόδας τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ ἐφώναζε λέγουσα· Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, οἱ ὁποῖοι μᾶς γνωστοποιοῦν δρόμον καὶ μέσον ἀσφαλές, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ σωθῆτε.

18 τοῦτο δὲ ἐποίει ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. διαπονηθεὶς δὲ ὁ Παῦλος καὶ ἐπιστρέψας τῷ πνεύματι εἶπε· Παραγγέλλω σοι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐξελθεῖν ἀπ’ αὐτῆς. καὶ ἐξῆλθεν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ.

18 Τοῦτο δὲ ἔκανεν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ὅχι βέβαια μὲ ἀγαθὸν σκοπόν, ἀλλ’ ἀπέβλεπε τὸ μαντικὸν πνεῦμα εἰς τὸ να ἑλκύσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν ἀπεριόριστον ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἐν τέλει ταύτην δολίως καὶ πανούργως. Ἀγανακτήσας δὲ ὁ Παῦλος καὶ στρέψας ὀπίσω πρὸς τὴν ἀκόλουθοῦσαν αὐτὸν δούλην εἶπε πρὸς τὸ πνεῦμα· Σὲ διατάσσω, ἐπικαλούμενος τὸ ὅνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ ἐξέλθῃς ἀπὸ αὐτήν. Καὶ πράγματι ἐξῆλθε τὸ πονηρὸν πνεῦμα κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμήν.

19 Ἰδόντες δὲ οἱ κύριοι αὐτῆς ὅτι ἐξῆλθεν ἡ ἐλπὶς τῆς ἐργασίας αὐτῶν, ἐπιλαβόμενοι τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν εἵλκυσαν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας,

19 Ἀλλ’ ὅταν εἶδαν οἱ κύριοί της, ὅτι ἔφυγε μετὰ τοῦ δαίμονος καὶ ἡ ἐλπὶς τῆς ἐπικερδοῦς ἐργασίας καὶ ἐπιχειρήσεώς των, συνέλαβον τὸν Παῦλον καὶ τὸν Σίλαν καὶ τοὺς ἔσυραν εἰς τὴν ἀγοράν, διὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν εἰς τοὺς ἄρχοντας.

20 καὶ προσαγαγόντες αὐτοὺς τοῖς στρατηγοῖς εἶπον· Οὗτοι οἱ ἄνθρωποι ἐκταράσσουσιν ἡμῶν τὴν πόλιν Ἰουδαῖοι ὑπάρχοντες,

20 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ὠδηγησαν εἰς τοὺς στρατηγούς, εἶπον· Αὐτοὶ οἰ ἄνθρωποι, ποὺ εἶναι ταραξίαι Ἰουδαῖοι, προκαλοῦν ταραχὴν εἰς τὴν πόλιν μας,

21 καὶ καταγγέλλουσιν ἔθη ἃ οὐκ ἔξεστιν ἡμῖν παραδέχεσθαι οὐδὲ ποιεῖν Ρωμαίοις οὖσι.

21 καὶ κηρύττουν θρησκευτικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς, ποὺ εἴμεθα Ρωμαῖοι, νὰ τὰ παραδεχώμεθα, πολὺ δὲ περισσότερον οὔτε νὰ τὰ τηρῶμεν καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόζωμεν.

22 καὶ συνεπέστη ὁ ὄχλος κατ’ αὐτῶν. καὶ οἱ στρατηγοὶ περιρρήξαντες αὐτῶν τὰ ἱμάτια ἐκέλευον ῥαβδίζειν,

22 Καὶ ἐμαζεύθη μαζὶ ὁ ὅχλος ἐναντίον των. Καὶ οἱ στρατηγοὶ τότε ἐξέσχισαν τὰ ἐνδύματα τῶν δύο ἀποστόλων καὶ διέταξαν, γυμνοὺς πλέον καθὼς ἦσαν, νὰ τοὺς ραβδίσουν ἐμπρὸς εἰς ὅλον ἐκεῖνο τὸ πλῆθος.

23 πολλάς τε ἐπιθέντες αὐτοῖς πληγὰς ἔβαλον εἰς φυλακήν, παραγγείλαντες τῷ δεσμοφύλακι ἀσφαλῶς τηρεῖν αὐτούς·

23 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔδωκαν πολλὰ κτυπήματα, τοὺς ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακήν, παραγγείλαντες εἰς τὸν δεσμοφύλακα νὰ τοὺς φρουρῇ ἀσφαλῶς, ὥστε νὰ μὴ δραπετεύσουν.

24 ὃς παραγγελίαν τοιαύτην εἰληφὼς ἔβαλεν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐσωτέραν φυλακὴν καὶ τοὺς πόδας αὐτῶν ἠσφαλίσατο εἰς τὸ ξύλον.

24 Αὐτὸς δέ, ἐφ’ ὅσον εἶχε λάβει τέτοιαν παραγγελίαν, τοὺς ἔβαλεν εἰς τὸ βαθύτερον διαμέρισμα τῆς φυλακῆς καὶ ἔδεσε σφιγκτὰ τὰ πόδια των εἰς τὸ τιμωρητικὸν ὅργανον, ποὺ ἐλέγετο ξύλον, ὥστε νὰ μὴ ἠμποροῦν πλέον οἱ Ἀπόστολοι οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ μετακινηθοῦν.

25 Κατὰ δὲ τὸ μεσονύκτιον Παῦλος καὶ Σίλας προσευχόμενοι ὕμνουν τὸν Θεόν· ἐπηκροῶντο δὲ αὐτῶν οἱ δέσμιοι.

25 Κατὰ τὸ μεσονύκτιον δὲ ὁ Παῦλος καὶ ὁ Σίλας, ὡσὰν νὰ μὴ τοὺς εἶχε συμβῆ τίποτε καὶ νὰ μὴν ᾐσθάνοντο κανένα πόνον, ἔψαλλον ὕμνους πρὸς τὸν Θεόν· τοὺς ἤκουαν δὲ οἱ φυλακισμένοι.

26 ἄφνω δὲ σεισμὸς ἐγένετο μέγας, ὥστε σαλευθῆναι τὰ θεμέλια τοῦ δεσμωτηρίου, ἀνεῴχθησάν τε παραχρῆμα αἱ θύραι πᾶσαι καὶ πάντων τὰ δεσμὰ ἀνέθη.

26 Καὶ ἔξαφνα ἔγινε μεγάλος σεισμός, ὥστε ἐσαλεύθησαν τὰ θεμέλια τῆς φυλακῆς· καὶ ἤνοιξαν κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ὅλαι αἱ θύραι καὶ ὅλων τῶν φυλακισμένων αἱ ἁλύσεις, μὲ τὰς ὁποίας εἶχαν δεθῆ οὗτοι, ἐλύθησαν.

27 ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, σπασάμενος μάχαιραν ἔμελλεν ἑαυτὸν ἀναιρεῖν, νομίζων ἐκπεφευγέναι τοὺς δεσμίους.

27 Ὅταν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἐξύπνησεν ὁ δεσμοφύλαξ καὶ εἶδεν ἀνοικτὰς τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐτράβηξε τὴν μάχαιράν του καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ αὐτοκτονήση, ἐπειδὴ ἐνόμιζεν, ὅτι εἶχον δραπετεύσει οἱ φυλακισμένοι καὶ συνεπῶς θὰ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Ἐκ φιλοτιμίας λοιπὸν ἐθεώρησε προτιμότερον νὰ αὐτοκτονήσῃ, παρὰ νὰ θανατωθῇ μὲ τὸ στίγμα τῆς καταδίκης.

28 ἐφώνησε δὲ φωνῇ μεγάλῃ ὁ Παῦλος λέγων· Μηδὲν πράξῃς σεαυτῷ κακόν· ἅπαντες γάρ ἐσμεν ἐνθάδε.

28 Ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπε· Μὴ κάμῃς τίποτε κακὸν εἰς τὸν ἑαυτόν σου. Δὲν πρόκειται νὰ σοῦ ζητηθοῦν εὐθῦναι καὶ νὰ τιμωρηθῇς, διότι ὅλοι εἴμεθα ἐδῶ.

29 αἰτήσας δὲ φῶτα εἰσεπήδησε, καὶ ἔντρομος γενόμενος προσέπεσε τῷ Παύλῳ καὶ τῷ Σίλᾳ, 

29 Κατόπιν δὲ τούτου ὁ δεσμοφύλαξ, ἀφοῦ ἐζήτησε φῶτα, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ ἀντιληφθεὶς τὸ θαῦμα, σκεφθεὶς δὲ ὅτι εἶχε κακομεταχειρισθῇ τοὺς δούλους αὐτοὺς τοῦ Θεοῦ, κατελήφθη ἀπὸ τρόμον καὶ ἔπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Παύλου καὶ τοῦ Σίλα,

30 καὶ προαγαγὼν αὐτοὺς ἔξω ἔφη· Κύριοι, τί με δεῖ ποιεῖν ἵνα σωθῶ;

30  καὶ ἀφοῦ τοὺς ἔβγαλεν ἔξω εἰς τὴν αὐλὴν τῆς φυλακῆς, τοὺς εἶπε· Κύριοι, τί πρέπει νὰ κάμω διὰ νὰ ἐπιτύχω καὶ ἐγὼ τὴν σωτηρίαν, τὴν ὁποίαν κηρύττετε; 

31 οἱ δὲ εἶπον· Πίστευσον ἐπὶ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ σωθήσῃ σὺ καὶ ὁ οἶκός σου.

31 Αὐτοὶ δὲ εἶπον· Πίστευσε εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστὸν ὡς μόνον Λυτρωτὴν καὶ ὡς ὑπέρτατον Κύριον, καὶ θὰ σωθῇς καὶ σὺ καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά σου. 

32 καὶ ἐλάλησαν αὐτῷ τὸν λόγον τοῦ Κυρίου καὶ πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ.

32 Καὶ ἀνέπτυξαν εἰς αὐτὸν καὶ εἰς ὅλους, ὅσοι ἦσαν εἰς τὴν οἰκίαν του τὰς θεμελιώδεις ἀληθείας τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου. 

33 καὶ παραλαβὼν αὐτοὺς ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τῆς νυκτὸς ἔλουσεν ἀπὸ τῶν πληγῶν, καὶ ἐβαπτίσθη αὐτὸς καὶ οἱ αὐτοῦ πάντες παραχρῆμα,

33 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἐπῆρε μαζί του κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν τῆς νυκτός, τοὺς ἔλουσεν ἀπὸ τὰ αἵματα, ποὺ εἶχαν τρέξει ἀπὸ τὰ τραύματα τῶν ραβδισμῶν, καὶ ἀμέσως ἐβαπτίσθη καὶ αὐτὸς καὶ ὅλοι οἱ ἰδικοί του. 

34 ἀναγαγών τε αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ παρέθηκε τράπεζαν, καὶ ἠγαλλιάσατο πανοικὶ πεπιστευκὼς τῷ Θεῷ.

34 Καὶ ἀφοῦ τοὺς ἀνέβασεν εἰς τὸ σπίτι του, ἐτοίμασε τράπεζαν καὶ ἐδοκίμασε μεγάλην χαρὰν μαζὶ μὲ ὅλην τὴν οἰκογένειάν του, αἰτία δὲ τῆς χαρᾶς του αὐτῆς ἦτο, ἐπειδὴ εἶχε πιστεύσει εἰς τὸν Θεόν.

 Το αλίευσα ΕΔΩ

Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

“Ζήτω τα ελληνικά” – Ένας Ιταλός τα συγκρίνει με τα λατινικά και τα αποθεώνει

Μπορεί οι Έλληνες να μην έχουμε σε πολύ εκτίμηση την πανάρχαια γλώσσα μας, αλλά κάποιοι άλλοι την έχουν. Και μάλιστα όταν αυτοί οι άλλοι είναι κληρονόμοι μίας επίσης ιστορικής γλώσσας, όπως είναι τα λατινικά.

Ο Ιταλός συγγραφέας Νικόλα Γκαρντίνι έγραψε βιβλίο με τίτλο “Viva il Greco” (“Ζήτω τα Ελληνικά”). Αντί για δικά μας λόγια παραθέτουμε τις δύο πρώτες σελίδες από την εισαγωγή του. Τα σχόλιά μας περιττεύουν. Ο Γκαρντίνι μας υπενθυμίζει ποιοι είμαστε στους χαλεπούς καιρούς μας.
«Είναι αλήθεια πως τα αρχαία ελληνικά μας απασχολούν όλους μας από τους αρχαίους χρόνους. Είναι επίσης αλήθεια πως η γλώσσα αυτή φαίνεται μακρινή και μυστηριώδης, ακόμη και ξένη, σε όποιον δεν είχε έρθει σε επαφή μαζί της στα χρόνια του Λυκείου, ούτε αρκούν ώστε να μας την καταστήσουν οικεία όλες οι ελληνικές ετυμολογίες που επικαλούμαστε καθημερινώς.

Απεναντίας, τα λατινικά, φαίνεται να συνδέονται πιο στενά με την καθημερινότητα μας, σαν στενός συγγενής. Κατ΄ αρχάς, χρησιμοποιούν το ίδιο αλφάβητο με εμάς. Δευτερευόντως, ακόμη κι όταν δεν τα καταλαβαίνουμε, έχουμε την αίσθηση πως καταλάβαμε, καθώς το λεξιλόγιο τους είναι ο γεννήτορας του δικού μας. Παρόλο που οι διατυπώσεις και οι έννοιες δεν αντιστοιχούν πλέον, παραμένει μια αυταπάτη συνέχειας και συγγένειας.

Η ιστορία των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών, καθώς παρακολουθούμε τις τροχιές τους στο χάρτη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, είναι η ίδια. Υπάρχουν όμως και διαφορές. Δεν περιλαμβάνουμε σε αυτές μόνον τις ιδιαίτερες περιστάσεις που γνώρισε κάθε μια από τις δυο αυτές γλώσσες, αλλά και τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο κατά το πέρασμα των αιώνων η κάθε μια θεωρήθηκε κι έγινε αντιληπτή.

Γλώσσα επαναπατρισμού
Τα λατινικά υποδείκνυαν διάρκεια και σταθερότητα, τα ελληνικά εξάλειψη και καταστροφή. Εξαφανίστηκαν από το χάρτη της μελέτης για πολλούς αιώνες και μετατράπηκαν σε κάτι σαν την ίδια την προσωποποίηση της νοσταλγίας. Την εποχή της νεωτερικότητας, μετά τις θριαμβολογικές αποκαταστάσεις της Αναγέννησης, η γνώση των ελληνικών έγινε όλο και πιο συχνά μυθικό στοιχείο, που σηματοδοτούσε τον αγώνα εναντίον των διαλυτικών δυνάμεων, την αντιπαράθεση στην παρακμή, την ανάκτηση της ισχύος, την επιστροφή στις ρίζες, έναν “επαναπατρισμό”, ή ακόμη και μια διερεύνηση του Εγώ.

Ο Χαίλντερλιν, ο Λεοπάρντι, ο Νίτσε και ο Φρόιντ είναι παραδείγματα, μόνο και μόνο για να επικαλεστούμε κάποια διακεκριμένα ονόματα. Το θέμα δεν αφορά μόνον τη γλώσσα: αφορά και τη σκέψη, τη φαντασία, τη ζωή. Η ελληνική γλώσσα είναι ανθρώπινοι και θεϊκοί ήρωες, είναι πολιτική, μύθοι, τοποθεσίες, ηθικές αξίες, αισθητικές αντιλήψεις, αισθήματα και συναισθήματα. Επίσης φέρει μέσα της όλη την αμφισημία των αρχαίων πραγμάτων, μηνύματα τα οποία την ίδια στιγμή που εμφανίζονται σπεύδουν να εξαφανιστούν, ώστε να μας αναγκάσουν να διδαχθούμε άλλους κωδικούς, άλλες κατηγορίες, άλλες προθέσεις.

Συναντάμε δυσκολίες έκφρασης, εκλεπτυσμένες διατυπώσεις, ξέχειλη γλωσσική αφθονία, που οι σύγχρονες μεταφράσεις μας ποτέ δεν θα αποδώσουν στην εντέλεια. Υπάρχει επίσης και ένα ιδιαίτερο αίσθημα ευθύνης, που επικαλύπτει τη μελέτη με ένα πέπλο κάποιου είδους συγκίνησης, καθώς είναι πασίγνωστο πως όταν ασχολούμαστε με τα ελληνικά, ασχολούμαστε με τις δικές μας απαρχές ή τουλάχιστον με την προβολή των δικών μας απαρχών.

Σύγχρονα έπη
Η ιστορία των ελληνικών είναι αρχαιότερη από εκείνη των λατινικών. Οι λογοτεχνικές τους αρχές, όπως δείχνουν η Ιλιάδα και η Οδύσσεια, συμπίπτουν με έναν πολύ υψηλό βαθμό γλωσσικής και πολιτιστικής ανάπτυξης. Και όχι μόνο. Τα ομηρικά έπη, όσο αρχαϊκά και παγωμένα σε κάποια τυποποίηση κι αν είναι, είχαν τόσο μεγάλη επιτυχία που τα κατέστησε πάντα σύγχρονα με όλη τη λογοτεχνία που ακολούθησε, αποτελώντας τη βάση μιας κοινής παιδείας και μιας εθνικής μνήμης.

Δεν υπάρχει σημαντικός συγγραφέας που να μην αναμετρήθηκε με εκείνα τα κείμενα. Η ίδια η φιλοσοφική αναζήτηση αναγκάστηκε να αναμετρηθεί με το κύρος του Ομήρου. Και θα αναδειχτούν νέοι συνεχιστές και μιμητές του Ομήρου πολλούς αιώνες μετά τη γέννηση του Χριστού. Τα λατινικά δεν είχαν ένα τόσο εντυπωσιακό ξεκίνημα. Απεναντίας, η μοίρα τα ανάγκασε να αρνούνται με όλο και μεγαλύτερη πεποίθηση την αρχαιότητά τους, μέχρις ότου η γραφή τους δεν τελειοποιήθηκε και διακανονίστηκε από δυο διδασκάλους όπως ο Κικέρων και ο Βιργίλιος. Η ψυχή των ελληνικών είναι συγκριτική.

Ζήτω τα Ελληνικά
Θεωρεί τον άλλον (αρχής γενομένης με τους Τρώες) και τον καθορίζει μέσω αντιθέσεων, συμμετριών, παραλληλισμών, συγκρίσεων. Αναζητά και εκφράζει τη συζήτηση, τη φιλονικία, τον αγώνα –δικαστικό, αθλητικό, στρατιωτικό, ρητορικό– και ταυτόχρονα επιδιώκει τη φιλία και την γενναιόδωρη ανταλλαγή. Αυτή την τάση προς το διάλογο αναμφίβολα την ευνοούν οι γεωπολιτικές συνθήκες του έθνους. Οι Έλληνες θεωρούσαν πως αποτελούσαν έναν ενιαίο λαό, αλλά αισθάνονταν και ήταν διαιρεμένοι.

Όταν αναφερόμαστε σε αυτούς, δεν εννοούμε ένα ενιαίο κράτος, αλλά επικαλούμαστε ένα σύνολο πόλεων, εκατοντάδων, που κάθε μια από αυτές κυβερνάται ανεξάρτητα. Υπήρχαν μοναρχίες, ολιγαρχίες, τυραννίες, δημοκρατίες και όλες αυτές προσπαθούσαν συνεχώς να συσχετιστούν μέσω της διπλωματίας ή μέσω του πολέμου, συνάπτοντας συμμαχίες και διαχειριζόμενες εκεχειρίες, αμοιβαίες επιρροές, ακόμη και ενώπιον της μόνιμης απειλής ξένων παρεμβάσεων, όπως των Περσών πρώτα και των Μακεδόνων αργότερα.

Οι Έλληνες κατάφεραν να μετατρέψουν τις διαιρέσεις σε κρίσιμες ευκαιρίες και αυτή βεβαίως είναι η πιο ζωντανή και θετική κληρονομιά τους. Ας μάθουμε από αυτούς: να μιλάμε και να κάνουμε διάλογο, να αναγνωρίσουμε τις ιδιομορφίες και να εμπλουτίσουμε με αυτές την έρημο της ούτω αποκαλούμενης παγκοσμιοποίησης. Αποτελεί μεγάλη ανάγκη για εμάς να αποδώσουμε εκ νέου στις γλώσσες μας όραμα κι επίγνωση, να αποδώσουμε κοινωνικό ή, για να εκφραστώ με μια ελληνική λέξη, πολιτικό βάρος σε ό,τι στοχαζόμαστε και λέμε.

Λατρεία για τη λέξη
Οι ομιλίες, ακόμη και οι πιο ιδιωτικές, αδειάζουν και χάνουν τη σημασία τους όταν παύουν να αναμετρούνται με κάποια αντίληψη του κόσμου. Από την εποχή του Ομήρου η ιστορία της ελληνικής γλώσσας χαρακτηρίζεται από πραγματική λατρεία για τη λέξη, και η απόδειξη βρίσκεται σε όλες τις μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας.

Με τις λέξεις αναζητούσαν την αλήθεια και το νόημα των πραγμάτων και η αλήθεια και το νόημα των πραγμάτων ενδέχεται να συμπίπτουν με την ίδια τη λέξη. Και αυτή η αναζήτηση συνεχίζεται με την επίγνωση πως η αλήθεια ξεφεύγει ή διασχίζεται ή δεν αφήνει να την πιάσεις και η ανθρώπινη γλώσσα είναι μονίμως εκτεθειμένη στον κίνδυνο να εκφράσει λανθασμένες παραστάσεις. Γι΄ αυτό οφείλει πάντα να επιβλέπει επί των μηχανισμών της για το γενικότερο αγαθό».

Το αλίευσα ΕΔΩ

Κυριακή 10 Μαΐου 2026

ΤΙ ΕΙΠΑΝ ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΕΣ ΑΦΟΥ ΠΟΛΕΜΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ - ΕΜΕΙΝΑΝ ΑΝΑΥΔΟΙ

 

Τον Απρίλιο του 1941, ο γερμανικός στρατός είχε κατακτήσει έξι έθνη σε δεκαοκτώ μήνες. Εξαντλήθηκαν την Ελλάδα – εξαντλημένοι από έξι μήνες πολέμου εναντίον της Ιταλίας – και είδαν έναν εύκολο στόχο. Έκαναν λάθος. 

Αυτό που ακολούθησε εξέπληξε τη Βέρμαχτ. Οι Έλληνες στρατιώτες κατείχαν οχυρωμένες θέσεις εναντίον των επίλεκτων γερμανικών μεραρχιών, πολέμησαν ενέργειες οπισθοφυλακής που αψήφησαν κάθε υπολογισμό και παραδόθηκαν μόνο όταν η στρατηγική κατάσταση κατέστησε αδύνατη την περαιτέρω αντίσταση - όχι επειδή έσπασαν. Οι Γερμανοί ταρακουνήθηκαν τόσο πολύ που παραχώρησαν στους Έλληνες πλήρεις στρατιωτικές τιμές, άφησαν τους αξιωματικούς να κρατήσουν τα σπαθιά τους, και απελευθερώθηκαν οι κρατούμενοι από σεβασμό. Ο ίδιος ο Χίτλερ στάθηκε στο Ράιχσταγκ και τους αποκαλούσε τον πιο γενναίο εχθρό που είχε αντιμετωπίσει η Γερμανία.

 Αυτή είναι η ιστορία για την οποία έγραψαν οι Γερμανοί στρατιώτες στο σπίτι. Η ιστορία που δεν κατάφερε ποτέ να μπει στα περισσότερα βιβλία της ιστορίας. Και η ιστορία που μπορεί να έχει αλλάξει το σύνολο της έκβασης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. 

ΠΗΓΈΣ: 

Cervi, Mario. Οι Κενές Λεγεώνες: Η Γκάφα του Μουσολίνι στην Ελλάδα. Doubleday, 1971. Παπαμπάρος, Αλέξανδρος. Η μάχη της Ελλάδας 1940–1941. 

Αθήνα, 1949. Μπάκλεϊ, Κρίστοφερ. Ελλάδα και Κρήτη 1941. Λονδίνο: HMSO, 1952. 

Χίτλερ, Αδόλφος. Ομιλία του Ράιχσταγκ, 4 Μαΐου 1941. Η γερμανική Reichstag καταγράφει. 

Βαν Κρεβέλ, Μάρτιν. Στρατηγική Του Χίτλερ 1940–1941: Το Βαλκανικό Τμήμα. Cambridge University Press, 1973. 

Χίγκινς, Τράμπουλ. Χίτλερ και Ρωσία: Το Τρίτο Ράιχ σε έναν πόλεμο δύο εμβολίων. Μακμίλαν, 1966. 

Γερμανική Ομάδα Στρατού 12 Αναφορές Μετά την Εν Δράση, Απρίλιος 1941. Bundesarchiv-Militärarchiv, Freiburg. 

Ρένγκελ, Τζούλιους. Ούρρα πεθαίνεις τυφέκιο! Προσωπικά απομνημονεύματα, 5η Ορεινή Μεραρχία. 

Τσώρτσιλ, Ουίνστον Σ. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, Vol. III: Η Μεγάλη Συμμαχία. Κάσελ, 1950. 

(Μετάφραση  Firefox)

 Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδος – Εὐαγγελικὸ καί Ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 10/5/2026

Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα

ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ια’ 19 – 30

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

19 Οἱ μὲν οὖν διασπαρέντες ἀπὸ τῆς θλίψεως τῆς γενομένης ἐπὶ Στεφάνῳ διῆλθον ἕως Φοινίκης καὶ Κύπρου καὶ Ἀντιοχείας, μηδενὶ λαλοῦντες τὸν λόγον εἰ μὴ μόνον Ἰουδαίοις.

19 Ἀλλὰ προτοῦ συμβοῦν αὐτὰ μὲ τὸν Κορνήλιον, ἐπεκράτει εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τῶν Ἱεροσολύμων ἡ προκατάληψις, ὅτι οἱ ἐθνικοὶ δὲν εἶχον τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τοὺς Ἰουδαίους ἐπὶ τῆς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σωτηρίας. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ διεσπάρησαν λόγῳ τοῦ διωγμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινεν ἐξ αἰτίας τοῦ Στεφάνου, ἔφθασαν μέχρι τῆς Φοινίκης καὶ τῆς Κύπρου καὶ τῆς Ἀντιοχείας καὶ δὲν ἐκήρυττον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ εἰς κανένα ἄλλον, παρὰ μόνον εἰς τοὺς Ἰουδαίους.

20 Ἦσαν δέ τινες ἐξ αὐτῶν ἄνδρες Κύπριοι καὶ Κυρηναῖοι οἵτινες εἰσελθόντες εἰς Ἀντιόχειαν ἐλάλουν πρὸς τοὺς Ἑλληνιστάς, εὐαγγελιζόμενοι τὸν Κύριον Ἰησοῦν.

20 Ἦσαν δὲ μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἄνδρες Ἰουδαῖοι μὲν κατὰ τὴν καταγωγήν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι εἶχαν γεννηθῇ ἄλλοι εἰς τὴν Κύπρον καὶ ἄλλοι εἰς τὴν Κυρηναϊκὴν Λιβύην. Αὐτοὶ ὅταν ἦλθαν εἰς τὴν Ἀντιοχείαν, ἐδίδασκον τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ εἶχον γεννηθῇ μακρὰν τῆς Παλαιστίνης καὶ εἶχον πλέον ὡς γλῶσσαν μητρικήν των τὴν Ἑλληνικήν, καὶ ἐκήρυττον εἰς αὐτοὺς τὸ Εὐαγγέλιον τῆς διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σωτηρίας.

21 καὶ ἦν χεὶρ Κυρίου μετ’ αὐτῶν, πολύς τε ἀριθμὸς πιστεύσας ἐπέστρεψεν ἐπὶ τὸν Κύριον.

21 Καὶ ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου ἦτο μαζί των καὶ μὲ τὴν συνέργειαν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς δυνάμεως ταύτης πολὺς ἀριθμὸς ἐκ τῶν Ἰουδαίων τούτων Ἑλληνιστῶν ἐπίστευσε καὶ ἐπέστρεψε εἰς τὸν Κύριον.

22 Ἠκούσθη δὲ ὁ λόγος εἰς τὰ ὦτα τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Ἱεροσολύμοις περὶ αὐτῶν, καὶ ἐξαπέστειλαν Βαρνάβαν διελθεῖν ἕως Ἀντιοχείας·

22 Ἔφθασε δὲ ἡ φήμη τῶν ἐπιτυχιῶν τούτων εἰς τὰ αὐτιὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, καὶ ἐξαπέστειλαν τὸν Βαρνάβαν νὰ ἔλθῃ μέχρις Ἀντιοχείας.

23 ὃς παραγενόμενος καὶ ἰδὼν τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐχάρη, καὶ παρεκάλει πάντας τῇ προθέσει τῆς καρδίας προσμένειν τῷ Κυρίῳ,

23 Αὐτὸς δέ, ὅταν ἦλθε καὶ εἶδε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐμαρτυρεῖτο ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν πιστευσάντων καὶ ἀπὸ τὸν βίον αὐτῶν, ἐχάρη καὶ προέτρεπεν ὅλους νὰ μένουν ἀφωσιωμένοι καὶ προσκολλημένοι εἰς τὸν Κύριον μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν τῆς ψυχῆς των.

24 ὅτι ἦν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ πλήρης Πνεύματος ἁγίου καὶ πίστεως· καὶ προσετέθη ὄχλος ἱκανὸς τῷ Κυρίῳ.

24 Ἐχάρη δὲ καὶ ἐστήριζε τοὺς νέους τούτους μαθητὰς ὁ Βαρνάβας, διότι ἦτο ἄνθρωπος ἀγαθὸς καὶ γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον καὶ πίστιν. Δι’ αὐτὸ δὲ καὶ ἠδύνατο νὰ στηρίζῃ καὶ νὰ παρακαλῇ. Καὶ ἐκ τῆς δράσεως ταύτης τοῦ Βαρνάβα προσετέθη εἰς τοὺς πιστοὺς ἀκολούθους τοῦ Κυρίου πολὺ πλῆθος λαοῦ.

25 ἐξῆλθε δὲ εἰς Ταρσὸν ὁ Βαρνάβας ἀναζητῆσαι Σαῦλον, καὶ εὑρὼν αὐτὸν ἤγαγεν αὐτὸν εἰς Ἀντιόχειαν.

25 Μετέβη δὲ ὁ Βαρνάβας εἰς Ταρσὸν διὰ νὰ ζητήσῃ τὸν Σαῦλον καὶ παραλάβῃ αὐτὸν ὡς βοηθόν του εἰς τὸ ἔργον τῆς διδασκαλίας καὶ ἐνισχύσεως τοῦ πλήθους τούτου τῶν Χριστιανῶν. Καὶ ὅταν τὸν εὔρε, τὸν ἔφερεν εἰς τὴν Ἀντιοχείαν.

26  ἐγένετο δὲ αὐτοὺς καὶ ἐνιαυτὸν ὅλον συναχθῆναι ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ καὶ διδάξαι ὄχλον ἱκανόν, χρηματίσαι τε πρῶτον ἐν Ἀντιοχείᾳ τοὺς μαθητὰς Χριστιανούς.

26 Συνέβη δὲ ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος οἱ δύο αὐτοὶ ἀπόστολοι νὰ λάβουν μέρος εἰς τὰς συνάξεις τῶν πιστῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ νὰ διδάξουν πλῆθος πολύ. Καὶ εἰς τὴν Ἀντιόχειαν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ πλήθους των ὠνομάσθησαν διὰ πρώτην φορὰν οἱ μαθηταὶ τοῦ Κυρίου Χριστιανοί.

27 Ἐν ταύταις δὲ ταῖς ἡμέραις κατῆλθον ἀπὸ Ἱεροσολύμων προφῆται εἰς Ἀντιόχειαν·

27 Κατὰ τὰς ἡμέρας δὲ αὐτὰς κατέβησαν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα εἰς τὴν Ἀντιόχειαν μερικοὶ προφῆται.

28 ἀναστὰς δὲ εἷς ἐξ αὐτῶν ὀνόματι Ἄγαβος ἐσήμανε διὰ τοῦ Πνεύματος λιμὸν μέγαν μέλλειν ἔσεσθαι ἐφ’ ὅλην τὴν οἰκουμένην· ὅστις καὶ ἐγένετο ἐπὶ Κλαυδίου Καίσαρος.

28 Εἰς τὴν σύναξιν δὲ τῶν πιστῶν ἐσηκώθη ἕνας ἀπὸ αὐτούς, ποὺ ἐλέγετο Ἄγαβος, καὶ φωτισθεὶς ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα κατέστησε γνωστόν, ὅτι ἔμελλε νὰ γίνῃ μεγάλη πεῖνα εἰς ὅλην τὴν οἰκουμένην. Ἔγινε δὲ πράγματι ἡ πείνα αὐτὴ ἐπὶ τῆς αὐτοκρατορίας τοῦ Κλαυδίου Καίσαρος.

29 τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς εὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ ἀδελφοῖς·

29 Κατόπιν δὲ τῆς προφητείας αὐτῆς οἱ μαθηταὶ ἀναλόγως τῶν πόρων καὶ τῶν μέσων, ποὺ εἶχε κανείς, ἀπεφάσισαν νὰ στείλουν καθένας ἀπὸ αὐτοὺς συνδρομὴν πρὸς βοήθειαν καὶ ὑπηρεσίαν τῶν ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι διέμενον ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ.

30 ὃ καὶ ἐποίησαν ἀποστείλαντες πρὸς τοὺς πρεσβυτέρους διὰ χειρὸς Βαρνάβα καὶ Σαύλου.

30 Πράγματι δὲ τὸ ἔκαμαν καὶ ἀπέστειλαν τὴν εἰσφοράν των εἰς τοὺς πρεσβυτέρους τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων διὰ τῶν χειρῶν τοῦ Βαρνάβα καὶ τοῦ Σαύλου.

Τό ἁλίευσα ΕΔΩ 

 

 

 Εὐαγγέλιο

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ δ’ 5 – 42

ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ Π.ΤΡΕΜΠΕΛΑ

5 ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχὰρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ.

5 Ἔρχεται λοιπὸν εἰς κάποιαν πόλιν τῆς Σαμαρείας, ἡ ὁποία ἐλέγετο Συχάρ, ποὺ ἦτο πλησίον εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Ἰακὼβ εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσήφ.

6 ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.

6 Ὑπῆρχε δὲ ἐκεῖ πηγάδι, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνοιχθῆ ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅπως ἦτο κοπιασμένος ἀπὸ τὴν πεζοπορίαν, ἐκάθητο κοντὰ εἰς τὸ πηγάδι. Ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἓξ ἀπὸ τὴν ἀνατολὴν τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημβρία.

7 ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Δός μοι πιεῖν.

7 Ἔρχεται τότε μία γυναῖκα, ποὺ κατήγετο ἀπὸ τὴν Σαμάρειαν, διὰ νὰ βγάλῃ ἀπὸ τὸ πηγάδι νερό. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἐδιψοῦσε, τῆς εἶπε· Δός μου νὰ πίω.

8 οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν, ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.

8 Ἐζήτησε δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὴν γυναῖκα νερό, διότι οἱ μαθηταί του, ποὺ θὰ ἐφρόντιζαν νὰ βγάλουν νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι, εἶχον ὑπάγει εἰς τὴν πόλιν διὰ νὰ ἀγοράσουν τρόφιμα.

9 λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· Πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις.

9 Λέγει λοιπὸν εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα ἡ Σαμαρείτισσα: Πῶς σύ, ὁ ὁποῖος εἶσαι Ἰουδαῖος, καταδέχεσαι καὶ ζητεῖς νὰ πίῃς νερὸν ἀπὸ ἐμέ, ἡ ὁποία εἶμαι γυναῖκα Σαμαρείτισσα; Ἔκαμε δὲ τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν ἡ γυναῖκα, διότι οἱ Ἰουδαῖοι ἐμίσουν τοὺς Σαμαρείτας καὶ δὲν ἤρχοντο εἰς σχέσεις μὲ αὐτούς.

10 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτὸν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν.

10 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπεν· Ἐὰν ἐγνώριζες τὴν δωρεὰν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ Θεός, καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ σοῦ λέγει τώρα, δός μου νὰ πίω, σὺ θὰ τοῦ ἐζητοῦσες καὶ θὰ σοῦ ἔδιδε νερὸ τρεχούμενον, ποὺ δὲν στειρεύει ποτέ· θὰ σοῦ ἔδιδεν αὐτὸς τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἡ ὁποία σὰν ἄλλο πνευματικὸ νερὸ καθαρίζει, δροσίζει, παρηγορεῖ καὶ ζωοποιεῖ τὰς ψυχάς, χωρὶς νὰ στειρεύῃ ποτέ.

11 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν;

11 Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, ἀσφαλῶς τὸ νερὸ αὐτό, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖς, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ πηγάδι αὐτό. Διότι οὔτε ἀγγεῖον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ μποροῦσες νὰ βγάλῃς ἀπὸ ἐδῶ νερό, ἔχεις, ἀλλὰ καὶ τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Ἀπὸ ποὺ λοιπὸν ἔχεις τὸ τρεχούμενον καὶ ἀστείρευτον νερόν;

12 μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;

12 Μήπως σὺ εἶσαι ἀνώτερος κατὰ τὴν ἀξίαν καὶ δύναμιν ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸν Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς κληρονομίαν τὸ πηγάδι αὐτὸ καὶ δὲν ἐζήτησεν ἄλλο καλύτερον νερόν, ἀλλ’ ἀπὸ αὐτὸ ἔπιε καὶ ὁ ἴδιος, καθὼς καὶ τὰ παιδιά του καὶ τὰ ζῷα, ποὺ ἔτρεφε καὶ ἔβοσκε;

13 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· Πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·

13 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε· Βεβαίως δὲν ἐννοῶ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ αὐτοῦ. Διότι καθένας ποὺ πίνει ἀπὸ τὸ νερὸ αὐτό, θὰ διψάσῃ πάλιν.

14 ὃς δ’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσει εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.

14 Ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ θὰ πίῃ ἀπὸ τὸ νερό, τὸ ὁποῖον θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ διψάσῃ ποτὲ εἰς τὸν αἰῶνα, ἄλλα τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω, θὰ μεταβληθῇ μέσα του εἰς πηγὴν νεροῦ, ποὺ δὲν θὰ στερεύῃ, ἀλλὰ θὰ ἀναβλύζῃ καὶ θὰ πηδᾷ καὶ θὰ τρέχῃ πάντοτε, διὰ νὰ τοῦ παρέχῃ ζωὴν αἰώνιον.

15 λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχομαι ἐνθάδε ἀντλεῖν.

15 Λέγει τότε πρὸς αὐτὸν ἡ γυναῖκα· Κύριε, δός μου τὸ νερὸ αὐτό, διὰ νὰ μὴ διψῶ καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποβάλλωμαι εἰς τὸν τόσον κόπον τοῦ νὰ ἔρχωμαι ἐδῶ διὰ νὰ βγάζω νερὸ ἀπὸ τὸ πηγάδι.

16 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε.

16 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Ἐφ’ ὅσον τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν τὸ θέλεις μόνον διὰ τὸν ἑαυτόν σου, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους μὲ τοὺς ὁποίους συζῇς, πήγαινε φώναξε τὸν ἄνδρα σου, καὶ ἔλα ἐδῶ μαζὶ μὲ αὐτόν, ὥστε καὶ ἐκεῖνος νὰ λάβῃ μαζί σου τὴν δωρεὰν αὐτήν.

17 ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· Οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω·

17 Ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπε· Δὲν ἔχω ἄνδρα. Λέγει πρὸς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Καλὰ εἶπες, ὅτι δὲν ἔχω ἄνδρα.

18 πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας.

18 Διότι ἔχεις πάρει πέντε ἄνδρας, τὸν ἕνα ὕστερα ἀπὸ τὸν ἄλλον. Καὶ τώρα μὲ αὐτόν, ποὺ ἔχεις, εἶσαι συνδεδεμένη μαζί του κρυφὰ καὶ δι’ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄνδρας σου. Αὐτὸ τὸ εἶπες ἀλήθεια.

19 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ.

19 Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυναῖκα· Κύριε, ἀπὸ τὰ μυστικὰ τῆς ζωῆς μου, τὰ ὁποῖα μοῦ εἶπες, μολονότι δὲν μὲ ἔχεις συναντήσει ἄλλοτε, ἀλλὰ μόλις σήμερον μὲ βλέπεις διὰ πρώτην φοράν, καταλαβαίνω, ὅτι σὺ εἶσαι προφήτης. Σὲ παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μὲ διαφωτίσῃς ἐπὶ τοῦ ἀκολούθου σπουδαίου ζητήματος.

20 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.

20 Οἱ πατέρες μας ἐπροσκύνησαν κι’ ἐλάτρευσαν τὸν Θεὸν εἰς τὸ ὅρος αὐτό, τὸ Γαριζεῖν, καὶ σεῖς οἱ Ἰουδαῖοι λέγετε, ὅτι εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα εἶναι ὁ τόπος, ὅπου πρέπει νὰ λατρεύωμεν τὸν Θεόν. Σὺ λοιπὸν ὡς προφήτης, τί λέγεις δι’ αὐτό;

21 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί.

21 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Πίστευσέ με, γυναῖκα, ὅτι γρήγορα ἔρχεται καιρός, ὁπότε οὔτε εἰς τὸ ὅρος αὐτὸ τὸ Γαριζεῖν μόνον, οὔτε εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἀποκλειστικὰ θὰ λατρεύσετε τὸν οὐράνιον Πατέρα.

22 ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν.

22 Σεῖς οἱ Σαμαρεῖται, οἱ ὁποῖοι ἀπερρίψατε τὰ βιβλία τῶν προφητῶν, προσκυνεῖτε ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχετε σαφῆ καὶ πλήρη γνῶσιν. Ἡμεῖς οἱ Ἰουδαῖοι προσκυνοῦμεν ἐκεῖνο, ποὺ γνωρίζομεν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι, ὅτι ὁ Μεσσίας, ποὺ θὰ σώσῃ τὸν κόσμον, προέρχεται ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, τοὺς ὁποίους ὁ Θεὸς ἐξέλεξεν ὡς λαὸν ἰδικόν του καὶ οἱ ὁποῖοι τελειότερον ἀπὸ κάθε ἄλλον τὸν ἐγνώρισαν καὶ τὸν ἐλάτρευσαν.

23 ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν.

23 Πολὺ σύντομα ὅμως ἔρχεται ὥρα, καὶ μπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ὥρα αὐτὴ ἦλθε τώρα, ὁπότε οἱ πραγματικοὶ προσκυνηταὶ θὰ προσκυνήσουν καὶ θὰ λατρεύσουν τὸν Πατέρα μὲ θεοφωτίστους τὰς πνευματικὰς δυνάμεις των, καὶ μὲ λατρείαν ὄχι τυπικὴν καὶ σκιώδη, ἀλλὰ πραγματικὴν καὶ ἐμπνευσμένην ἀπὸ πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς ἀληθείας. Διότι καὶ ὁ Πατὴρ ζητεῖ ἐπιμόνως τέτοιοι ἀληθινοὶ καὶ πραγματικοὶ προσκυνηταὶ νὰ εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν λατρεύουν.

24 πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.

24 Ὁ Θεὸς εἶναι πνεῦμα, δι’ αὐτὸ καὶ δὲν περιορίζεται εἰς τόπους. Καὶ ἐκεῖνοι, ποὺ τὸν λατρεύουν, πρέπει νὰ τὸν προσκυνοῦν μὲ τὰς ἐσωτερικάς των πνευματικὰς δυνάμεις, μὲ ἀφοσίωσιν τῆς καρδίας καὶ τοῦ νοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀληθῆ ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς λατρείας, ποὺ τοῦ πρέπει.

25 λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.

25 Λέγει εἰς αὐτὸν ἡ γυναῖκα· Γνωρίζω, ὅτι ἔρχεται ὁ Μεσσίας, ὄνομα τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεταφράζεται μὲ τὴν λέξιν Χριστός. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, θὰ μᾶς τὰ διδάξῃ ὅλα.

26 λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Ἐγώ εἰμι, ὁ λαλῶν σοι.

26 Λέγει εἰς αὐτὴν ὁ Ἰησοῦς· Ὁ Μεσσίας εἶμαι ἐγώ, ποὺ τὴν στιγμὴν αὐτὴν σοῦ ὁμιλῶ.

27 καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἤ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς;

27 Καὶ κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἦλθαν οἱ μαθηταί του καὶ ἐθαύμασαν, διότι ὁ Διδάσκαλος ὡμίλει δημοσίᾳ μὲ γυναῖκα, πρᾶγμα ποὺ ἀπηγορεύετο ἀπὸ τὰς παραδόσεις τῶν ραββίνων. Κανεὶς ὅμως δὲν εἶπεν· εἰς τί ζητεῖς νὰ σὲ ὑπηρετήσῃ ἡ γυναῖκα αὐτὴ ἢ περὶ ποίου θέματος ὁμιλεῖς μαζί της;

28 Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·

28 Ἡ γυναῖκα δὲ γεμᾶτη συγκίνησιν ὕστερον ἀπὸ αὐτά, ποὺ ἤκουσεν, ἀφῆκε τὴν στάμναν της εἰς τὸ πηγάδι καὶ ἐπῆγε τρέχουσα εἰς τὴν πόλιν καὶ εἶπεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους·

29 Δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;

29 Ἐλᾶτε νὰ ἴδετε ἔναν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος μοῦ εἶπεν ὅλα ὅσα ἔκαμα, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ μυστικὰ καὶ ἰδιαίτερά μου. Μήπως εἶναι αὐτὸς ὁ Χριστός;

30 ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.

30 Ἐβγῆκαν λοιπὸν ἀπὸ τὴν πόλιν οἱ Σαμαρεῖται καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.

31 Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· Ραββί, φάγε.

31 Ἐν τῷ μεταξὺ δέ, ἕως ὅτου εἰδοποιηθοῦν οἱ Σαμαρεῖται καὶ ἔλθουν εἰς συνάντησιν τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶχεν ἀπορροφηθῆ ἀπὸ τὸ πνευματικόν του ἔργον καὶ δὲν ἐνδιεφέρετο διόλου διὰ τὸ φαγητόν, τὸν παρεκάλουν οἱ μαθηταὶ καὶ τοῦ ἔλεγον: Διδάσκαλε, φάγε.

32 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.

32 Αὐτὸς ὅμως τοὺς εἶπεν· Ἐγὼ ἔχω φαγητὸν νὰ φάγω, τὸ ὁποῖον σεῖς δὲν ἠξεύρετε.

33 ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· Μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;

33 Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἐκατάλαβαν τὴν σημασίαν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Κυρίου, ἔλεγαν μεταξύ τους οἱ μαθηταί· Μήπως τὴν ὥραν, ποὺ ἐλείπαμεν ἡμεῖς, τοῦ ἔφερε κανένας ἄλλος φαγητὸν καὶ ἔφαγε;

34 λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον.

34 Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἰδικόν μου φαγητόν, τὸ ὁποῖον μὲ χορταίνει καὶ μὲ τρέφει, εἶναι νὰ πράττω πάντοτε τὸ θέλημα ἐκείνου, ποὺ μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον καὶ νὰ φέρω εἰς τέλειον πέρας τὸ ἔργον του, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ θερμὸν ἐνδιαφέρον μου διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ μὲ ἀπερρόφησεν ὁλόκληρον τώρα, ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθουν ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖται, καὶ μοῦ ἔκοψε κάθε ὄρεξιν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν φυσικὴν πεῖναν.

35 οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμόν. ἤδη.

35 Δὲν λέγετε σεῖς, ὅτι τέσσαρες μῆνες ὑπολείπονται ἀκόμη καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; Εἰς τὴν πνευματικὴν ὅμως σπορὰν εἶναι δυνατὸν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ νὰ καρποφορήσῃ καὶ εἰς χρονικὸν διάστημα πολὺ σύντομον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ αὐτοῦ, ποὺ σᾶς λέγω, σηκώσατε τὰ μάτια σας καὶ κυττάξετε τὸ πλῆθος αὐτὸ τῶν Σαμαρειτῶν, ποὺ ἔρχονται. Εἶναι αὐτοὶ λογικὰ χωράφια, εἱς τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόφθασε νὰ σπαρῇ ὁ λόγος τῆς ἀληθείας καὶ ὅμως εἶναι λευκὰ καὶ ὥριμα πλέον, ἕτοιμα διὰ νὰ θερισθοῦν. Ἔτσι καὶ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου αἱ ψυχαὶ τῶν ἀνθρώπων εἶναι τώρα ὥριμοι διὰ νὰ δεχθοῦν τὴν σωτηρίαν.

36 καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων.

36 Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ θερίζει εἰς τὸν πνευματικὸν αὐτὸν ἀγρὸν λαμβάνει μισθόν, ὄχι μόνον διότι χαίρει καὶ ἐδῶ βλέπων τὴν πνευματικὴν συγκομιδήν, ἀλλὰ καὶ διότι θὰ ἀνταμειφθῇ καὶ εἰς τὸν μέλλοντα βίον ὑπὸ τοῦ Κυρίου. Ἐπειδὴ δὲ ἑλκύει εἰς τὴν σωτηρίαν ψυχὰς ἀθανάτους, συναθροίζει καρπὸν διὰ τὴν αἰώνιον ζωήν. Καὶ ἔτσι εἰς τὴν πνευματικὴν σποράν, ποὺ γίνεται τώρα, ἐγὼ ὁ σπορεὺς χαίρω μαζὶ μὲ σᾶς, ποὺ θὰ θερίσετε.

37 ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινὸς, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων.

37 Διότι εἰς αὐτήν, τὴν ἰδικήν μας δηλαδὴ περίπτωσιν, ἐφαρμόζεται ἡ σωστὴ παροιμία, ὅτι ἄλλος ἔσπειρε καὶ ἄλλος θερίζει. Ἔσπειρα ἐγὼ καὶ θὰ θερίσετε σεῖς, ὅπως καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ σπείρετε σεῖς καὶ θὰ θερίσουν οἱ διάδοχοί σας.

38 ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.

38 Ἐγώ, ὁ Κύριος τοῦ ἀγροῦ, σᾶς ἔστειλα, διὰ νὰ θερίζετε ἐκεῖνο, ποὺ σεῖς δὲν ἔχετε κοπιάσει διὰ νὰ σπαρῇ. Ἄλλοι, ἤτοι ἐγὼ καὶ οἱ πρὸ ἐμοῦ προφῆται, ἔχουν κοπιάσει καὶ ἔχουν σπείρει, καὶ σεῖς ἔχετε ἔμβει εἰς τοὺς κόπους καὶ τὴν σποράν τους διὰ νὰ θερίσετε.

39 Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικὸς, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.

39 Ἀπὸ τὴν πόλιν δὲ ἐκείνην Συχὰρ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Σαμαρείτας ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ὅτι ἦτο ὁ Μεσσίας, ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς γυναικός, ποὺ ἐμαρτύρει, ὅτι μοῦ εἶπεν ὅλα ὅσα ἔπραξα, καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ ἰδιαίτερά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἤξευραν οὔτε ἐκεῖνοι, μὲ τοὺς ὁποίους συζῶ καὶ ἀπὸ χρόνον πολὺν μὲ γνωρίζουν.

40 ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας.

40 Ὅταν λοιπὸν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, τὸν παρεκάλουν νὰ μείνῃ διὰ παντὸς μαζί τους. Καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας.

41 καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ,

41 Καὶ ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν τοὺς ἔκαμε κατὰ τὰς δύο αὐτὰς ἡμέρας, ἐπίστευσαν πολὺ περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἦλθαν εἰς τὸ πηγάδι καὶ τὸν προσεκάλεσαν νὰ μείνῃ εἰς τὴν πόλιν των.

42 τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου.

42 Καὶ εἰς τὴν γυναῖκα ἔλεγον, ὅτι δὲν πιστεύομεν πλέον διὰ τὰ ὅσα μᾶς εἶπες σύ· διότι ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχομεν ἀκούσει αὐτὸν καὶ γνωρίζομεν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀληθῶς ὁ Σωτὴρ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας, ὁ Χριστός.

 Τό ἁλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης