Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

«Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδιάν μας μόνο το αίσθημα το Ελληνικό»


Θ. Μαλκίδης

«Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδιάν μας μόνο το αίσθημα το Ελληνικό…...»

Η Επανάσταση πάντοτε αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί πρότυπο και  παράδειγμα, εμπεριέχοντας λόγο, έργο, πράξη, πρόσωπα. Ανάμεσα σ΄ αυτά, πρωταγωνιστική θέση έχει ο Καποδίστριας ως μία μορφή, αγωνιστική, έντιμη, που με ανιδιοτέλεια προσέφερε, εν τέλει και τη ζωή του στην Ανάσταση του Έθνους μας, Η προβολή της Ελληνικότητας, ως πρότυπο βίου, κυβέρνησης, πολιτικής, προσφοράς, αποτελεί αν μη τι άλλο ως την κυρίαρχη παρέμβαση του Κυβερνήτη, του μοναδικού με αυτήν την προσφώνηση, στην πατρίδα.

Η άφιξη του Καποδίστρια στις 24 Ιανουαρίου του 1828  στην Αίγινα, που ήταν η έδρα της κυβέρνησης, αποτελεί μία ιστορική στιγμή για το εθνικό και πολιτικό μας σύμπαν. 

Εκεί με μια εμπνευσμένη, όπως αναφέρεται,  ομιλία τον προσφώνησε ο Θεόφιλος Καΐρης, αλλά την εικόνα που συνάντησε περιγράφει ο ίδιος ο Καποδίστριας,  στη συνομιλία του με το Γεωργάκη Μαυρομιχάλη: «Είναι καιροί που πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά εις την ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφτασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα κάτι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί… «Ζήτω ο Κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας» εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήτον το συναπάντημα μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος.  Η γη εβρέχετο με δάκρυα. Εβρέχετο η μυρτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από τον γιαλό ως την εκκλησία. Ανατρίχιαζα μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου….» . 

Και καταλήγει ο Καποδίστριας λέγοντας: «Κατεβαίνω ως πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχές πολλών, το ονειροπόλημα των λογιοτάτων, ξένων πρακτικών ζωής, το φιλύποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών. Η νίκη θα είναι δική μας αν βασιλεύση εις την καρδιάν μας μόνο το αίσθημα το Ελληνικό. Ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης». 

Το παραπάνω απόσπασμα αποτελεί, ένα από τα πολλά τεκμήρια της πολιτικής προσωπικότητας, αλλά και του ανθρώπου Ιωάννη Καποδίστρια. Στη σημερινή περίοδο, της επονομαζόμενης κρίσης, της παρακμής, της οικονομικής, κοινωνικής, πνευματικής και πολιτικής πτώχευσης, οι παραπάνω επισημάνσεις για την «νίκη  με αίσθημα Ελληνικό» του Κυβερνήτη, αναζητούν  ανθρώπους και πολιτικούς, Έλληνες και Ελληνίδες…… 





Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Λόγος Καποδίστρια όταν έφτασε στην Αίγινα να αναλάβει Κυβερνήτης.

20140326-080823.jpg
Για το Αρχείο κάθε Έλληνα.!

 11 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας απεβιβάσθη στην Αίγινα.

 Ο Γ. Τερτσέτης στα «Απόλογα για τον Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία του Κυβερνήτη με τον Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:

«Είναι καιροί πού πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο. Είδα πολλά είς την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα
όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα τί παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδή… «Ζήτω ο κυβερνήτης ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας!»

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠΟ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ… ΓΕΡΟΝΤΑΣ

kapodistrias
ΔΕΟΣ καταλαμβάνει όποιον διαβάσει μία επιστολή του Νεομάρτυρος της Ρωηιοσύνης Κυβερνήτου Ιωάννου Καποδίστρια, προς τον μόνιμο στρατιωτικό Ιερέα (Αρχιμ. Ιωακείμ Φυνδανάκη )
Αντικρύζεις εκεί έναν ολόκληρο Πρωθυπουργό να γίνεται παράλληλα και Γέρων-Στάρετς, της πίστεώς μας.
Η επιστολή αυτή, μπορεί να ήταν υπηρεσιακή, όμως  ……
αποπνέει την ζέουσα πίστη στην Ορθόδοξο Λατρευτική και Μυστηριακή ζωή του οσίου Κυβερνήτου.
Ο Ι. Καποδίστριας αν και κατακλυζόμενος από σωρεία προβλημάτων και δυσχερειών, αφιέρωσε χρόνο και σκέψη για να νουθετήσει, ως  άλλος Πνευματικός, τα περί Αγιοπνευματικής ζωής των υποψηφίων αξιωματικών του Στρατού.

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Επιστολή-καταπέλτης του Ιωάννη Καποδίστρια εναντίον των μασονικών στοών που δρούσαν ανεξέλεγκτα στη χώρα!


EΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Αριθ. 2953
Μυστική Εγκύκλιος
Ο ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Προς το Πανελλήνιον
Προς τους κατά το Αιγαίον Πέλαγος και την Πελοπόννησον Εκτάκτους Επιτρόπους και τους Αρχηγούς των κατά ξηράν και θάλασσαν Δυνάμεων.
Γνωρίζει η Κυβέρνησις, ότι Πολίται τινές επιμένουν πιστεύοντες και τους άλλους πείθοντες, ότι αι μυστικαί Εταιρείαι χορηγούσι μέσα σωτήρια εις την Πατρίδα, ή

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Εξαιρετικό αφιέρωμα στον Ιωάννη Καποδίστρια (εκπομπή - Η ΩΡΑ Των Βετεράνων)

Ολοκληρώθηκαν στο Ναύπλιο οι τιμητικές εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 185 χρόνων από την ανάληψη των καθηκόντων του Ιωάννη Καποδίστρια ως πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, που οργάνωσε το Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών και Σπουδών «Ιωάννης Καποδίστριας», το Διαπεριφερειακό Κοινωνικό Ίδρυμα Κέντρο Εθνικής

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2013

Σὰν σήμερα δολοφονήθηκε ὁ "ἅγιος της πολιτικῆς" καὶ ὁ μόνος αὐθεντικὸς ἀντισυστημικὸς ἡγέτης τῶν Ἑλλήνων Ἰωάννης Καποδίστριας!

τοῦ Ἰωάννη Κορνιλάκη 
Σὰν σήμερα πρὶν 182 χρόνια στὸ πλατύσκαλο τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνα στὸ Ναύπλιο, δολοφονήθηκε ὁ Πρῶτος Κυβερνήτης τοῦ Ἔθνους ὁ Ἰωάννης Καποδίστριας. Σὲ τοῦτο τὸν Ἱερὸ Ναό, ποὺ σήμερα εἶναι ὁ πιὸ ἐγκαταλελειμένος σὲ ὁλόκληρο τὸ Ναύπλιο. Σύμπτωση θὰ μοῦ πεῖτε, ἀλλὰ πολλὲς ἕως ἄπειρες οἱ συμπτώσεις ποὺ ἔχουν σχέση μὲ τὴν

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2013

Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΩΣ ΗΓΕΤΗΣ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕ ΣΤΟ ΘΕΟ ΚΑΙ ΖΟΥΣΕ ΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ


 Του πρωτοπρεσβύτερου Θεμ.Μουρτζανού


Είναι δεδομένο ότι όσα πρότυπα και αν έχουμε στη ζωή μας, η ευθύνη για να προχωρήσουμε, να προοδεύσουμε, να κρίνουμε και να παραδώσουμε στους μετά από εμάς, μας αφορά προσωπικά. Ναι, τα πρότυπα έχουν αξία, ιδίως για τους νεώτερους, για να έχουμε μέσα στην καρδιά μας την πεποίθηση ότι και άλλοι, πριν από εμάς, είχαν αξίες, οράματα, εμπνεύσεις, εσωτερικά στηρίγματα και κατάφεραν στη ζωή τους να λειτουργήσουν με κριτήριο όχι μόνο την προσωπική τους φιλοδοξία (κατά πάντα ανθρώπινη), αλλά και με γνώμονα το συλλογικό συμφέρον. Όμως ο καθένας από εμάς κρίνεται τόσο από την Ιστορία όσο και από το περιβάλλον του όχι για τα πρότυπα, τα οποία είχε, αλλά για τις επιλογές του και τις πράξεις του. 




Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Ο Καποδίστριας για την παιδεία

Δημήτρης Νατσιός
 
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου του 1831. Ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, μέσω των στενωπών του Ναυπλίου, μεταβαίνει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, συνοδευόμενος από τον μονόχειρα σωματοφύλακά του Γ.Κοκκώνη και ένα στρατιώτη. Καθ’ οδόν συναντά τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχαλαίους, οι οποίοι, αφού τον χαιρέτησαν, στάθηκαν στην είσοδο της στενής θύρας του ναού. Καθώς ο

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Η σχέση του Ι. Καποδίστρια με την εκκλησία και το στρατό.

Παρακάτω δύο ενδιαφέροντα άρθρα για τη σχέση του Καποδίστρια με την εκκλησία και το στρατό.

Α. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Ιωάννης Καποδίστριας: «Η εκκλησία είναι η εγγύηση του έθνους»

Η ενίσχυση του κύρους της εκκλησίας είναι η βάση για την αναγέννηση του Έθνους. Αυτό τονίζει σε βαρυσήμαντη εγκύκλιο επιστολή που απέστειλε προς τους Έλληνες στις 18 Απριλίου 1819 ο Ιωάννης Καποδίστριας.[1]*
Προφητικός ο λόγος του κυβερνήτη της Ελλάδας που γράφεται δύο χρόνια, πριν ξεσπάσει η Επανάσταση της Παλιγγενεσίας και εννιά χρόνια προτού κληθεί να κυβερνήσει το μικρό αλλά ελεύθερο Ελληνικό κράτος.
Ο Καποδίστριας απευθύνεται στους «αδελφούς του» Έλληνες, ως σε παιδιά της «Αγίας μας Μητέρας Εκκλησίας». Τους συνιστά να αγαπούν μόνο το καλό και να μην κοιτάζουν μόνο το προσωπικό συμφέρον. Τους λέει να βελτιώσουν τη ζωή τους και να ετοιμασθούν για τα μεγάλα πλεονεκτήματα που προσφέρει ένας ηθικός και χριστιανικός πολιτισμός.
Τους συνιστά ακόμη να καλλιεργήσουν τα γράμματα διότι έτσι θα γίνουν οι πολίτες άξιοι του σεβασμού και της εμπιστοσύνης της Πολιτείας και βαθμιαίως η Πολιτεία θα μάθει να σέβεται και να ακούει και να εμπιστεύεται τους πολίτες της. Οι Έλληνες πρέπει να ασχοληθούν αποκλειστικά με την ηθική και ανθρωπιστική εκπαίδευση γιατί χωρίς αυτήν κάθε άλλο αντικείμενο μόρφωσης είναι μάταιο και κάθε εργασία επικίνδυνη. Και η ηθική εκπαίδευση θα πρέπει να ξεκινήσει, κατά τον Καποδίστρια, από την κατάρτιση του κλήρου.
Κατά την άποψή του, το τεράστιο κύρος της Εκκλησίας ενισχυμένο με την κατάρτιση και το ήθος των κληρικών της θα αποτελεί την εγγύηση της συνέχειας του Έθνους. Έτσι έβλεπε ο κυβερνήτης την Ελλάδα μέσα από την παράδοση και την κληρονομιά της. Και παρακάτω γράφει πως το Έθνος οφείλει ολοκληρωτική αφοσίωση στην Εκκλησία γιατί έτσι θα προοδεύσει.
Το δεύτερο που ο Καποδίστριας συνιστά είναι η κατάρτιση των νέων σε θέματα επιχειρήσεων και στο ελεύθερο επάγγελμα και εμπόριο. Και συνιστά οι νέοι για την ηθική ζωή να μεταβαίνουν στη Ρωσία όπου η Εκκλησία συμβάλλει αποφασιστικά στην ευημερία της χώρας και στην πρόοδο του πολιτισμού της. Αλλά όσον αφορά τις επιστήμες, τις τέχνες και την ελευθερία στο επιχειρείν και την ανάπτυξη των ικανοτήτων στο εμπόριο και την παραγωγή, συνιστά οι νέοι να πάνε σε χώρες που διακρίνονταν για τις επιδόσεις τους στους τομείς αυτούς όπως ήταν και είναι οι ΗΠΑ, η Αγγλία και η Ελβετία.
Ο Καποδίστριας  θεωρούσε ότι οι Έλληνες έχουν μεγάλες ικανότητες στο εμπόριο και τους συμβούλευσε να αναπτυχθεί σε κάθε μικρή κοινότητα μια μαγιά από χρήματα και να επιλεγούν άνθρωποι με ευαισθησίες, με ήθος κι ικανότητες για να διαχειριστούν την περιουσία αυτή και να την αυξήσουν. Την ελευθερία λοιπόν στις επιχειρήσεις ο Καποδίστριας την έβλεπε ως παράλληλη με την αφοσίωση στη Εκκλησία και με την απόκτηση δι' αυτής εντίμου και υγιούς φρονήματος.
Τέλος, ο Ιωάννης Καποδίστριας προειδοποιεί ότι αν οι Έλληνες δεν ακολουθήσουν αυτή τη γραμμή, της αφοσίωσης στην Εκκλησία και της επίδοσης στην εκπαίδευση, στις επιστήμες, τις τέχνες και το εμπόριο, τότε οι θυσίες τους θα πάνε χαμένες και δυστυχία θα προστεθεί στην Ελλάδα. Γιατί η ανάπτυξη και η ευημερία, κατά τη γνώμη του, έρχεται με το να απαλλαγεί ο Έλληνας από μάταιες φιλοδοξίες και από ιδιοτελή συμφέροντα και να αφιερωθεί στα συμφέροντα μόνο της γενέθλιας γης του. Και ολοκληρώνει την εγκύκλιο επιστολή του τονίζοντας ότι ελπίζει πως δεν θα υπάρξει ο κίνδυνος να έχει και άλλα δεινά η πατρίδα, διότι «οι συνέπειες των λαθών των προηγουμένων γενεών μετρούν ακόμη στις κεφαλές του Ελληνικού Έθνους». Την απαραίτητη συμβολή της Εκκλησίας στην ανάπτυξη και ευημερία της Ελλάδος την παραδέχονται και Τούρκοι ειδικοί επιστήμονες, αλλά την αρνούνται οι δικοί μας «διανοούμενοι»... Αναφέρει ο καθηγητής Αντνάν Εκσιγκίλ[2]* ότι σε αντίθεση με το Ισλάμ, του οποίου ο ρόλος ήταν αρνητικός στην ανάπτυξη του τουρκικού έθνους-κράτους, στην Ελλάδα «η θρησκεία έπαιξε ένα ρόλο μάλλον θετικό και καθοριστικό στην ανάπτυξή της». Και συμπληρώνει : «Αναλογισθείτε τους πολυάριθμους Έλληνες ήρωες που ήταν ιερείς και άνθρωποι της θρησκείας. Οι Τούρκοι δεν έχουν καμία ανάλογη θρησκευτική μορφή στην ιστορία τους.»

Β. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΊΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΟΣ
Η άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο, στις 6 Ιανουαρίου 1828, ως πρώτου Κυβερνήτη της χώρας, άνοιξε μια νέα περίοδο  και στην οργάνωση του Τακτικού Στρατού. Κατανόησε ότι για την επιτυχία του ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ενός συμβουλευτικού οργάνου, και συγκρότησε στις 23 Ιανουαρίου 1828 «Πολεμικό Συμβούλιο», και ένα χρόνο μετά, το 1829, συγκροτήθηκε «Γραμματεία επί των Στρατιωτικών και Ναυτικών Υποθέσεων». Αμέσως μετά, ο Καποδίστριας επιδόθηκε στην αναδιοργάνωση των άτακτων στρατευμάτων. Ήταν η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια οργανώσεως των άτακτων σωμάτων από την έναρξη του Αγώνα. Η πρώτη είχε γίνει από την Α' Εθνική Συνέλευση, στις 9 Ιανουαρίου 1822. Οι νέοι σχηματισμοί συγκεντρώθηκαν στα Μέγαρα και την Ελευσίνα, όπου στις 16 και 26 Απριλίου αντίστοιχα, έδωσαν τον καθιερωμένο όρκο και παραδόθηκαν οι σημαίες από τον Κυβερνήτη. Οι δυνάμεις αυτές, με τη νέα οργάνωση και σύνθεση συμμετείχαν στις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις της Στερεάς Ελλάδας και η προσφορά τους ήταν σημαντική.
Μετά τη μάχη στην Πέτρα Βοιωτίας, ο Καποδίστριας, δημιούργησε σταδιακά δεκατρία ελαφρά τάγματα Πεζικού, ενώ στις 17 Αυγούστου 1828 συγκροτήθηκε το πρώτο εθελοντικό τάγμα Πυροβολικού και λίγο αργότερα, στις 28 Ιουλίου 1829, συστήθηκε για πρώτη φορά, τμήμα Μηχανικού με την ονομασία «Σώμα Αξιωματικών Οχυρωματοποιίας και Αρχιτεκτονικής».
Στην εποχή του Καποδίστρια εξάλλου, τέθηκαν και οι πρώτες βάσεις κοινωνικής μέριμνας για το στρατιωτικό προσωπικό και τις οικογένειες του. Ειδικότερα, το Φεβρουάριο του 1828, καθορίστηκαν οι συντάξεις όσων αποχωρούσαν λόγω τραυμάτων, αρρώστιας ή γήρατος, καθώς και η απονομή συντάξεων στις οικογένειες όσων σκοτώνονταν ή πέθαιναν «εν υπηρεσία».
Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους αποφασίστηκε η χορήγηση μηνιαίου σιτηρέσιου ή ένταξη στο «Σώμα Απομάχων» αυτών που είχαν καταστεί ανίκανοι κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους. Οι απόμαχοι, που αποχωρούσαν από τις τάξεις του στρατεύματος, έπαιρναν σύνταξη ίση με το μισό των αποδοχών τους. Ολόκληρο το μισθό τους έπαιρναν, ως σύνταξη, μόνο αυτοί που συμπλήρωναν τεσσαρακονταετία. Επίσης, συστήθηκε ειδικά για την περίθαλψη τους το «Ίδρυμα Απομάχων».
Δολοφονία του Καποδίστρια και αποσύνθεση του Τακτικού Στρατού
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, από πολιτικούς του αντιπάλους, με συνέπεια να επικρατήσει πλήρης πολιτική και κοινωνική αναρχία στο εσωτερικό της χώρας, με άμεση επίδραση και στο στρατό. Τα ελαφρά τάγματα γρήγορα διαλύθηκαν, σχηματίζοντας και πάλι ένοπλες ομάδες με αρχηγούς τους παλιούς οπλαρχηγούς των άτακτων σωμάτων. Ο Τακτικός Στρατός, που σε όλο σχεδόν το διάστημα μέχρι το θάνατο του Κυβερνήτη είχε μείνει αμέτοχος σε κάθε πολιτική διαμάχη, υπέστη και αυτός τις αρνητικές συνέπειες των τελευταίων θλιβερών γεγονότων. Ο Στρατηγός Ζεράρ, μαζί με τους περισσότερους Γάλλους αξιωματικούς, αποχώρησαν από το στράτευμα. Επιπλέον, λόγω ελλείψεως των αναγκαίων οικονομικών πόρων για τη συντήρηση του Τακτικού Στρατού, σημειώθηκε μεγάλη διαρροή των ανδρών του προς τους άτακτους.
Η Κυβερνητική Επιτροπή που διαδέχθηκε τον Καποδίστρια, διόρισε Διοικητή του Στρατού τον παλιό φιλέλληνα Γάλλο Συνταγματάρχη Graillard (Γκρεγιάρ), με βοηθό τον Υπολοχαγό Πυροβολικού Σκαρλάτο Σούτσο. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της νέας διοικήσεως, η δύναμη του Τακτικού Στρατού μειώθηκε στο ελάχιστο και η όλη οργανωτική προσπάθεια των τελευταίων ετών κινδύνευε να καταστραφεί. Το ίδιο συνέβη και στον τομέα της εκπαιδεύσεως. Ο Πωζιέ παραιτήθηκε από τη διοίκηση του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Βαυαρός Συνταγματάρχης Reineck (Ράινεκ), ο οποίος με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να το διατηρήσει σε λειτουργία. Η αποχώρηση εξάλλου των Γάλλων προγυμναοτών και η μη αναπλήρωση τους από άλλο προσωπικό είχε ως συνέπεια τη διακοπή της εκπαιδεύσεως και τη χαλάρωση της πειθαρχίας.
Ωστόσο, τα θεμέλια που με τόσο μόχθο είχαν τεθεί επί Καποδίστρια στη στρατιωτική οργάνωση και εκπαίδευση, έμειναν ακλόνητα και αποτέλεσαν τη βάση των παραπέρα προσπαθειών για τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας.
Επιμέλεια άρθρου: Κωστούλας Βασίλειος
Πηγές
Α Αρθρο
«ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΊΝΑΙ Η ΕΓΓΥΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ» άρθρο του Παναγιώτη Στ. Μαυραειδή Ιστορικού
egolpion.com

B Αρθρο
ΓΕΝΙΚΟ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΣΤΡΑΤΟΥ  army.gr

Ποσειδώνας Το αλίευσα ΕΔΩ

Δευτέρα 9 Απριλίου 2012

Η Εικόνα της Παναγίας της «Γλυκοφιλούσας» του Ιωάννη Καποδίστρια.


Η λαϊκής τεχνοτροπίας εικόνα της Θεοτόκου (διαστ. 0,40 Χ 0,54), με αδρή την επτανησιακή επίδραση ανήκε στον πρώτο Κυβερνήτη της Ελλάδας, Ιωάννη Καποδίστρια

Την εικόνα αυτή, ο πλήρης πίστεως στο Θεό και την Παναγία Μητέρα Του Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας είχε στο δωμάτιο του και όπως φαίνεται από την ιδιόχειρη επιγραφή, που σώζεται όπισθεν της εικόνας, στην Υπεραγία Θεοτόκο απευθυνόταν προσευχόμενος ο μαρτυρικός εθνικός ηγέτης κατά τις ώρες των περιστάσεων και κινδύνων, που συναντούσε στην προσπάθειά του να συστήση και να συγκρότηση, συν Θεώ, εκ θεμελίων το καινούργιο Ελληνικό Κράτος.
«Ο Καποδίστριας είχε έναν Κορίνθιο αξιωματικό, υπασπιστή, ο οποίος πήρε την εικόνα μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη και την δώρησε αργότερα στον Iερό Ναό του Πολιούχου Κορίνθου, Αποστόλου Παύλου. Εκεί υπήρχε η εικόνα μέχρις ότου παρελήφθη από τό Εκκλησιαστικό Μουσείο Κορίνθου και τοποθετήθηκε σε ειδική θέση σ’ αυτό».
Συντηρημένη μόλις, από ειδικό συντηρητή έργων τέχνης και αρχαιοτήτων, τυπώθηκε για πρώτη φορά και κυκλοφορεί πρός «διδαχήν» της πίστεως της αρετής και της ευσέβειας.
Στο πίσω μέρος της εικόνας υπάρχει ιδιόχειρο ικετευτικό επίγραμμα του Ιωάννη Καποδίστρια: «Γλυκοφιλούσα Μαριάμ τον Υιόν σου αίτησαι υπέρ εμού του δούλου σου Ιωάννου, βραβεύσαι, μετά σοφίας κυβερνάν τον ευσεβή λαόν σου και βασιλείας με Αυτού τυχείν δι’ έλεός Του. 1829»
Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΩΡΓΑΚΗ: ΤΟΛΜΗΣΕ ΝΑ ΣΥΓΚΡΙΘΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΓΑΛΟ ΕΘΝΙΚΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ!

Απίστευτη ιεροσυλία από τον θρασύτατο καταστροφέα της Ελλάδας, Γιωργάκη Παπανδρέου! Στην ομιλία του στην Κ.Ο του Πασοκ, τόλμησε να συγκριθεί με τον μεγάλο Εθνικό Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια:


Μάλιστα, ανέφερε πως όπως εκείνον τον δολοφόνησαν επειδή έκανε αλλαγές στη χώρα, συγκρούστηκε με συμφέροντα κλπ, έτσι και τώρα όσοι κατηγορούν το Πασοκ για την εθνοπροδοτική του πολιτική, είναι στο ίδιο...τσουβάλι με τους δολοφόνους του Καποδίστρια!

Ενημερώνουμε τον ανιστόρητο Αμερικανοεβραιοπολωνοέλληνα "Πρωθυπουργό", πως ο Ιωάννης Καποδίστριας ούτε Μνημόνια υποθήκευσης της χώρας υπέγραψε, ούτε άδικους φόρους έβαλε, ούτε έπαιρνε εντολές από ξένα αφεντικά.

Αντίθετα, σε μια διαλυμένη από τον πόλεμο Ελλάδα έκανε τομές παντού, οργάνωσε το Κράτος και χωρίς να απομονώσει διεθνώς τη χώρα, τράβηξε τον δικό του, ανεξάρτητο δρόμο: Αυτός ήταν ο λόγος της δολοφονίας του από φατρίες προσκείμενες σε ξένες δυνάμεις, που δεν ήθελαν με κανένα τρόπο μια Ελλάδα ισχυρή και αυτοδύναμη!

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε εκατοντάδες ακόμα παραδείγματα που κάνουν τη σύγκριση Καποδίστρια-Τζέφρυ να φαντάζει ως ΥΒΡΙ, αλλά αρκούμαστε σε ένα. Την στάση του πρώτου Έλληνα Κυβερνήτη, όταν ο περίγυρός του ζήταγε να ντύνεται μεγαλοπρεπώς, να ζει και να τρώει αναλόγως κλπ:

Ο Καποδίστριας κατοικούσε σε «δύο πτωχικά δωμάτια, είχε μόνο μία άμαξα και έναν υπηρέτη». Όταν οι πάντες, διπλωμάτες, αριστοκράτες και απλοί άνθρωποι τον ρωτούσαν κατάπληκτοι, εκείνος απαντούσε:

«Όταν αφού εκτύπησα πρώτον τας θύρας των μεγάρων των πλουσίων ηναγκάσθην κατόπιν να κτυπήσω και τας θύρας των πτωχών ζητώντας τον οβολόν τους προκειμένου να στείλω τρόφιμα και πολεμοφόδια εις τον αγωνιζόμενον ελληνικόν λαόν έπρεπε να ημπορώ να τους λέγω: Έδωσα πρώτος εγώ τα πάντα. Κανόνισα να μη εξοδεύσω δια τον εαυτό μου και δια τον υπηρέτην μου περισσότερα, από 60 φράγκα τον μήνα. Όλον τον άλλον μισθόν μου τον στέλνω στην Ελλάδα...».

Ο γιατρός του, βλέποντας τον τόσον καταβεβλημένο από τους αδιάκοπους μόχθους και αγώνες, του συνέστησε αυστηρά ότι έπρεπε να βελτιώσει την τροφή του. Και ο Καποδίστριας απάντησε: «Ουδέποτε θα επιτρέψω στον εαυτό μου βελτίωση της τροφής, παρά μόνον τότε όταν θα είμαι βέβαιος ότι δεν υπάρχει ούτε ένα Ελληνόπουλο που να πεινάει...».

Το Πανελλήνιο και η Γερουσία δύο φορές ψήφισαν τον μισθό που έπρεπε να δίνεται στον Κυβερνήτη. Και τις δύο φορές ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό.

Κάντε τις συγκρίσεις σας με τους υπέρογκους μισθούς Βουλευτών, τα σκανδαλώδη προνόμια και τη γενικότερη αδιαφορία τους, ενώ ο λαός πεινάει.


Δολοφόνησαν τον Καποδίστρια επειδή έβαζε φόρους; 

Ο Οικονόμος, στενός φίλος του Ρέοντος και Πραστού και μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, από τον οποίο θα έλαβε ασφαλώς τις σχετικές πληροφορίες, αναφέρει, ότι ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Διονύσιο ειδική αποστολή στην Πόλη, για να διευθετηθεί το ταχύτερο το εκκλησιαστικό πρόβλημα της Ελλάδος, «ίνα μη -όπως έλεγε (ο Καποδίστριας), πέσει η υπόθεσις εις Φράγκων χείρας, και τότε εχάθημεν»! Μέσα στη φράση αυτή κλείνεται η προφητική πρόβλεψη του Καποδίστρια για το βαυαρικό αυτοκέφαλο και τις επιπτώσεις του στη ζωή του Έθνους μας, αλλά και στην όλη πορεία του Ελληνισμού.


Αυτό ακριβώς όμως δεν ήθελε η Ευρωπαϊκή πολιτική. Την ομαλοποίηση των σχέσεων της ελευθέρας Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την συνέχιση της ενότητος του Ρωμαίικου, που μπορούσε να οδηγήσει στην ανάσταση του Βυζαντίου/Ρωμανίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας. Ενώ ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος ετοιμαζόταν για την μετάβασή του στο Πατριαρχείο, οι δολοφονικές σφαίρες έκοβαν τη ζωή του Κυβερνήτη και ματαίωναν τους σκοπούς του. Οι δυνάμεις εκείνες, που τροφοδοτούσαν και κατηύθυναν την εναντίον του αντιπολίτευση, όπλισαν και τα χέρια των αφελών δολοφόνων του.


Είναι πασίγνωστη η βαθιά πίστη του Καποδίστρια στην Ορθοδοξία:

«Η ενίσχυση του κύρους της εκκλησίας είναι η βάση για την αναγέννηση του Έθνους».

«Το Έθνος οφείλει ολοκληρωτική αφοσίωση στην Εκκλησία γιατί έτσι θα προοδεύσει».

ΠΗΓΗ.

Το αλίευσα ΕΔΩ hellas-orthodoxy

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2011

Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΣΥΝΟΡΩΝ.

  Ένα υπόδειγμα διπλωματικής στρατηγικής


Ιωάννης Καποδίστριας
Ιωάννης Καποδίστριας
πίνακας του Διονύσιου Τσόκου
Κώστας Χατζηαντωνίου

Όταν στις 8 Ιανουαρίου 1828, εννέα μήνες μετά την εκλογή του από την Γ΄ Εθνική Συνέλευση, ο Ιωάννης Καποδίστριας αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, η κατάσταση στην Ελλάδα είναι τραγική. Η μεγάλη του προσφορά στην αναζωογόνηση της Επανάστασης, στην οργάνωση της διοίκησης, στην αντιμετώπιση του οξύτατου οικονομικού προβλήματος και στην ανασύνταξη των ενόπλων δυνάμεων είναι γνωστή. Κορωνίδα του έργου του υπήρξε ωστόσο ο αριστοτεχνικός τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε τα εξωτερικά ζητήματα και η διπλωματική του στρατηγική που οδήγησε από μιαν αυτόνομη και υποτελή στο σουλτάνο ηγεμονία που θα περιλάμβανε μόνο την Πελοπόννησο (όπως αρχικά οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις σχεδίαζαν) σε ένα ανεξάρτητο κράτος το οποίο συμπεριέλαβε τελικά τη Στερεά Ελλάδα, την Εύβοια και τις Κυκλάδες. Διότι κάτι τέτοιο δεν ήταν διόλου αυτονόητο το 1828.

Στις αρχές του 1828 οι περισσότερες περιοχές που είχαν ελευθερωθεί τα πρώτα χρόνια του Αγώνα, κατέχονταν πλέον από τις οθωμανικές δυνάμεις ή βρίσκονταν υπό την άμεση απειλή τους. Τα συγκροτημένα στρατόπεδα των επαναστατών κινδύνευαν να διαλυθούν, η εσωτερική κατάσταση ήταν χαώδης και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου ευρίσκετο υπό τον έλεγχο του Ιμπραήμ. Ο Κιουταχής κατείχε σχεδόν ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα που κινδύνευε έτσι να παραμείνει υπό τουρκική κυριαρχία αν το ελληνικό ζήτημα ρυθμιζόταν επί τη βάσει του de facto εδαφικού ελέγχου των δύο εμπολέμων και η Τουρκία είχε την τόλμη να αποδεχθεί άμεσα, τότε, στις αρχές του 1828, την πρόταση των Δυνάμεων για αυτόνομο ελλαδικό κράτος.

Η πολιτική ύπαρξη της Ελλάδος αναγνωρίστηκε επισήμως για πρώτη φορά με το Πρωτόκολλο της Αγ. Πετρουπόλεως στις 4 Απριλίου 1826. Η Μεγάλη Βρετανία και η Ρωσία συμφώνησαν τότε να προωθήσουν τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους το οποίο θα ήταν αυτόνομο και φόρου υποτελές στο σουλτάνο. Το Πρωτόκολλο αυτό ήταν επικίνδυνα ασαφές, ιδιαίτερα στο ζήτημα των συνόρων καθώς υπαινισσόταν ότι θα περιλάμβανε τις επαρχίες που συνεχιζόταν η επανάσταση ή όπου είχαν de facto εγκατασταθεί πολιτικές αρχές. Παράλληλα υπήρχε αναφορά σε εξαγορά «τουρκικών» περιουσιών, μέτρο πρακτικά ανεφάρμοστο, με δεδομένη την τεράστια αξία τους και την παντελή έλλειψη πόρων στο υπό σύστασιν κράτος. Η συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827 επαναλάμβανε τους όρους του Πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως αλλά με ένα σοβαρότατο επιπλέον μυστικό άρθρο που έκανε λόγο για εξαναγκασμό της Τουρκίας να δεχθεί τη μεσολάβηση των Δυνάμεων. Η συνθήκη αυτή, πέρα από την ηθική της σημασία, οδήγησε στην επιβολή ανακωχής και στον αποκλεισμό των ελληνικών παραλίων, γεγονότα που προκάλεσαν τον Οκτώβριο του 1827 τη ναυμαχία του Ναυαρίνου και μερικούς μήνες αργότερα, τον ρωσοτουρκικό πόλεμο.
Η διπλωματική στρατηγική του Καποδίστρια
Η κεντρική επιδίωξη του Καποδίστρια ήταν διττή. Αφ’ ενός να μεταστρέψει την απόφαση των δυνάμεων για αυτονομία προς την πλήρη ανεξαρτησία χωρίς δεσμεύσεις (όπως ο φόρος υποτέλειας ή συμμετοχή της Πύλης στην εκλογή του ηγεμόνα) και αφ’ ετέρου να εξασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή εδαφική βάση για αυτό το κράτος ώστε και βιώσιμο να είναι αλλά και να συμπεριλάβει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού. Γνώριζε ότι οι δυσκολίες θα ήταν μεγάλες και θα προέρχονταν όχι μόνο από τους Οθωμανούς αλλά και από τις μεγάλες Δυνάμεις. Η γεωπολιτική σημασία του ελληνικού χώρου όπου διασταυρώνονται συμφέροντα και επιδιώξεις αλλά και η καχυποψία για την επαναστατική φύση του ελληνικού εγχειρήματος, σε μια εποχή αντεπανάστασης, γεννούσαν πρόσθετα εμπόδια.
Θεμελιώδης αρχή της διπλωματικής στρατηγικής του Καποδίστρια υπήρξε η πολιτική ίσης φιλίας προς τις τρεις Δυνάμεις (Ρωσία, Αγγλία, Γαλλία). Γνώριζε ότι αποκλίσεις και άστοχοι χειρισμοί σε αυτό το ζήτημα μπορούσαν να οδηγήσουν στη μη εφαρμογή της συνθήκης του Λονδίνου αλλά και να προκαλέσουν μιαν αρνητικότατη για τα ελληνικά συμφέροντα διαμάχη των Δυνάμεων μεταξύ τους. Πρόκειται για μιαν αρχή γνήσιας πολιτικής εθνικής ανεξαρτησίας που δεν συνίσταται σε τυχοδιωκτική ρητορεία κατά των ισχυρών αλλά σε αναγνώριση της πραγματικότητας και ασφαλή πλοήγηση μέσα από τη θάλασσα των διεθνών αντιθέσεων.
Δεύτερη αρχή διπλωματικής στρατηγικής του Καποδίστρια υπήρξε η μεθοδολογία του «διά βαθμών προχωρείν», σύμφωνα με τις υπάρχουσες κάθε φορά συνθήκες και δυνατότητες. Έτσι, γράφοντας προς τον Τσάρο Νικόλαο στις 3 Ιουλίου 1827 (πριν δηλαδή τη συνθήκη του Λονδίνου, το Ναυαρίνο και τον ρωσοτουρκικό πόλεμο), ο Καποδίστριας φαίνεται να αποδέχεται την υποτελή αυτονομία και δεν θέτει καθόλου ζήτημα συνόρων. Πράξη ευφυέστατη αφού το ζητούμενο σε εκείνη τη φάση ήταν να υπάρξει μια διεθνής δέσμευση των δυνάμεων για απόσχιση της Ελλάδος από την οθωμανική αυτοκρατορία. Τρεις μήνες αργότερα, όταν η συνθήκη του Λονδίνου έχει κυρωθεί και οι ειδήσεις από την Ελλάδα είναι ενθαρρυντικές, ο Καποδίστριας προχωρεί στο επόμενο βήμα. Στις 3 Οκτωβρίου, σε απάντησή του προς τον Ουίλλιαμ ΄Ορτον, του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών, διαμαρτύρεται έντονα για τυχόν περιορισμό των εδαφών που θα δοθούν στην Ελλάδα και διεκδικεί ευρύτατη περιοχή: από τον Αμβρακικό ως τον Θερμαϊκό, «επί γραμμής διαπερώσης την Θεσσαλία και τη Μακεδονία… προστιθεμένων δε και των νήσων του τε Αιγαίου και της ελάσσονος Ασίας». Μάλιστα, χωρίς να προβάλλει ρητές διεκδικήσεις, στην αρχή του ιδίου εγγράφου, ομιλεί για τα ιστορικά δίκαια του Ελληνισμού, στην Κύπρο, την Κρήτη και σε περιοχές της Μικράς Ασίας.
Από το 1828, όσο η κατάσταση εξελίσσεται θετικά στο πεδίο της μάχης, τόσο ο Κυβερνήτης θα γίνεται τολμηρότερος στην προβολή των ελληνικών διεκδικήσεων. Στην Αγγλία η νέα συντηρητική κυβέρνηση Ουέλλιγκτων είναι αρνητική στις ελληνικές διεκδικήσεις, φοβούμενη μήπως η εξασθένηση της Τουρκίας ευνοήσει την προώθηση της Ρωσίας. Βρετανικά αρχεία αποδεικνύουν ότι το Λονδίνο αντιδρά συστηματικά στις ευνοϊκές για την Ελλάδα ρωσικές προτάσεις, όπως η πρόταση για κοινή στρατιωτική δράση των Δυνάμεων που ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Ντάντλεϋ απέρριψε τον Φεβρουάριο του 1828 με το έωλο επιχείρημα ότι «θα θέση εις συναγερμόν την Ευρώπην και θα φέρη εις την επιφάνειαν πάθη επικίνδυνα διά την ειρήνην της».
Παρά την αγγλική αντίδραση, την άνοιξη του 1828 ο αυτοκράτωρ Νικόλαος ήταν αποφασισμένος να λύσει δυναμικά το ελληνικό ζήτημα. Ο άκριτος τουρκικός φανατισμός και η απειλητική νότα του σουλτάνου στα τέλη του 1827 τον βοηθούσε. Στις 29 Φεβρουαρίου 1828 ο πρέσβης του στο Λονδίνο Λίβεν επέδιδε στο αγγλικό υπουργείο Εξωτερικών έγγραφο με το οποίο ανήγγελλε ουσιαστικά ότι η Ρωσία θα προχωρούσε έστω μονομερώς σε πόλεμο προκειμένου να υποχρεώσει την Τουρκία να αποδεχθεί τη συνθήκη του Λονδίνου. Ουέλλιγκτων και Ντάντλεϋ σκέφθηκαν πως ήταν μια ευκαιρία να αποδεσμευθεί η Αγγλία από τη συνθήκη αυτή αλλά η πίεση των υπουργών Στρατιωτικών Πάλμερστον και Οικονομικών Χάσκισον για συνέχιση της συνεργασίας με τη Ρωσία, ώστε να μη χαθεί από κάθε επιρροή η Ελλάδα, οδήγησαν σε μια χαλαρή αντίδραση, με έκφραση λύπης και ευχές για την σύντομη λήξη των εχθροπραξιών που άρχιζαν στις 14 Απριλίου.
Η Αγγλία αρχικά προσπάθησε να προσεταιριστεί τη Γαλλία για χωριστή συμφωνία. Με τη διακοίνωση της 24ης Μαρτίου του Ντάντλεϋ προς τον πρέσβη της Γαλλίας στο Λονδίνο Πολινιάκ, γινόταν λόγος για περιορισμό των ορίων του ελληνικού κράτους μόνο στην Πελοπόννησο και τις παρακείμενες νήσους, για φόρο υποτέλειας της Ελλάδος προς την Πύλη, για αποζημίωση των Τούρκων ιδιοκτητών γης, ακόμη και για συμμετοχή της Τουρκίας στη διαδικασία ανάδειξης της εκτελεστικής εξουσίας εν Ελλάδι. Η κυβέρνηση Μαρτινιάκ ευτυχώς απέρριψε την αγγλική πρόταση ως αντιβαίνουσα προς τη συνθήκη του Λονδίνου αφού ο αποκλεισμός της Ρωσίας και κάθε απειλής χρήσης βίας, θα οδηγούσε σε ακύρωσή της και τελικά σε όξυνση της τουρκικής αδιαλλαξίας. Το Παρίσι θα αντιπροτείνει την αποστολή αγγλογαλλικής δυνάμεως στην Πελοπόννησο, συμπερίληψη στα όρια της Ελλάδος της Αττικής και της Εύβοιας και οικονομική βοήθεια. Όμως το Λονδίνο θα απορρίψει αυτές τις αντιπροτάσεις επιμένοντας στις θέσεις του.
Η ανεξάρτητη πολιτική Καποδίστρια βρήκε τη σφοδρή αντίδραση της αγγλικής πολιτικής, ομολογούν ηγετικά στελέχη των αγγλοφίλων όπως ο ιστορικός Σπυρίδων Τρικούπης ή ο Ν. Δραγούμης ο οποίος παρατηρεί στις Ιστορικές Αναμνήσεις του πως «εμίσουν οι Άγγλοι τον Κυβερνήτην ουχί νομίζοντες φρονούντα τα των Ρώσων, αλλ’ ως επιδιώκοντα την εντελή ανεξαρτησίαν της χώρας και την επέκτασιν των ορίων, α μετά την πτώσιν των Ουίγων, ηξίουν να στήσωσιν οι Τόρεις κατά τον Ισθμόν της Κορίνθου». Αρκετά χρόνια αργότερα ο Βρετανός υπουργός Εξωτερικών Άμπερντην θα παραδεχθεί, σε επιστολή του προς τον Τρικούπη, ότι «ουδέποτε ο Καποδίστριας συνέλαβε την ιδέαν να θυσιάση την Ελλάδα εις την Ρωσίαν. Καταδιώξασα αυτόν η Αγγλία και τον άνδρα ηδίκησε και την υμετέραν πατρίδα εζημίωσε». Αυτά αργότερα. Διότι σε έγγραφό του της 25ης–5–1828 προς το Ρώσο πρέσβη Λίβεν, τόνιζε πόσο αρνητικό γεγονός ήταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος και δήλωνε τη σταθερή του αντίθεση σε ό, τι εξασθενίζει την Τουρκία.
Η Πελοπόννησος ελεύθερη
Ο Άμπερντην δέχθηκε τελικά τη νέα σύγκληση της διασκέψεως του Λονδίνου για τις 3 Ιουνίου. Η προσπάθεια της Τουρκίας να διασπάσει τις τρεις Δυνάμεις αποτυγχάνει και η διάσκεψη, στις οδηγίες προς τους τρεις πρέσβεις στην Πύλη αναφέρει πως τα ελληνικά σύνορα «θα έδει να περιλάβουν το μεγαλύτερο τμήμα του επαναστατήσαντος πληθυσμού, να καθορίζονται σαφώς και να προστατεύονται ευκόλως». Με επιστολή προς τον ίδιο τον Ουέλλιγκτων στις 24 Ιουνίου, ο Ρεΐς εφέντη επιμένει σε μυστική ρύθμιση από Αγγλία και Τουρκία «για την ειρήνευση της Πελοποννήσου» (όπως πονηρότατα περιορίζει το εδαφικό ζήτημα) αλλά ο Ουέλλιγκτων θέτει ως προϋπόθεση την αποδοχή από την Πύλη της συνθήκης της 6ης Ιουλίου 1827. Στο μεταξύ η Διάσκεψη αποφάσιζε την αποστολή γαλλικού στρατού στην Πελοπόννησο, όπως ο Καποδίστριας είχε εκμαιεύσει, συνιστώντας στο Παρίσι να μην αφήσει στη Ρωσία την αποκλειστική δόξα της στρατιωτικής συνδρομής στην Επανάσταση.
Πριν φθάσει ο γαλλικός στρατός για να επιβάλει την απομάκρυνση των αιγυπτιακών δυνάμεων, υπεγράφη στην Αλεξάνδρεια η συνθήκη που προέβλεπε ειρηνική τους αποχώρηση. Και αυτή η εξέλιξη προήλθε από τη διπλωματική ευφυία του Καποδίστρια που εκμεταλλεύθηκε τον ανταγωνισμό Αγγλίας και Γαλλίας για επιρροή στο νεότευκτο κράτος. Για να μη καταστραφεί πλήρως η Πελοπόννησος από τις νέες μάχες αλλά και για να μη λάβει ξένος στρατός τις δάφνες και τους τίτλους του απελευθερωτή, ο Καποδίστριας σπεύδει στη Ζάκυνθο, συναντά το ναύαρχο Κόδριγκτων και τον πείθει ότι θα ήταν προς το συμφέρον της Αγγλίας να προλάβει τους Γάλλους, σπεύδοντας στην Αίγυπτο για να πείσει το Μωχάμετ Άλη να διατάξει εκκένωση της Πελοποννήσου. Ο Κόδριγκτων μετέβη στην Αλεξάνδρεια όπου στις 9 Αυγούστου 1828 υπεγράφη συνθήκη που προέβλεπε άμεση αποχώρηση των αιγυπτιακών στρατευμάτων. Τρεις εβδομάδες αργότερα αποβιβάζονταν στο Πεταλίδι και την Κορώνη η γαλλική δύναμη. Η Πελοπόννησος ήταν ελεύθερη.
Οι εξελίξεις ήταν πλέον ραγδαίες. Πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου έφθαναν στον Πόρο οι πρεσβευτές παρά τη Πύλη Στράτφορδ Κάνιγκ, Γκυγιεμινό και Ριμπωπιέρ. Οι πληροφορίες για τις οδηγίες που είχαν ως προς το ζήτημα των συνόρων ήταν λίαν ανησυχητικές. Ανέφεραν ως μέγιστη παραχώρηση, «μάλλον υπέρμετρη και αποκλειστέα», τη γραμμή από τον κόλπο του Βόλου ως τις εκβολές του Αχελώου. Οι θετικές εξελίξεις στο ζήτημα της Πελοποννήσου, ενθάρρυναν τον Καποδίστρια να προβάλει στις 11 Σεπτεμβρίου με εμπιστευτικό υπόμνημα προς τους πρέσβεις τολμηρότερες διεκδικήσεις. Στο υπόμνημα αυτό ορίζονταν ως «τα μάλιστα συνεσταλμένα όρια της Ελλάδος τα από του κόλπου του Βόλου αρχόμενα και αφίνοντα μεν εις τους Τούρκους την Θεσσαλίαν και πολύ της Ηπείρου μέρος, διά δε των ισχυροτάτων ορεινών όγκων φθάνοντας εις Σαγιάδαις». Πιο κάτω διευκρινίζονταν ότι φυσικά όρια για να εξασφαλιστεί η άμυνα και η ανάπτυξη του νέου κράτους θα ήταν η ευθεία γραμμή που αρχίζει από τις υπώρειες του Ολύμπου στον Θερμαϊκό και φτάνει μέσω Χασίων- Μετσόβου- Χορμόβου- Σαμαρίνας- Γαρδικίου στο Παλέρμο της Χιμάρας. Νότιο όριο ορίζονταν η Κρήτη.
Ο Καποδίστριας επικαλούμενος απόρρητο άρθρο της συνθήκης του 1827 για αναπροσαρμογή των όρων αν η Τουρκία δεν αποδεχόταν τη μεσολάβηση, ζητεί διεύρυνση των συνόρων ώστε να είναι ικανό το νέο κράτος να αντιμετωπίσει την τουρκική εχθρότητα και να διασφαλιστεί η ειρήνη. Ο Κυβερνήτης χωρίς να απορρίπτει ρητά την αυτονομία και την επικυριαρχία του σουλτάνου κάνει λόγο στο ίδιο υπόμνημα «περί όντως ανεξαρτησίας». Η μάχη του φάνηκε να δικαιώνεται όταν οι τρεις πρέσβεις παρά τις οδηγίες των κυβερνήσεών τους, θα υιοθετήσουν τη γραμμή κόλπου Βόλου- κόλπου Άρτας που απέδιδε έτσι στην Ελλάδα ολόκληρη τη Στερεά, η οποία βρισκόταν ακόμη υπό τουρκική κατοχή. Πρότειναν επίσης απόδοση της Εύβοιας ενώ συνηγορούσαν και υπέρ της παραχώρησης Σάμου και Κρήτης. Η γνωμάτευση των πρέσβεων που θα υποβαλλόταν στη διάσκεψη για να ληφθεί επίσημη απόφαση, υπήρξε άλλη μια επιτυχία του Καποδίστρια που βρισκόταν συνεχώς στον Πόρο πιέζοντας τον παλαιό του φίλο πρέσβη Στράτφορδ Κάνιγκ, εξάδελφο του Τζωρτζ Κάνιγκ ο οποίος είχε συντελέσει καίρια στην αλλαγή της βρετανικής στάσης το 1825. Έμενε να υπερκεραστεί η αντίδραση του Άμπερντην που επέμενε σε ένα υποτελές στο σουλτάνο κρατίδιο, με όρια μέχρι τον Ισθμό.
Μόλις έφθασαν στο Λονδίνο οι ειδήσεις για τη γνωμάτευση των πρέσβεων, ο Άμπερντην κάλεσε τους πρέσβεις Πολινιάκ και Λίβεν και τους έπεισε να υπογράψουν νέο Πρωτόκολλο (4/16 Νοεμβρίου 1828) με το οποίο Πελοπόννησος, παρακείμενες νήσοι και Κυκλάδες ετίθεντο υπό προσωρινή εγγύηση των τριών Αυλών «έως αποφασισθή οριστικώς η τύχη της Ελλάδος με συγκατάθεσιν της Πύλης». Αν και διευκρίνιζαν ότι δεν καθορίζουν τα οριστικά σύνορα της Ελλάδος, ο διαχωρισμός αυτού του χώρου και η αναφορά σε τουρκική συναίνεση, προδιέγραφε σοβαρότατο κίνδυνο. Επιπρόσθετα απαγορευόταν ρητά η συμμετοχή του γαλλικού σώματος σε επιχειρήσεις πέραν της Πελοποννήσου και αποφασιζόταν η αποχώρησή του. Αξίζει να σημειωθεί η εντονότατη αντίδραση του Άμπερντην στο θέμα της Κρήτης το οποίο χαρακτηρίζει «σπουδαιότερο από το όλο ελληνικό ζήτημα» (σχετική επιστολή προς τον Ουέλλιγκτων στις 28 Οκτωβρίου 1828) και η απόλυτη αναφορά σε έγγραφο της 8ης Δεκεμβρίου πως «η βρετανική κυβέρνηση ουδέποτε θα επιτρέψει να περιέλθει η σπουδαία αύτη νήσος εις το κράτος του Καποδίστρια ή σε οιανδήποτε άλλη δύναμη».
Η εξασφάλιση της Στερεάς Ελλάδας
Στις 14 Δεκεμβρίου 1828 ο Καποδίστριας με νέο μυστικό υπόμνημα προς τον Τσάρο Νικόλαο κατορθώνει να αποσπάσει την υποστήριξή του για τη συνοριακή γραμμή Παγασητικού- Αμβρακικού αλλά και τη μεταστροφή προς την επιλογή της ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Την ίδια εποχή, ντόπιοι ολιγαρχικοί κύκλοι προσεγγίζουν τους πρέσβεις και να τους παρακαλούν… να μην ακούν τον «ρωσόφρονα» Κυβερνήτη αλλά να αποφασίσουν να κλείσουν τάχιστα το ζήτημα των συνόρων έστω και με τη στενότερη εκδοχή [Σπηλιάδης, τ. Η΄, σ. 174]. Την κρίσιμη εκείνη στιγμή η εκστρατεία υπό τον Αυγουστίνο Καποδίστρια (την άνοιξη του 1829) που επιτυγχάνει να απελευθερωθεί ολόκληρη η Δυτική Στερεά, θα έχει ευεργετικά αποτελέσματα. Υπογράφεται το νέο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (10/22 Μαρτίου 1829) που θέτει τα σύνορα στη γραμμή Παγασητικού- Αμβρακικού, όριο που δεχόταν πλέον και το Λονδίνο, παρά την αρχική αντίδραση με επιχειρήματα όπως ότι «ούτε οι Τούρκοι θα δέχονταν αυτά τα σύνορα ούτε οι Έλληνες ήταν σε θέση να τα κατακτήσουν». Το αρνητικό ήταν ότι το Πρωτόκολλο αυτό επέμενε σε επικυριαρχία του σουλτάνου στο νέο κράτος (που θα ήταν κληρονομική ηγεμονία) και σε καταβολή φόρου υποτέλειας ενώ αξίωνε επίσης και την ανάκληση των ελληνικών δυνάμεων από τη Στερεά.
Καθώς οι Τούρκοι δεν δέχονταν ούτε καν την υποτελή αυτονομία της Πελοποννήσου, η διπλωματική ευφυία του Καποδίστρια για άλλη μια φορά διέβλεψε πως η καθυστέρηση, ενώ συγχρόνως θα συνεχίζονταν οι στρατιωτικές επιτυχίες τόσο της Επανάστασης όσο και των Ρώσων στο μέτωπο της Θράκης, θα βελτίωνε έτι περαιτέρω την κατάσταση για την Ελλάδα. Έτσι όταν ο πρέσβης Ντώκινς επιδίδει το Πρωτόκολλο και αξιώνει άμεση ανάκληση των ελληνικών δυνάμεων από τη Στερεά, ο Κυβερνήτης αρνείται περίτεχνα να συμμορφωθεί. Αιτιολογώντας την κωλυσιεργία με την απάντηση της 11ης Μαΐου 1829 υποστηρίζει πως η ελληνική άρνηση απορρέει από το πνεύμα της συνθήκης της 6ης Ιουλίου 1827 αφού η ανακωχή που τηρούν οι τουρκικές δυνάμεις δεν είναι η προβλεπόμενη από τη συνθήκη αλλά «αμυντική στάσις κατ’ αρέσκειαν μεταθέσιμος» ενώ προβάλλει τις δεσμεύσεις των εθνικών συνελεύσεων υπό τις οποίες τελεί και οι οποίες τον εμποδίζουν «να μετακομίση εντός της Πελοποννήσου και των παρακειμένων νήσων τα δυστυχή πλήθη των εκείθεν του Ισθμού επαρχιών».
Ακολουθεί νέο υπόμνημα Καποδίστρια, στις 24 Μαΐου, με το οποίο αποκρούει την τουρκική συμμετοχή στην εκλογή ανωτάτου άρχοντος και την αποζημίωση των γαιοκτησιών υπενθυμίζοντας προσφυώς την υποθήκη που βαραίνει τις γαίες αυτές για να συναφθούν τα δύο αγγλικά δάνεια. Προς τούτοις χαρακτηρίζει ενόπλους πληθυσμούς εντοπίων και όχι ελληνικά στρατεύματα τις δυνάμεις που ήλεγχαν τη Στερεά, οπότε δεν είχε τη νομική δυνατότητα να επιβάλει σε αυτά την αποχώρηση. Ο Κυβερνήτης φροντίζει συγχρόνως να κατοχυρωθεί με απόφαση της Δ΄ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους που εγκρίνει τους χειρισμούς του και θέτει ως όρο οποιασδήποτε συμφωνίας την επικύρωσή της από αυτήν. Η νίκη του Υψηλάντη στην Πέτρα (12 Σεπτεμβρίου 1829) κι η Συνθήκη της Αδριανουπόλεως (που είχε καταληφθεί από ρωσικά στρατεύματα), θα επισφράγιζαν το θρίαμβο της Επανάστασης. Η Τουρκία αναγκαζόταν να αποδεχθεί τόσο τη συνθήκη του 1827 όσο και το Πρωτόκολλο του 1829 για τα όρια κόλπου Βόλου- κόλπου Άρτας.
Η αυτονομία γίνεται ανεξαρτησία
Είκοσι μήνες μετά την άφιξη του Ι. Καποδίστρια, ένας αγώνας που όταν ήρθε ξεψυχούσε, τώρα έφτανε σε νικηφόρο τέρμα. Συγχρόνως, το αυξημένο γόητρο της Ρωσίας στους Έλληνες αλλά και η τόσο εύκολη κατάρρευση της τουρκικής άμυνας, γεννούσε στο Λονδίνο ανησυχίες. Ένα ισχυρό νεοελληνικό κράτος θα μπορούσε κάποτε να διαδεχθεί την οθωμανική αυτοκρατορία; Το ερώτημα αυτό απασχολεί τον Άμπερντην που αιφνιδίως τον Νοέμβριο του 1829 θα ταχθεί υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Έτσι στις 3 Φεβρουαρίου 1830 η διάσκεψη του Λονδίνου θα διακηρύξει την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδος περιορίζοντας όμως τα σύνορα μεταξύ των εκβολών του Σπερχειού στο Μαλιακό και των εκβολών του Αχελώου, εν είδει ανταλλάγματος προς την Τουρκία. Η Ελλάδα ήταν πλέον ανεξάρτητο κράτος αλλά νότα των Δυνάμεων αξίωνε με τρόπο ιταμό την εκκένωση όσων επαρχιών δεν συμπεριελήφθησαν σε αυτό.
Ήταν η κρισιμότερη καμπή. Η Ελλάδα έπρεπε αφ’ ενός να αποδεχθεί το Πρωτόκολλο για να κερδίσει οριστικά την ανεξαρτησία της αλλά και να μην εφαρμόσει τους εδαφικούς όρους, αποφεύγοντας συγχρόνως τη ρήξη με τις Δυνάμεις χωρίς την οικονομική βοήθεια των οποίων το νέο κράτος δεν θα μπορούσε να οργανωθεί. Οι χειρισμοί που απαιτούνταν ήταν πραγματικά λεπτότατοι. Την ιστορική εκείνη στιγμή, η εσωτερική ηρεμία που είχε επικρατήσει από τις αρχές του 1828 κι είχε αποδειχθεί πολύτιμη για τις εθνικές επιτυχίες, αρχίζει να κλονίζεται. Ιδιοτελείς ή με πρόωρες ιδεολογικές αγκυλώσεις δυνάμεις που πλήττονται από την ίδρυση ισχυρής κεντρικής κυβέρνησης και τη δημιουργία σύγχρονου εθνικού κράτος, επιδίδονται στην υπονόμευση, τις ραδιουργίες και τις διαβολές, μη διστάζοντας να συνεργάζονται με το εξωτερικό, κυρίως με την αγγλική πολιτική που ενθαρρύνει ασμένως κάθε διαπραγματευτική αποδυνάμωση του Καποδίστρια και της Ελλάδος ώστε να καταδειχθεί ότι οι Έλληνες είναι ανώριμοι για το εκτεταμένο κράτος που απαιτούν.
Ο Καποδίστριας δεν πτοείται. Οργανώνει τη διπλωματική άμυνα με τη μέθοδο της διγλωσσίας (Κυβερνήτης και Γερουσία). Στην απάντησή του προς τη διακοίνωση των Δυνάμεων, με απαράμιλλη διπλωματική τέχνη, εξαίρει την αναγνώριση της ανεξαρτησίας αλλά περιγράφει και τη δυσκολία για «τελεία και άμεσον προσχώρησιν εις τα δεδογμένα» ενώ στο ζήτημα της μοναρχίας διεκδικεί τα συνταγματικά δικαιώματα του λαού όπως είχαν θεσπιστεί από τις εθνικές συνελεύσεις. Στο ζήτημα της εκκένωσης των επαρχιών που δεν κατακυρώνονταν στην Ελλάδα δηλώνει ότι είναι έτοιμος να την εφαρμόσει, όταν αποσυρθούν και οι Τούρκοι από την Αττική και την Εύβοια, έλθει οροθετική επιτροπή και παρασχεθούν στην ελληνική κυβέρνηση μέσα για να αντιμετωπίσει το προσφυγικό ζήτημα που θα δημιουργηθεί. Με την αναβολή αυτή άνοιγε το δρόμο για τη ματαίωση της εκκένωσης.
Οι πιέσεις θα ενταθούν στην Ελλάδα μετά την Ιουλιανή επανάσταση στη Γαλλία, την πτώση του Καρόλου Ι΄ και την άνοδο του Λουδοβίκου Φιλίππου που θα επιφέρει στροφή της Γαλλίας από τη συνεργασία με τη Ρωσία σε στενότερη συνεργασία με την Αγγλία. Συγχρόνως ο νέος υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Πάλμερστον αλλάζει στρατηγική. Δέχεται μεν να παραχωρηθεί στην Ελλάδα ολόκληρη η Στερεά αλλά παράλληλα προκρίνει την ανατροπή του Καποδίστρια. Το νέο κράτος πρέπει να είναι απολύτως ελεγχόμενο. Μπορεί η αναβλητική πολιτική του Καποδίστρια για την εκκένωση των δύο επαρχιών να δικαιώθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων και να διέσωσε αυτές τις επαρχίες που προσκυρώθηκαν στο ελληνικό κράτος (ο Κυβερνήτης ήταν αυτός που προκάλεσε τη σκόπιμη καθυστέρηση Γαλλίας και Ρωσίας να στείλουν εκπροσώπους για χάραξη της συνοριακής γραμμής, παρουσία που είχε θέσει ως προϋπόθεση για να πραγματοποιηθεί η εκκένωση), για τον ίδιο όμως ήταν η αρχή του φυσικού του τέλους.
Οι συνέπειες
Τον Ιούλιο του 1831 η διάσκεψη των Δυνάμεων για το ελληνικό ζήτημα στο Λονδίνο, αποφάσιζε την αποστολή σχεδίου οδηγιών προς τους πρέσβεις των στην Πύλη. Σε αυτό θα ετίθετο επίσημα το ζήτημα της βελτίωσης των βόρειων ελληνικών συνόρων. Δυο μήνες αργότερα υπεγράφετο στο Λονδίνο το Πρωτόκολλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1831, το οποίο αναγνώριζε ρητά ότι η οριζόμενη στο Πρωτόκολλο της 3ης Φεβρουαρίου 1830 συνοριακή γραμμή της Ελλάδος «παρουσίαζε πολύ σοβαρά ελαττώματα στο δυτικό τομέα της και δεν παρείχε τα μέσα προς εμπέδωσιν της αμοιβαίας ασφάλειας μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής αυτοκρατορίας». Οι πρέσβεις στην Πύλη εντέλλονταν να πιέσουν αυτήν για αποδοχή της συνοριακής γραμμής Βόλου- Άρτης, που είχε οριστεί με το πρότερο Πρωτόκολλο της 10ης Μαρτίου 1829 και την οποία η Πύλη είχε δεχθεί με τη συνθήκη της Αδριανουπόλεως. Ήταν προφανές για κάθε αναγνώστη του Πρωτοκόλλου ότι τα επιχειρήματα τα οποία περιλαμβάνονταν σε αυτές τις οδηγίες αντλούνταν σαφέστατα από αυτά του Καποδίστρια, όπως είχαν εκφραστεί με τα υπομνήματά του.
Την ίδια εποχή, η σκανδαλώδης εύνοια των στασιαστών της Ύδρας και της Μάνης από τους αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας, καθώς και από τους ναυάρχους, πείθει και τον πλέον δύσπιστο για την υπονόμευση του Κυβερνήτη που θα πλήρωνε με την ίδια του τη ζωή τον διπλωματικό του θρίαμβο. Δεκατρείς μέρες μετά το Πρωτόκολλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1831 ελληνικά χέρια έκοβαν το νήμα της ζωής του. Ο θάνατός του στέρησε το Έθνος από το μοναδικό στήριγμα ασφάλειας και προοπτικής, είχε δε μακροπρόθεσμα τραγικές συνέπειες. Το πρόωρο τέλος του Κυβερνήτη υπήρξε μια από τις πρωτογενείς αιτίες που το αίτημα εθνικής ολοκλήρωσης και πολιτικού εκσυγχρονισμού, παρέμεινε μέχρι τις ημέρες μας τραγικά αδικαίωτο.


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Αρχείον Ι. Καποδίστρια, Εταιρεία Κερκυραϊκών Σπουδών, Κέρκυρα 1976- 1985.
Δαφνής Γρ., Ιωάννης Καποδίστριας, Εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1976.
Δεσποτόπουλος Αλέξανδρος, Ο Κυβερνήτης Καποδίστριας και η απελευθέρωσις της Ελλάδος, Αθήνα 1954.
Ενεπεκίδης Π., Ρήγας- Υψηλάντης- Καποδίστριας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1965.
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους [Συλλογικό], Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975.
Καποδίστριας Ιωάννης, Υπόμνημα [Apercu de ma carriere publique depuis 1798 jusqu’ a 1822], Δημοσιεύθηκε με τον τίτλο «Αυτοβιογραφία Ιωάννου Καποδίστρια» από τον Μ. Λάσκαρι, Αθήνα 1940
Κούκκου Ελένη, Ο Καποδίστριας και η Παιδεία, Αθήνα 1972.
Κουλούρη Χρ. – Λούκος Χρ., Τα πρόσωπα του Καποδίστρια, Εκδόσεις Πορεία, Αθήνα 1996.
Μαρκεζίνης Σπυρ., Πολιτική Ιστορία της Συγχρόνου Ελλάδος, Εκδόσεις Πάπυρος, Αθήνα 1968.
Παπαγεωργίου Στέφανος, Η στρατιωτική πολιτική του Καποδίστρια, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986.
Παπαρρηγόπουλος Κ., Ιστορία του ελληνικού έθνους, Αθήναι 1885-1887.
Πετρίδης Π., Η διπλωματική δράσις του Ιωάννου Καποδίστρια, Θεσσαλονίκη 1974.
Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα, Ινστιτούτο Χ. Τρικούπης, Αθήνα 2007.
Στούρτζα Ρωξάνδρα, Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Ιδεόγραμμα, Αθήνα 2006.
Τιρς Φρ., Η Ελλάδα του Καποδίστρια [De l’ etat actuel de la Grece- 1833], Ελληνική έκδοση, Αθήνα 1972.
Τρικούπης Σπυρίδων, Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήνα 1968.
Φιλήμων Ι., Δοκίμιον περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήναι 1859.
Αναδημοσίευση από την Ενωμένη Ρωμηοσύνη - Ημερομηνία δημοσίευσης: 29-09-11 και το περιοδικό Ιστορία τ.505 Ιούλιος 2010
Το αλίευσα ΕΔΩ lomak

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Κωνσταντίνος Χολέβας, Ο Ιωάννης Καποδίστριας της Ελλάδος και της Ευρώπης

Ο Ιωάννης Καποδίστριας της Ελλάδας και της Ευρώπης

Κωνσταντίνος Χολέβας, Πολιτικός Επιστήμων
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 –ακριβώς πριν από 180 χρόνια- δολοφονήθηκε από ελληνικό χέρι ο Ιωάννης Καποδίστριας, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος. Ήταν ξημέρωμα, την ώρα που ο ευλαβής πολιτικός πήγαινε από Όρθρου βαθέος στον Ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στο Ναύπλιο. Ως ένα σύντομο πολιτικό μνημόσυνο στον δημιουργό και ανορθωτή της Νεωτέρας Ελλάδος ας θυμηθούμε ορισμένα στοιχεία από τη ζωή και την προσφορά του.
Ο Κερκυραίος κόμης Καποδίστριας πίστευε ότι ο Ελληνισμός θα αναγεννηθεί μόνον αν παραμείνει ριζωμένος στις διαχρονικές ελληνορθόδοξες αξίες. Διάβαζε κάθε μέρα την Αγία Γραφή και αρχαίους συγγραφείς, όπως ο Πλούταρχος. Είχε πάντα μαζί του την εικόνα της Παναγίας της Πλατυτέρας και μετά τη δολοφονία του ετάφη στη Μονή της Πλατυτέρας στην Κέρκυρα. Τόνιζε την ανάγκη να γαλουχηθούν τα ελληνόπουλα με την Ορθόδοξη Πίστη και τη ακατάλυτη συνέχεια του Ελληνισμού. Όταν έγραφε προς τους ξένους διπλωμάτες υπογράμμιζε τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Έθνους μας: «Το Ελληνικόν Έθνος σύγκειται από των ανθρώπων, οίτινες από της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως δεν έπαυσαν ομολογούντες την Ορθόδοξον Πίστιν και την γλώσσαν των Πατέρων αυτών λαλούντες».
Όταν εκλήθη να αναλάβει την δημιουργία της Ελλάδος εκ του μηδενός οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ λεηλατούσαν ακόμη την Πελοπόννησο και οι Τούρκοι κατείχαν πολλά σημεία της Στερεάς. Πίστευε ακράδαντα ότι για να πας στο διπλωματικό τραπέζι έπρεπε πρώτα να έχεις ισχυρό στρατό και να έχεις κερδίσει στο πεδίο των μαχών. Από το 1828 έως το 1831 έδινε τις διπλωματικές του μάχες για την ανεξαρτησία της μικρής Ελλάδος, η οποία εξήρχετο από 400 χρόνια δουλείας, και παράλληλα οργάνωσε τακτικό στρατό, ο οποίος κατεδίωξε τους Τούρκους. Η λαμπρή διπλωματική του δράση σε διεθνές επίπεδο τον είχε κάνει φίλο της Γαλλίας και έτσι το γαλλικό ιππικό με τον Στρατηγό Μαιζόν ανέλαβε την εκδίωξη του Ιμπραήμ από τον Μωριά.
Ο Καποδίστριας είχε μάθει από την εμπειρία του ως συνυπουργός Εξωτερικών της τσαρικής Ρωσίας –μαζί με τον Νέσσελροντ- ότι χρειάζεται συνεχώς να πιέζεις για το εθνικό συμφέρον, να διεκδικείς περισσότερα ώστε να κερδίσεις τελικά έστω και τα μισά. Γνώριζε ότι μία μικρή χώρα πρέπει διαρκώς να επαναδιαπραγματεύεται. Αν άφηνε τα πράγματα όπως αρχικώς τα ήθελαν οι Μεγάλες Δυνάμεις και ο Σουλτάνος, η Ελλάδα που απελευθερώθηκε θα είχε χάσει τη μισή Στερεά και θα ήταν φόρου υποτελής στους Οθωμανούς Τούρκους.Με συνεχή επαναδιαπραγμάτευση επέτυχε την απελευθέρωση όλης της Στερεάς και την κατάργηση της εξάρτησης από τον Σουλτάνο. Χρήσιμο μάθημα και για σήμερα, όταν η επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής σύμβασης καθίσταται αδήριτη  ανάγκη.
Η διπλωματική του δράση δεν περιορίσθηκε μόνο στο πλευρό του Ρώσου Τσάρου, τον οποίο πίεζε συνεχώς για τα δίκια των υποδούλων Ελλήνων.
Επεκτάθηκε και στη διοργάνωση εκ βάθρων της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, γεγονός που αναγνωρίζουν και σήμερα οι Ελβετοί.. Αυτό μάλιστα το πρότυπο θεωρούν ορισμένοι μελετητές ως το πρόπλασμα της Ενωμένης Ευρώπης, γι’ αυτό και χαρακτηρίζουν τον Καποδίστρια ως έναν οραματιστή της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως. Ο Καποδίστριας είχε κατανοήσει την ανάγκη για ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των ισχυρών της εποχής για τη διατήρηση της εύθραυστης ειρήνης. Όταν ηττήθηκε οριστικά ο Ναπολέων, οι Άγγλοι κι οι Αυστριακοί πρότειναν τον κατακερματισμό της Γαλλίας. Ο Κερκυραίος σύμβουλος του Τσάρου πρότεινε στη ρωσική διπλωματία να μην υποστηρίξει αυτή την πρόταση, διότι η πλήρης αποδυνάμωση της Γαλλίας θα οδηγούσε σε κηδεμονία της Ευρώπης από τους Άγγλους ή από άλλη δύναμη. Με την επιμονή του η Γαλλία απέφυγε τη διάλυση και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης οι Γάλλοι έστειλαν τον Μαιζόν κατά του Ιμπραήμ, όπως προαναφέραμε.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας παρά την παραμονή και την επιτυχή δράση του στους θαλάμους και τους διαδρόμους της αδίστακτης διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων, προσπάθησε να εισαγάγει το ήθος στη διπλωματία. Αντιτάχθηκε στα σχέδια της Ιεράς Συμμαχίας για την κατάπνιξη των απελευθερωτικών κινημάτων διαφόρων λαών. Έχοντας τον πόνο για τη ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ελλάδα, διαφώνησε με ισχυρούς άνδρες της εποχής όπως ο Αυστριακός Καγκελλάριος Μέττερνιχ. Ο Χένρι Κίσσιγκερ, Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ κατά την εισβολή του Αττίλα στην Κύπρο, στη διδακτορική του διατριβή για τον 19ο αιώνα διαπιστώνει: Δύο ειδών διπλωμάτες υπάρχουν στην παγκόσμια ιστορία. Οι Μέττερνιχ και οι Καποδίστριες! Εννοεί, δηλαδή, ότι ο πρώτος εκφράζει τον κυνισμό και την αδικία εις βάρος των αδυνάτων και ο δεύτερος την ανάγκη να υπάρχουν ορισμένες αρχές και αξίες στις διεθνείς σχέσεις.
Οι σώφρονες Έλληνες της μετεπαναστατικής Ελλάδος, όπως ο Θ. Κολοκοτρώνης, κατανοούσαν ότι για να δημιουργηθεί κράτος με νόμο και τάξη έπρεπε να αφεθεί ο Καποδίστριας να κυβερνήσει με κάποια δόση αυταρχισμού. Οι αγγλόφιλοι, που εφοβούντο την κυριαρχία του ελληνικού εμπορικού ναυτικού στη Μεσόγειο, βρήκαν αφορμή να τον κατηγορήσουν για «αντιδημοκρατικές μεθόδους». Το πνεύμα των ξενόδουλων Μαυροκορδάτων οδήγησε το χέρι του Ναυάρχου Μιαούλη να ... κάψει τον ελληνικό στόλο στην Ύδρα ως ένδειξη διαμαρτυρίας κατά του Καποδίστρια. Αν και τον άφησαν να κυβερνήσει μόνο τριάμισυ χρόνια ο Καποδίστριας πρόλαβε να αφήσει τεράστιο αναγεννητικό έργο. Γιατί ήταν έντιμος, ικανός και πατριώτης. Τιμώντας τη μνήμη του ας διδαχθούμε από το έργο του. Το αλίευσα ΕΔΩ http://aktines.blogspot.com/2011/09/blog-post_1062.html

Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου 2011

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ - 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ!


http://youtu.be/tSIlx2J658A
Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΗΜΕΡΑ ΓΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΗ ΑΠΟ ΤΗΝ 27 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ! Την ημέρα μνήμης της εν ψυχρώ δολοφονίας του αγαθού, του αγίου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννου Καποδίστρια, στα 1831, έξω από την Εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο!
Η δολοφονία του οργανώθηκε μεθοδικά και ενθαρρύνθηκε από την Αγγλία, επειδή ο Κυβερνήτης δεν αποδεχόταν τα μικρά και στενά σύνορα που θέλαν να μας επιβάλουν οι Άγγλοι, για να κάνουν το χατήρι των Τούρκων...
Η δολοφονία του όμως τελικά, έφερε ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα, αφού δεν επιβλήθηκαν στην Ελλάδα τα θνησιγενή σύνορα που σχεδίαζε το Λονδίνο.
Έφερε όμως και μια μεγάλη συμφορά, τη Βαυαροκρατία, τη Γερμανοκρατία δηλαδή του Όθωνα, που προσπάθησε να αφελληνίσει και να προτεσταντοποιήσει την Ελλάδα, κλείνοντας και 300 Ορθόδοξα Μοναστήρια, ανάμεσά τους και την Ι. Μ. Αγίας Μαρίνης Άνδρου... Ως και τον Κολοκοτρώνη τότε θέλησαν με την ψευτοδίκη να καταδικάσουν σε θάνατο!
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, είχε μητέρα που καταγόταν από την Κύπρο, απ΄ όπου καταγόταν και ο Άγιος Σπυρίδωνας, του οποίου το άγιο και θαυματουργό λείψανο βρίσκεται στην Κέρκυρα, όπου γεννήθηκε ο Καποδίστριας...
Ο άγιος Κυβερνήτης, δεν καταδέχτηκε ποτέ να πληρωθεί από το κράτος για τις υπηρεσίες του και αντιθέτως, ξόδεψε ολόκληρη την περιουσία του, πληρώνοντας από την τσέπη του για τις ατέλειωτες οικονομικές ανάγκες της χώρας στα πρώτα της βήματα!
Ο Ιωάννης Καποδίστριας, έδωσε την καρδιά του, το νου του, την φροντίδα του, τη στοργή του, την περιουσία του και τελικά και την ίδια τη ζωή του για την Ελλάδα!
Η ημέρα της δολοφονίας τους, η 27η Σεπτεμβρίου, ας γίνει η ημέρα της Μεγάλης Επανάστασης! Η ημέρα που θα ξαναπάρουμε την Ελλάδα μας πίσω! Τιμή και τρόπαιο, δώρο και χρέος στον αγαθό μας Κυβερνήτη.
Το αλίευσα ΕΔΩ http://www.youtube.com/watch?v=tSIlx2J658A&feature=youtu.be

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ



1. Η αποστολή του Κυβερνήτου ως άρσις Σταυρού



Στις 2 Απριλίου 1827 η Γ΄  Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων ψήφισε τον Καποδίστρια πρώτο Κυβερνήτη της ελευθέρας μικράς Ελλάδος.

Και εκείνος, έχοντας συνείδηση –ως διπλωμάτης καριέρας– της περιπέτειας, στην οποία εκούσια στρατευόταν, έγραφε στον πιστό φίλο του Εϋνάρδο: «Είμαι αποφασισμένος να άρω τον ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μου σταυρόν»1. Με προφητική ενόραση διέβλεπε, ότι η ανάληψη της αποστολής του Κυβερνήτου της Ελλάδος δεν ήταν παρά μαρτυρική πορεία και θυσία. Δεν μπορούσε όμως να αρνηθεί την πρόσκληση της Πατρίδος. Την συγκατανευσή του έβλεπε ως «οφειλήν εις ιεράν υπόθεσίν» της2. Το μέγεθος όμως της θυσίας του ήταν εις θέση να εκτιμήσουν οι άλλοι. Έτσι, ο αυστριακός διπλωμάτης και ιστορικός Πρόκες Όστεν σημειώνει στην ιστορία του, ότι, όπως ήταν τότε η Ελλάδα, πιθανώτερο ήταν να στηρίξει ο Καποδίστριας την Ελλάδα, παρά η Ελλάδα τον Καποδίστρια3. Και πράγματι, ο Καποδίστριας αποτελεί μοναδική περίπτωση –ίσως όχι μόνο στην Ελληνική ιστορία– πολιτικού, που αρνήθηκε κάθε «χρηματικήν χορηγίαν», δια να μη επιβαρύνει το δημόσιο Ταμείο4. Δεν ζήτησε, ούτε πήρε τίποτε από την Πατρίδα, αλλά έδωσε τα πάντα στην Πατρίδα!

Το έθνος προσέβλεψε με εμπιστοσύνη στον μεγάλο αυτόν Έλληνα πολιτικό, γνωστό ήδη στην Ευρώπη και τον κόσμο, και στήριξε σ’ αυτόν τις ελπίδες του. Υπακού­οντας στο κέλευσμα του άλλου μάρτυρα της ελευθερίας μας Ρήγα Βελεστινλή: «και της Πατρίδος ένας να γένη αρχηγός», δεν στράφηκε σε κανένα ξένο, ούτε καν ζήτησε Ευρωπαίο βασιλέα, αλλά εφάρμοσε το γραφικό: «Εκ των αδελφών σου καταστήσεις επί σεαυτόν άρχοντα, ου δυνήση καταστήσαι από σεαυτόν άνθρωπον αλλότριον ότι ουκ αδελφός σου έστιν» (Δευτ. 17, 15). Ως εκλεκτός του Έθνους ήλθε να κυβερνήσει ο Καποδίστριας, δια να μεταβάλει το χάος, που επικρατούσε στην Ελλάδα, σε τάξη, δημιουργώντας από αυτό κράτος σύγχρονο και βιώσιμο. Κατανοώντας δε την εκλογή του, ως του «ενός ανδρός αρχήν», θέλησε μεν να συγκεντρώσει στα χέρια του όλες της εξουσίες, αλλά, κατά τη δική μας τουλάχιστον εκτίμηση, όχι λόγω των απολυταρχικών φρονημάτων του –διότι ήταν φύση δημοκρατική και λαϊκή– αλλά για να μπορέσει να πραγματώσει τους στόχους του, που ήταν η σύγκραση των συγχρόνων Ευρωπαϊκών πολιτειολογικών δεδομένων με την παράδοση του Γένους, την ελληνορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήθελε σύγχρονο κρατικό μηχανισμό, αλλά μέσα στο σκεύος της ρωμαίικης παραδόσεως. Έτσι δεν άργησε να έλθει σε σύγκρουση με τις δυνάμεις εκείνες, εγχώριες και ξένες, που επεδίωκαν τον εξευρωπαϊσμό της μικρής Ελλάδος, την αποσύνδεσή της, δηλαδή, από τον κορμό της υπόλοιπης ρωμηοσύνης, που εκφραζόταν με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως Εθναρχία, και την πολιτική και πολιτιστική σύνδεσή της με την υπόλοιπη Ευρώπη, για να δεθεί τελικά στο άρμα της Δυτικής διπλωματίας.



2. Η Ρωμαίικη γραμμή πλεύσεώς του ενοχλεί



Ο Καποδίστριας, ως πολιτικός σπουδασμένος στη Δύση (Πάντοβα), ασκημένος στα Δυτικά ανακτοβούλια, και συνεπώς Ευρωπαίος, έγινε δεκτος αρχικά από τις Μεγάλες Δυνάμεις, μολονότι συγκρατημένα από μερικές, όπως η Αγγλία. Παρακολουθούσαν όμως την εκδίπλωση του προγράμματος του για να διαπιστώσουν τους άδηλους στόχους του. Όταν, έτσι, διαπι­στώ­θηκε ρωμαίικη –ελληνορθόδοξη δηλαδή– γραμμή πλεύσεώς του, επιστρα­τεύ­θηκαν όλα τα διατιθέμενα από τη διπλωματία μέσα για την εξόντωσή του. Η Αγγλία, κυρίως, οργάνωσε μυστική εκστρατεία εναντίον του, χρησιμοποιώντας τα εντος της Ελλάδος όργανά της. Τα αρχεία του Foreign Office και του Colonial Office (στο Kew Gardens του Λονδίνου) προσφέρουν πληθώρα στοιχείων, που αποκαλύπτουν την κίνηση των νημάτων της αντικαποδιστριακής δημαγωγίας από τα Αγγλοκρατούμενα Επτάνησα5.

Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο ενοχλητικός γινόταν ο Καποδίστριας για την φράγκικη και μόνιμα αντιστρατευόμενη την Ορθοδοξία Ευρώπη. Θρεμμένος με τις ελληνορθόδοξες παραδόσεις της Κυπρίας μητέρας του (Αδαμαντίας), ήταν δεμένος με την Ορθοδοξία και το εκκλησιαστικό σώμα, βλέποντάς το ως κιβωτό σύνολης της ζωής και, συνεπώς, ως «περιέχον» και την πνευματική και την πολιτική ζωή του Έθνους/Γένους. Το γεγονός μάλιστα, ότι δυο από τις αδελφές του έγιναν ορθόδοξες μοναχές, τι άλλο φανερώνει από την εκκλησιαστικότητα της οικογενείας του; Έτσι, και αν ακόμη κατά την παραμονή του στην Ευρώπη, ως ευφυής και ικανός διπλωμάτης, κατόρθωνε να συγκαλύπτει το αληθινό φρόνημά του, όταν ανέλαβε τα ηνία της ανοργάνωτης ελληνικής πολιτείας, δεν είχε λόγο να αποκρύψει τους αληθινούς στόχους του. Ήδη η πρώτη προκήρυξή του προς τον ελληνικό λαό άρχιζε με τη φράση: «Εάν ο Θεός μεθ' ημών, ουδείς καθ’ ημών».

Ήταν γνωστή, άλλωστε, η αντίθεση του Καποδίστρια προς την Γαλλική Επανάσταση (1789) και κυρίως τις αντιθρησκευτικές αρχές της. Και αυτό δεν φαίνεται να το λαμβάνουν σοβαρά υπ’ όψιν όλοι εκείνοι που επιμένουν, ότι υπήρξε «τέκτων κανονικός»6, χωρίς βέβαια επάρκεια στοιχείων, λησμονώντας, ότι ως διπλωμάτης ο Καποδίστριας συνανατρεφόταν τους πάντας, αλλά δεν έπαυσε ποτέ να ανήκει ολόκληρος στην Ορθο­δοξία, η οποία διεκδικεί «μοναδικότητα» και «αποκλειστικότητα» στη συνείδηση και ζωή του ανθρώπου. Όπως επίσης δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν και η αρνητική στάση του απέναντι στη Μασονία και κάθε μυστική οργάνωση κατά τη διάρκεια της ασκήσεως της εξουσίας του7. Ο Καποδίστριας έβλεπε ζυμωμένη την ύπαρξη του Έθνους με την Ορθο­δοξία, την ζωτική πνοή και αναστάσιμη δύναμή του: «Η χριστιανική θρησκεία (ως Ορθοδοξία), έλε­γε, «εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρ­χαίας ενδόξους αναμνήσεις και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα»8.



3. Το εκκλησιαστικό φρόνημα στην πολιτική του Καποδίστρια



Το εκκλησιαστικό φρόνημα του υπαγόρευσε και σύνολη την πολιτική του. Και αυτό φαίνεται κατά εξοχήν στην εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική του. Ακολουθώντας την παράδοση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, θεωρούσε και αυτός την παιδεία αχώριστη από την εκκλησιαστική ζωή και απέκρουε την μονομερή ανάπτυξη του πνεύματος χωρίς την χριστιανική διάπλαση της καρδίας. «Τα άθεα γράμματα» ήταν και για τον Καποδίστρια –όπως και για τους λαϊκούς διδάχους του ΙΘ΄ αιώνος– Φλαμιάτο και Παπουλάκο, αναίρεση της ελληνορθόδοξου παραδόσεως και, συνεπώς, δεν είχαν θέση στην ζωή του ελληνικού έθνους. Μία από τις βασικότερες εναντίον του κατηγορίες, που διετύπωναν οι προτεστάντες Μισσιονάριοι, οι οποίοι επέπεσαν στην Ελλάδα αμέ­σως μετά την Επανάσταση για την εκφράγκευσή της– ήταν ότι τα σχολεία του Καποδίστρια είχαν μοναστηριακή οργάνωση και συνεδύαζαν καθημερινά παιδεία και λατρεία, προσφέροντας ως αναγνώσματα στην τράπεζα Βίους Αγίων!

Την μόνιμη δυσπιστία απέναντί του όλων των Δυτικών –που από το πρόσχημα του φιλελληνισμού εργάζονταν για την αποορθοδοξοποίηση και εκφράγκευση των Ελλήνων– δείχνει ένα γράμμα του Korcυ (επί Βαυαρών θα αναλάβει την διεύθυνση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος) στους δυτικούς προϊσταμένους του: «Ο Καποδίστριας έδωσε μεν στον Anderson την άδεια να ιδρύσει σχολεία, κάτι που ήταν για –όλους μία ευνοϊκή απόδειξη των φιλελευθέρων φρονημάτων του. Αλλά κατά την συζήτηση μας φάνηκε να κατέχεται από ανησυχία, ώστε να περιορίσει την άδεια που παραχωρούσε, με το να επιμένει έντονα στο να μη επιτραπεί να διδάσκεται τίποτε σ’ αυτά τα σχολεία χωρίς να έχει λάβει προηγουμένως γνώση η Κυβέρνηση»9. Ο ίδιος ο Korck μας πληροφορεί, ότι ο Καποδίστριας προέβαλλε συχνά αντιρρήσεις στην κυκλοφορία προτεσταντικών φυλλαδίων, που προσέβαλλαν τη θρησκευτική παράδοση του λαού10. Εξ άλλου, ο Καποδίστριας έγραφε στον αμερικανό μισσιονάριο Rufus Anderson, ότι «οι Έλληνες θα δέχονταν ευχαρίστως σχολεία και άλλα, βιβλία, εικόνες, και τέλος κάθε τι, που δεν θα τους αποσπούσε ή δεν θα υπονόμευε την πίστη τους στην Εκκλησία του Έθνους τους»11. Επεδίωξε, μάλιστα, να λάβει δάνειο από την μεγάλη αμερικανική ιεραποστολική Εταιρεία A.B.C.F.M., που είχε καταρτίσει εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την Ελλάδα, «για να οργανώσει δικό του σύστημα εθνικής παιδείας». Η Εταιρεία, βέβαια, παρά την διατυμπανιζόμενο φιλελληνισμό της, απέρριψε την πρότασή του12, διότι σκοπός της ήταν να εισαγάγει τον Προτεσταντισμό στην Ελλάδα μέσω της παιδείας, όπως και έγινε άλλωστε. Ο Καποδίστριας, λόγω της εσωτερικής καταστάσεως και της διεθνούς θέσεως της Ελλάδος, ούτε να αποκρούσει τους δυτικούς μπορούσε, ούτε να αρνηθεί την προσφορά τους, λόγω της ελλείψεως, άλλωστε, μέσων. Προσπαθούσε όμως να τους κρατεί υπό τον έλεγχό του13. Στο αρχείο του συνεργάτου του, Ανδρέα Μουστοξύδη (στην Κέρκυρα), επισημάναμε πολλές αποδείξεις για αυτή την πολιτική και των δύο αυτών Κερκυραίων.



4. Παιδεία και Εκκλησία, συνέχεια του Έθνους



Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια έβαινε παράλληλα προς την ευρύτερη εκκλησιαστική πολιτική του14. Παιδεία και Εκκλησία ήταν τα βασικά ενδιαφέροντά του, για την πνευματική συνέχεια του Έθνους, όπως και η δικαιοσύνη, για την εκσυγχρονισμένη οργάνωσή του. Φρόντισε για την ανακαίνιση των ερειπωμένων εκκλησιών, για την μόρφωση του Κλήρου, ιδρύοντας εκκλησιαστική σχολή στον Πόρο15, σχεδίαζε δε ακόμη και την ίδρυση «Εκκλησιαστικής Ακαδημίας», και συνέστησε ειδικό
Υπουργείο, την «Γραμματείαν των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Παιδείας», που, όπως ο ίδιος εξηγούσε, «συνηνώθησαν δύο υπηρεσίαι αχώριστοι, και προς ένα συντρέχουσαι σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών μόρφωσιν, ήτις είναι η βάσις της κοινωνικής και πολιτικής του έθνους ανορθώσεως»16. Ο Καποδίστριας θεμελιώνει, έτσι, την συνύπαρξη «Παιδείας και Εκκλησίας» (όχι: Θρησκευμάτων), σε ένα Υπουργείο, για την παράλληλη πολιτική διακονία, δύο περιοχών, που παραδοσιακά συνδέονται μεταξύ τους αδιάρρηκτα στη ζωή του Γένους. Είναι χαρα­κτηριστικό για την διακρίβωση της νοοτροπίας των, ότι ο Κοραής είχε προτείνει την σύνδεση Εκκλησίας και Αστυνομίας!

Ο χαρακτηρισμός του Καποδίστρια ως «του πρώτου και τελευταίου Κυβερνήτου, που αγάπησε και ενδιεφέρθη ειλικρινώς δια την Εκκλησίαν της Ελλάδος»17 δεν είναι υπερβολή. Πιστεύοντας στην αναγεννητική αποστολή και δύναμη του Κλήρου, εργάσθηκε για την πνευματική άνοδο και την σχολική κατάρτισή του. Είναι ο μόνος πολιτικός μας, ο οποίος ενδιαφέρθηκε ειλικρινά για την αξιοποίηση, και όχι απλώς την «δήμευση» και απαλλοτρίωση, της εκκλησιαστικής περιουσίας. Αξιοποίηση υπέρ της ιδίας της Εκκλησίας (μισθοδοσία του κλήρου και συντήρηση του Εκκλησι­αστικού σχολείου). Αποπειράθηκε, επίσης, να καταπολεμήσει την υπάρχουσα αταξία του Εκκλησιαστικού βίου, τις καταχρήσεις ολίγων Κληρικών και να επιβάλει τον περιορισμό του Κλήρου στα εκκλησιαστικά έργα του, αλλά και την τήρηση Εκκλησιαστικών λογιστικών βιβλίων, χωρίς όμως, στο τελευταίο αυτό, επιτυχία.



5. Το Βαυαρικό Αυτοκέφαλο.

Η Ορθοδοξία το Μέλλον του Ελληνισμού και όχι η Ευρώπη.



Το σημαντικότερο όμως μέρος της Εκκλησιαστικής πολιτικής του, που συνι­στούσε την μεγαλύτερη πρόκληση για τους δικούς μας Ευρωπαϊστές και τις Μεγάλες Δυνάμεις, ήταν η προσπάθειά του να αποκαταστήσει τις σχέσεις της Ελλαδικής Εκ­κλη­σίας με την πνευματική της Μητέρα, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που ήταν ακόμη και Εθναρχικό του Ελληνισμού Κέντρο18. Με την έκρηξη της εθνεγερσίας, όπως ήταν φυσικό, διεκόπη η επικοινωνία της Εκκλησίας της Ελλάδος με το Οικουμε­νικό Πατριαρχείο, χωρίς όμως η διακοπή αυτή, καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνος, να λάβει τον χαρακτήρα πραξικοπηματικής ανεξαρτητοποι­ήσεως. Τα δικαιώματα του Οικουμενικού Πατριαρχείου ούτε απορρίφθηκαν ποτέ, ούτε και λησμονήθηκαν. Αντίθετα η Γ΄ Εθνική Συνέλευση –αυτή που εξέλεξε και τον Καποδίστρια ως Κυβερνήτη– διεκήρυξε: «Επειδή πάντες ημείς [...] ουκ εγνωρίσαμεν άλλην μητέρα, ειμή την Μεγάλην Εκ­κλη­σίαν, ούτε άλλον Κυριάρχην, ειμή τον Πατριάρχην Κωνσταντινου­πόλεως, καθ’ α και ο μεγαλόφρων αυτής Πατριάρχης Γρηγόριος προ ολίγων χρόνων εθυσιάσθη υπέρ της Ιεράς ημών Πίστεως και υπέρ πατρίδος, δια τούτο ουκ εφείται ημίν αποσπασθήναι απ’ αυτής και αποσκιρτήσαι». Ο κύκλος όμως την Διαφωτιστών, με πρώτο τον Κοραή, ποτισμένος από το δυτικό πνεύμα και προσκολλημένος στην δυτική αρχή των εθνοτήτων και στις δυτικογενείς προκαταλήψεις για το Βυζάντιο και τη Ρωμηοσύνη, έγινε ο προπαγανδιστής της αυτονομήσεως της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Στο σημείο όμως αυτό πρέπει να λεχθεί, ότι οι Έλληνες Ευρωπαΐζοντες ευθυγραμ­μίζονταν με την πολιτική την Μεγάλων Δυνάμεων για το νεότευκτο Ελληνικό Κράτος, αλλά και όλη την «καθ’ ημάς Ανατολή». Η πολιτική αυτή μπορεί να συνοψισθεί στα ακόλουθα: λύση του Ανατολικού ζητήματος με τη δημιουργία μικρών εθνικών βαλκανικών κρατών, σε μόνιμη σύγκρουση ή αντίθεση μεταξύ τους, για την εμπόδιση κοινού αγώνος εκ μέρους των προς ανασύσταση της αυτοκρατορίας της Ρωμανίας/Βυζαντίου. Ο διαμε­λισμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας συνδέθηκε με την δικαιοδοσιακή συρρίκνωση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με τη δημιουργία εθνικών Εκκλησιών, και σ’ αυτό βοηθούσε η εξάπλωση του εθνικού και, κατά ουσίαν εθνικιστικού, πνεύματος στους λαούς της Βαλκανικής. Οι Έλληνες θα έχουμε το θλιβερό προνόμιο να ηγηθούμε το 1833 σε αυτήν την προσπάθεια αποσυνθέσεως της Ρωμαϊκής Εθναρχίας.

Ο Καποδίστριας γνώριζε καλά τα σχέδια αυτά. Ως ενσυνείδητα όμως Ρωμηός–Ορθόδοξος, γνώριζε, ότι υπήρχε κίνδυνος, η διακοπή του δογματικού και κανονικού δεσμού της Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο να προκαλέσει κυριολεκτικά διάλυση του Ελληνισμού, ελευθέρου και αλυτρώτου. Εξ άλλου, ήταν και βαθύς γνώστης της σημασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου για τον Ελληνισμό και την Ορθόδοξη οικουμένη, –όπως αποδεικνύει η σχετική αλληλογραφία του. Άλλωστε, ήδη το 1819, ευρισκόμενος στην Κέρκυρα, είχε εκδώσει επώνυμα Υπόμνημα, υποστηρίζοντας την αναβολή της επαναστάσεως και τη θεμελίωση της Φιλικής Εταιρείας «ουχί επί της αρχής της εθνότητος, αλλά από της ευρείας και ζώσης Ορθοδόξου Εκκλησίας»19. Τι άλλο δείχνει αυτό από την θέληση του Καποδίστρια να αναστηθεί «το ρωμαίικο», το οποίο συνεχιζόταν με την Εθναρχική υπόσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου; Με την Ορθοδοξία και όχι την Ευρώπη συνέδεε ο Καποδίστριας το μέλλον του Ελληνισμού.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, ότι ο Κυβερνήτης συνήψε αλληλογραφία με τον Οι­κου­μενικό Πατριάρχη Κωνστάντιο τον Α΄ (1830-1834), με σκοπό να ρυθμισθεί η σχέση της Εκκλησίας της Ελλάδος με την Μητέρα Εκ­κλη­σία μέσα στο πνεύμα της Ορ­θοδόξου παραδόσεως και της ιστορικο­κανονικής τάξεως. Στη συνάφεια δε αυτή είναι ενδεικτική των προθέσεων και του φρονήματος του Καποδίστρια μία πολύτιμη μαρτυρία του Κ. Οικονόμου, που δημοσιεύσαμε ήδη20. Ο Οικονόμος, στενός φίλος του Ρέοντος και Πραστού και μετέπειτα Κυνουρίας Διονυσίου, από τον οποίο θα έλαβε ασφαλώς τις σχετικές πληροφορίες, αναφέρει, ότι ο Καποδίστριας ανέθεσε στον Διονύσιο ειδική αποστολή στην Πόλη, για να διευθετηθεί το ταχύτερο το εκκλησιαστικό πρόβλημα της Ελλάδος, «ίνα μη, όπως έλεγε (ο Καποδίστριας), πέσει η υπόθεσις εις Φράγκων χείρας, και τότε εχάθημεν»! Μέσα στη φράση αυτή κλείνεται η προφητική πρόβλεψη του Καποδίστρια για το βαυαρικό αυτοκέφαλο και τις επιπτώσεις του στη ζωή του Έθνους μας, αλλά και στην όλη πορεία του Ελληνισμού.

Αυτό ακριβώς όμως δεν ήθελε η Ευρωπαϊκή πολιτική. Την ομαλοποίηση των σχέσεων της ελευθέρας Ελλάδος με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και την συνέχιση της ενότητος του Ρωμαίικου, που μπορούσε να οδηγήσει στην ανάσταση του Βυζαντίου/Ρωμανίας, δηλαδή της Ορθόδοξης Αυτοκρατορίας. Ενώ ο Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος ετοιμαζόταν για την μετάβασή του στη Πατριαρχείο, οι δολοφονικές σφαίρες έκοβαν τη ζωή του Κυβερνήτη και ματαίωναν τους σκοπούς του. Οι δυνάμεις εκείνες, που τροφοδοτούσαν και κατηύθυναν την εναντίον του αντιπολίτευση, όπλισαν και τα χέρια των αφελών δολοφόνων του. Όπως, συνήθως, συμβαί­νει στην ιστορική πορεία ημών των Ελλήνων, οι προσωπικές δυσαρέσκειες και αντιθέσεις, ενισχυόμενες από τις επιβουλές των ξένων, μεγιστοποιούν τις οποιεσδήποτε υπερβάσεις και αστοχίες, χάνοντας τη συνείδηση της καθολικότητας και του ουσιώδους και εν προκειμένω του μεγάλου έργου του Κυβερνήτη.



6. «Οι Έλληνες θα κατανοήσουν την θυσίαν μου»!



Το τραγικό στην περίπτωση του Καποδίστρια είναι, ότι, βέβαιος για τον εθνωφελή χαρακτήρα του επιτελουμένου έργου του, δεν πίστευε, ότι θα βρεθούν αδελφοί του Έλληνες, που θα θελήσουν να τα καταστρέψουν: «Οι Έλληνες γράφει, δεν θα φθάσουν ποτέ μέχρι του σημείου να με δολοφονήσουν. Θα σεβασθούν την λευκή κεφαλή μου [...]. άλλωστε είμαι αποφασισμένος να θυσιάσω την ζωήν μου δια την Ελλάδα και θα την θυσιάσω. Εάν οι Μαυρομιχαλαίοι θέλουν να με δολοφονήσουν, ας με δολοφονή­σουν. Τόσον το χειρότερον δια αυτούς. Θα έλθη κάποτε η ημέρα, κατά την οποίαν οι Έλληνες θα εννοήσουν την σημασίαν της θυσίας μου»21.

Λόγια προφητικά, αλλά συνάμα και ενδεικτικά της ολοκληρωτικής αφοσιώσεως του ερημίτη πολιτικού στη διακονία της Πατρίδος και του Γένους. Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 έφυγε από το ταπεινό Κυβερνείο του Ναυπλίου, για να λειτουργηθεί, όπως έκανε σε όλη τη ζωή του, ως πιστός ορθόδοξος. Το γεγονός, ότι τα φονικά βόλια τον βρήκαν λίγο μετά της 6.30 το πρωΐ, δεν πρέπει να μείνει απαρατήρητο. Δεν ήταν ο πολιτικός των δοξολογιών και των πανηγύρεων. Ήταν ένας Ρωμηός, όπως όλος ο απλός και ευσεβής Λαός, για το καλό του οποίου ανάλωνε τη ζωή του. Και για αυτό μαζί με το λαό από τον Όρθρο συμμετείχε στη σύναξη του εκκλησιαστικού σώματος. Η δολοφονία του ανέκοψε την πορεία του Έθνους για την ολοκλήρωσή του μέσα στα όρια της Ελληνορθόδοξης παραδόσεώς του. Επηρέασε όμως δυσμενώς και την πορεία όλης της Ορθόδοξης Α­να­τολής, ανατρέποντας τα σχέδια για την Ρωμαίικη αποκατάστασή της.

Ο πιστός φίλος του Καποδίστρια Εϋνάρδος μπόρεσε να συνειδητοποιήσει πολύ ενωρίς τη σημασία της δολοφονίας του αληθινού Πατέρα της Ελληνικής Πατρίδος: «Ο θάνατος του Κυβερνήτου –έγραφε– είναι συμφορά δια την Ελλάδα, είναι δυστύχημα δι’ όλην την Ευρώπην [...]. Το λέγω με διπλήν θλίψιν: ο κακούργος, όστις εδολοφόνησε τον κόμητα Καποδίστρια, εδολοφόνησε την πατρίδα του». Το είπαμε όμως παραπάνω: Το δολοφονικό χέρι κατευθυνόταν από τις δυνάμεις εκείνες, που ενήργησαν στη δολοφονία, ως ηθικοί αυτουργοί, πραγματοποιώντας έτσι τον σκοπό τους: την ανακοπή και ανατροπή ενός μεγάλου πατριωτικού έργου, που ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέ­ροντά τους.



                                       π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός

                                                            Πρωτοπρεσβύτερος

     «ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Τεύχος Αυγούστου-Σεπτεμβρίου

                                                       Αριθμ. Τεύχους 110-111






Σημ. Συντάξεως: Η αρίθμηση των ενοτήτων έγινε από τον συγγραφέα και οι τίτλοι τέθηκαν από εμάς, βάσει του περιεχομένου των ενοτήτων.



Υποσημειώσεις

1. Ι. Α. Καποδίστρια, Επιστολαί, Αθήναι, 1841, τομ. Α΄, σ. 102.

2. Στο ίδιο, σ. 135, 137 κ.ά.

3. Βλ. Ε. Γ. Πρωτοψάλτη, Ο Καποδίστριας ως θρησκευτική προσωπικότης, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, αρ. 248, Δεκέμβριος 1976, σ. 3.

4. Ελ. Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας, ο άνθρωπος – ο αγωνιστής, περιοδ. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 10.

5. Κατά την έρευνα, που κάμαμε εκεί, το καλοκαίρι του 1982, συγκεν­τρώσαμε ένα αριθμό σχετικών εγγράφων, που έχουμε παρουσιάσει και παρου­σιάζουμε σε διάφορες ευκαιρίες.

6. Βλ. Παν. Γ. Κρητικού, Ο Ιω. Καποδίστριας τέκτων κανονικός, Ο
Ερανιστής 3 (1965), σ. 124-144.

7. Ν. Ι. Φιλιπποπούλου, Ελληνικός Αντιμασσονισμός, Αθήναι 1972, σ. 14.

8. Ε. Πρωτοψάλτη, ό.π., σ. 4.

9. Γρ. Korck από 20.11.1829 στην Church Missionary Society του Λονδίνου, στου Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν, κατά την ΙΘ΄  αιώνα, Αθήναι 2004, σ. 397.

10. Στο ίδιο.

11. James F. Clarke, Bible Societies; American missionaries and the national revival of Bulgaria, N. York 1971, σ. 232.

12. Στο ίδιο.

13. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το ζήτημα της Μεταφράσεως της Αγ. Γραφής εις την Νεοελληνικήν, κατά την ΙΘ΄  αιώνα, Αθήναι 2004, σ.399 ε. Πρβλ. του
Ιδίου, Παράδοση και αλλοτρίωση, Αθήνα 2001, σ. 279 ε.

14. Βλ. Α. Γερομίχαλου, Ίδρυσις και Διοίκησις της Εκκλησίας της
Ελλάδος, στην ΕΕΘ-ΣΠΘ, αρ. 11 (1967), σ. 346 ε.ε. Ε. Κωνσταντινίδου, Ιω. Καποδίστριας και η εκκλησιαστική του πολιτική, Αθήναι 1977. Charles A Frazee, Ορθόδοξος Εκκλησία και Ελληνική Ανεξαρτησία, 1821-1852. Αθήνα 1987, σ. 97 ε.ε.

15. Βλ. Ι. Κωνσταντινίδου, Ο Ιω. Καποδίστριας θεμελιωτής της εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως, ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 20-24.

16. Γεν. Εφημ. της Ελλάδος, 1829, αρ. 73, 74.

17. ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ, ό.π., σ. 1.

18. Για τα παρακάτω βλ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Το Ελλαδικό Αυτοκέφαλο. Προϋποθέσεις και συνέπειες, στο: Παράδοση και Αλλοτρίωση, ό.π., σ. 227 ε.ε.

19. Χρ. Παπαδοπούλου, Η Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως και η Μεγάλη Επα­νάστασις του 1821, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, ΚΑ (1950), σ.316.

20. Κων. Οικονόμος προς Τιτώφ (στον τιμητικό Τόμο του καθηγ. Κων. Μπόνη).

21.Επιστολαί, ό.π., τ. Δ΄ , σ. 300 ε.

Σχόλιο Στττ!!!: Ευχαριστώ τον φίλο Ζ.Χ. για την αποστολή του κειμένου

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης