Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εκκλησία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2016

Μεσογαίας Νικόλαος: Η Εκκλησία σήμερα βρίσκεται σε ύπουλο διωγμό

 


Ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής, κ. Νικόλαος αναφέρει στο μήνυμά του επί τω Nέο Ἐκκλησιαστικό Ετος (1 Σεπτ 2016):

«Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος» (Ἰω. ζ΄ 38)

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Α. Ὅλοι πλέον ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ Ἐκκλησία μας πορεύεται σὲ μία θάλασσα πρωτοφανοῦς ἀσεβείας, συντονισμένης ὕβρεως, ἰσχυρῶν ἀμφισβητήσεων, ἀθεϊστικῆς μανίας, συστηματικῆς προσπάθειας ἀπόρριψης κάθε ἔννοιας μυστηρίου καὶ ἱερότητος, ὕπουλου διωγμοῦ κατὰ τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἀποκαλυπτικοῦ διαμετρήματος, μάλιστα ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χριστιανικὰ συστήματα.
Ἐκτιμᾶται ὅτι σὲ λίγα χρόνια, σὲ κάποιες μεγάλες Εὐρωπαϊκὲς πόλεις, οἱ μουσουλμάνοι θὰ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τοὺς χριστιανούς. Τὸ πραγματικὸ ὅμως πρόβλημα δὲν εἶναι ὅτι οἱ χριστιανοὶ θὰ εἶναι λιγότεροι, ἀλλὰ ὅτι ἤδη εἶναι λιγότερο χριστιανοὶ καὶ ἀκόμη περισσότερο ὅτι οἱ μεγαλύτεροι ἐχθροὶ τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι οἱ ἴδιοι οἱ χριστιανοί.

Β. Ἐναντίον τῆς πίστεως ἔχει ἐπιστρατευθεῖ ἡ ἐπιστήμη, ἡ τεχνολογικὴ παντοδυναμία, τὰ μέσα πληροφόρησης, οἱ μηχανισμοὶ ψηφιακοῦ ἐλέγχου τῶν λεπτομερειῶν τῆς ζωῆς μας, ἡ πολιτική, ἡ κατευθυνόμενη παιδεία, ὁ ὑλιστικὸς τρόπος ζωῆς κ.λπ.

Γ. Ὁ φιλοσοφικὸς ὀρθολογισμὸς καὶ οἱ ἱστορικὲς καὶ ἀνθρωπολογικὲς ἐπιστῆμες ἐπιστρατεύονται στὸ νὰ γκρεμίσουν τὴν πίστη στὸν Θεὸ καὶ νὰ κατασυκοφαντήσουν τὴν πορεία καὶ τὸν ρόλο τῆς Ἐκκλησίας καὶ γενικότερα τοῦ χριστιανισμοῦ στὸ παρελθὸν καὶ σήμερα.

Δ. Οἱ θεωρίες περὶ τυχαιότητος στὴ γένεση τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ἐπιδιώκουν νὰ ἐξαφανίσουν κάθε ἰδέα δημιουργικῆς ἐπεμβάσεως στὴν ἀρχὴ τοῦ σύμπαντος, ἄρα νὰ μηδενίσουν τὴν θεΐκὴ παρουσία καὶ ἀνάγκη. Τύχη εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ στὴ διάλεκτο τῆς ἀθεΐας!

Ε. Ἡ ἔμφαση στὴν αὐθαίρετη μονομερῆ ἑρμηνεία τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως, σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἀνάπτυξη τῆς γενετικῆς τεχνολογίας, ὑπερτονίζει τὴ βιολογικότητα καὶ ζωικότητα τοῦ ἀνθρώπου, προκειμένου νὰ μηδενισθεῖ κάθε στοιχεῖο ἱερότητός του.

ΣΤ. Οἱ βιαστικὲς ἐξαγγελίες περὶ κατασκευῆς συνθετικοῦ γονιδιώματος καὶ τεχνητῆς ζωῆς ἢ κλωνοποίησης τοῦ ἀνθρώπου ἢ βιοτεχνολογικῶν θαυμάτων (DNA editing) ἢ στὴν Φυσικὴ περὶ τῆς δῆθεν «θεωρίας τῶν πάντων» ἀποσκοποῦν στὸ νὰ ἀντικαταστήσουν τὸν Θεὸ μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔτσι νὰ κλείσουν τὸν δρόμο καὶ τὴν προοπτικὴ τῆς θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῆς κοινωνίας του μὲ τὸν Θεό. Ἡ τύχη ὡς ἑρμηνευτικὸ ἐπινόημα καὶ ὁ ἄνθρωπος ὡς ἡ κεντρικὴ παρουσία στὸν κόσμο ἐξαφανίζουν τὸν Θεὸ καὶ ὡς πρόσωπο καὶ ὡς ἔννοια.

Ζ. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ τεχνολογίες τῆς γενετικῆς καὶ ἐγκεφαλικῆς ἐνδυνάμωσης (Gene enhancement καὶ Brain enhancing (pills and boosters), τὰ ἐγκεφαλικὰ ἐμφυτεύματα, ἡ μεταμόσχευση προσώπου, οἱ τολμηρὲς τεχνολογικὲς παρεμβάσεις στὸ νευρικὸ καὶ γενετικὸ κύτταρο, ἡ προσπάθεια νευροβιολογικῆς ἑρμηνείας τῶν ψυχικῶν φαινομένων κ.λπ. ἐπιδιώκουν τὴν τεχνολογικὴ αὐθυπέρβαση τοῦ ἀνθρώπου (transhumanism), ἀγνοῶντας καὶ ἀπορρίπτοντας ταυτοχρόνως τὴν αὐτεξούσια κίνησή του πρὸς τὸν Θεό καὶ τὴν κατὰ χάριν εἴσοδό του στὴν ὑπὲρ φύσιν κατάσταση (θέωσις).

Η. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ φύλου, ὄχι ὡς διόρθωση ὑφιστάμενης ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς δυσαρμονίας, ἀλλὰ ὡς ἐπιλογὴ ἀφύσικης ἀπαίτησης καὶ νοσηροῦ θελήματος, ἡ ἀντικατάσταση τῆς ἀνατομικῆς καὶ φυσιολογικῆς ταυτότητος τοῦ φύλου μὲ τὸν λεγόμενο σεξουαλικὸ προσανατολισμὸ ὡς ἐπιλογή, καὶ ἡ μὲ κάθε τρόπο δικαιολόγησή της, μάλιστα στὴ βάση τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τῆς ἀντιρατσιστικῆς ἀντίληψης, συντρίβοντας τὴν ἱερότητα τῆς ψυχοσωματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τὸν ἀπομακρύνουν βάναυσα ἀπὸ τὴν κληρονομιὰ τῆς «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν Θεοῦ» παρακαταθήκης του.

Θ. Ὁ ἐκφυλισμὸς τῆς Ἐκκλησίας σὲ σύστημα κοινωνικῆς πρόνοιας ἢ πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς, παράλληλα μὲ τὴν ἀντικατάσταση τῆς φιλανθρωπίας στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ἕναν ἀποστεωμένο χωρὶς Θεὸ ἀνθρωπισμὸ καὶ ἔννοιες ὅπως ἀλληλεγγύη, ἀλληλοβοήθεια, φιλία, εἰρηνικὴ συνύπαρξη κ.λπ., στὴν οὐσία καταργεῖ τὸν μυστηριακὸ χαρακτήρα τῆς Ἐκκλησίας ὡς πνευματικῆς κοινωνίας τῶν πιστῶν καὶ τὴν μεταμορφώνει σὲ μηχανισμὸ ἐπίλυσης κοινωνικῶν προβλημάτων ἐντελῶς ἐπίγειας προοπτικῆς.
Ι. Ἡ μεθοδευμένη ἐπιδίωξη εἴτε νὰ ἀμφισβητηθεῖ ἡ ἱστορικότητα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς αὐτοαποκαλούμενους μυθικιστὲς εἴτε νὰ συκοφαντηθεῖ ἡ ἀκεραιότητα τῆς ζωῆς Του καὶ ἡ αὐθεντικότητα τῶν ἱερῶν κειμένων, καὶ ἡ παράλληλη προσπάθεια ἀποχριστιανοποίησης τῶν κοινωνιῶν μας μὲ τὴν κατάργηση τῶν συμβόλων καὶ τὸν ἀποχριστιανισμὸ τῆς κοινωνικῆς ζωῆς καὶ τῆς παιδείας, τελικὰ ἐπισφραγίζουν τὴν προσπάθεια ἀποδόμησης τῆς πίστεως. Ἡ παγκόσμια ἀνασφάλεια, ἡ μαζικὴ καταστροφὴ ἀρχαιότατων πολιτισμῶν καὶ ἡ βίαιη μετακίνηση ἀπὸ τὶς ἱστορικὲς ρίζες τους καὶ ἀνακάτωμα ὁλόκληρων λαῶν συμπληρώνουν τὸ ὅλο σκηνικό. Ἕνας κόσμος δίχως Θεό! «Οἱ ἄνθρωποι λησμόνησαν τὸν Θεό∙ ἀπὸ ἐκεῖ ἔρχονται ὅλα τὰ κακά» (Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν, 1983).

ΙΑ. Ὁ ὑπερτονισμὸς τῶν λεγομένων ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων, ὅσο καὶ ἂν φαίνεται ἑλκυστικὸς καὶ θεμελιωτικὸς μιᾶς νέας ἠθικῆς περὶ τοῦ ἀνθρώπου, καταργεῖ τὰ «δικαιώματα» τοῦ Θεοῦ καὶ περιθωριοποιεῖ τὴν χάρι Του. Ὁ ἀντιρατσισμὸς καὶ ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ πολυπολιτισμικότητα καὶ ἡ πολυθρησκευτικότητα, ἐνῶ στὴν οὐσία τους περιέχουν κάτι τὸ βαθὺ χριστιανικό, ὅπως παρουσιάζονται καὶ ὅπως ὑποστηρίζονται, καίρια προσβάλλουν τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρώπου καὶ οὐσιαστικὰ ἀλλοιώνουν τὸ πρόσωπο τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Ἡ πολυθρησκευτικότητα μεταμορφώνει τὴν πίστη στὸν Θεὸ σὲ κοινωνικὸ φαινόμενο.

ΙΒ. Ὅλα αὐτὰ ὁδηγοῦν σὲ μιὰ πρωτοφανῆ σύγχυση, σὲ ἀλλεπάλληλα ἀδιέξοδα, πλάνες, αἱρέσες, παγκόσμια ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ κατάρρευση, ἀνατροπὴ διαχρονικῶν ἠθικῶν σταθερῶν, πολυμέτωπη προσβολὴ τῆς ἀνθρώπινης ὀντολογίας. Ἐπὶ πλέον, ἀποδυναμώνουν τὴν πίστη, ὑποβαθμίζουν τὴν Ἐκκλησία, ἀποχριστιανοποιοῦν τὸν κόσμο, ἐξαφανίζουν τὸν Θεό καὶ κάνουν τὸν λόγο καὶ τὸ ὄνομά Του ἀρχικὰ μὲν μὴ ἀναγκαῖα, στὴ συνέχεια περιφρονητέα, ὕστερα μὴ ἐπιθυμητὰ καὶ τέλος μισητὰ καὶ ἀποδιοπομπαῖα. Ἔτσι θεμελιώνεται ὁ σύγχρονος ἀθεϊσμός καὶ ὀργανώνεται ὁ σύγχρονος διωγμὸς τῆς πίστεως καὶ τοῦ χριστιανισμοῦ.

ΙΓ. Τελικά, ὁ ἄνθρωπος καταντάει μιὰ ἐπίπεδη, μονοδιάστατη ὀντότητα, μιὰ βιολογικὴ μηχανὴ ποὺ ἡ ζωή της ἐκτυλίσσεται ἀπρόβλεπτα μέσα σὲ μία πολὺ στενὴ ζώνη χρόνου, ὁ δὲ θάνατος προσδιορίζει τὴν ὁριστικὴ ἐπιστροφὴ στὴν ἄβυσσο τῆς ἀνυπαρξίας. Χειρότερη ἀπὸ τὴν ἐφημερότητα εἶναι ἡ συνειδητοποίησή της ὡς περιορισμένης παροδικότητος. Τότε ἡ λογικὴ καὶ ἡ σκέψη ἀποτελοῦν τιμωρία καὶ ὄχι δῶρο. Καὶ ἡ ἐλευθερία τραγικὴ παρακαταθήκη∙ ἀνάμεσα στὸν αἰώνιο καὶ θεωμένο ἄνθρωπο νὰ ἐπιλέγεις τὸν ζωικό καὶ μηδενιστικό.

ΙΔ. Ἡ Ὀρθόδοξη μαρτυρία τῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ, διατυπωμένη καὶ ἐμπειρικὰ τεκμηριωμένη μέσα στοὺς ναούς μας καὶ τὰ μοναστήρια μας, στὰ μυστήρια καὶ τὴ ζωή μας πρέπει νὰ κατατεθεῖ ὡς στεντόρεια πανορθόδοξη κραυγή στὴν ἐποχή μας. Ἡ Ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἐμπειρία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φωτίσει τὴ σύγχρονη πραγματικότητα καὶ γι’αὐτὸ ὀφείλει νὰ καταθέσει τὸν λόγο της καὶ πρὸς ἐπιστηριγμὸν τῶν πιστῶν καὶ ὡς μαρτυρία στὸν ὑπόλοιπο χριστιανικὸ κόσμο.

Γιὰ ὅλους τοὺς προαναφερθέντες λόγους, σᾶς καλῶ ὅλους μαζὶ ὡς τοπικὴ Ἐκκλησία, νὰ ξεκινήσουμε τὸ Νέο Ἐκκλησιαστικὸ Ἔτος ἐπαναλαμβάνοντας μὲ τὴ ζωὴ καὶ τὸν λόγο μας τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅπως αὐτὸ ἔχει ἐγκριθεῖ ἀπὸ τὴν Α΄ καὶ τὴν Β΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο καὶ ὅπως ὁμολογεῖται ἔκτοτε καὶ γιὰ δεκαεπτά αἰῶνες ἀπὸ τὸ σῶμα τῶν Ὀρθοδόξων ἀπαράλλακτο. Ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνουμε καθημερινὰ μέσα στὸ σύγχρονο πλαίσιο προβλημάτων, τάσεων, νοοτροπιῶν, καὶ ὡς ἔνδειξη τῆς διαχρονικότητος τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἀποτελεῖ καὶ ἀπάντηση στὸν σύγχρονο κόσμο».

ΠΗΓΗ


Το αλίευσα ΕΔΩ

Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Καθημερινά γεύματα για όλους τους εκπαιδευτικούς από την εκκλησία


Καθημερινά γεύματα για όλους τους εκπαιδευτικούς από την εκκλησία

Για μια ακόμη φορά, η εκκλησία, δείχνει το πανανθρώπινο πρόσωπό της με  έργα και όχι με λόγια, στηρίζοντας τις κοινωνικές ομάδες που έχουν ανάγκη.

 Αυτό που το κράτος δεν φροντίζει να κάνει, το κάνει αθόρυβα, αλλά ουσιαστικά. Τα προβλήματα των εκπαιδευτικών μας που διδάσκουν στα ακριτικά νησιά, οι πενιχροί μισθοί και η εξαθλίωση που βιώνουν είναι γνωστή. Εκεί έρχεται αρωγός η μητρόπολη Λέρου Καλύμνου και Αστυπάλαιας να σταθεί στους δασκάλους που θέλουν να δώσουν την μόρφωση στα παιδιά που ζουν σε αυτά τα νησιά. «Καθημερινά η μητρόπολή μας από την

Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΚΑΤΑΚΕΡΑΥΝΩΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΑΝΤΗΔΕΣ ΠΟΥ ΕΠΙΔΙΩΚΟΥΝ ΧΩΡΙΣΜΟ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!

Εν Πειραιεῖ τῇ 5ῃ Ἰουνίου 2012
Α Ν Α Κ Ο Ι Ν Ω Θ Ε Ν
Τά κόμματα πού διεκδικοῦν τήν ψῆφο τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ, Κομμουνιστικό Κόμμα Ἑλλάδος, ΔΗΜ.ΑΡ., Συνασπισμός Δημιουργία ξανά καί Δράση καί Οἰκολόγοι Πράσινοι στά προγράμματα πού παρουσιάζουν γιά τό πολιτικό σύστημα καί τήν δημοσία διοίκηση συμπεριλαμβάνουν καί τόν διαχωρισμό Κράτους καί Ἐκκλησίας.
Τά κόμματα τῆς Ἀριστερᾶς μέ τήν γνωστή φιλοσοφικοκοινωνική βιοκοσμοθεωρία τοῦ κομμουνιστικοῦ κοσμοειδώλου, ὅπως γνώρισε τόν χωρισμό αὐτό ὁ καταρεύσας ὑπαρκτός σοσιαλισμός στό ἀνατολικό μπλόκ πού στήν οὐσία ἦταν διωγμός τῆς θρησκευτικῆς πίστεως ἐλαύνονται ἀπό ἀποτυχημένα ἀθεϊστικά ἰδεολογήματα καί συναντῶνται μέ τά ὑπόλοιπα κόμματα κάτω ἀπό τίς ντιρεκτίβες τῆς νέας ἐποχῆς καί τῆς νέας τάξεως...

Ποιός δέν θυμᾶται τήν δυναμική παράσταση τοῦ ἐν Ἀμερικῇ Ἑβραϊκοῦ λόμπυ στόν τότε Πρωθυπουργό Κ. Σημίτη γιά τήν διαγραφή τοῦ θρησκεύματος ἀπό τίς ταυτότητες τῶν Ἑλλήνων ὅπως ἀνέφερε τό ἀνακοινωθέν τοῦ Μεγάρου Μαξίμου;
Μιλοῦν γιά χωρισμό Ἐκκλησίας καί Κράτους διάβαζε Ἔθνους ἐπικαλούμενοι δῆθεν προοδευτικά συνθήματα. Οἱ ἀντιλήψεις ὅμως περί χωρισμοῦ εἶναι τοῦ περασμένου αἰώνα πού γεννήθηκαν κάτω ἀπό μισαλόδοξο ἀντιθρησκευτικό πνεῦμα πού δέν συμβιβάζεται μέ τίς σημερινές κοινωνικές, πολιτειακές καί θρησκευτικές ἀντιλήψεις καί πού ἀναπτύχθηκε σέ προτεσταντικές καί παπικές χῶρες πού δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τόν πολιτισμό καί τήν χριστιανική πίστη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Τό πρότυπο τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν ἀλλά καί τοῦ ἀθεϊστικοῦ ἀνατολικοῦ μπλόκ πού κατέρρευσε παταγωδῶς, μέ τό θρησκευτικό συγκρητισμό καί μέ τόν χωρισμό παράγει μόνο διαλυτικά κοινωνικά φαινόμενα καί ἐπιτρέπει τήν ἅλωση τῶν κοινωνιῶν ἀπό τήν παραθρησκεία, τήν εἰδωλολατρεία, τόν σατανισμό καί τά ἐγκληματικά φαινόμενα. Οἱ ἀντιλήψεις περί χωρισμοῦ δέν συμβιβάζονται μέ τά ἑλληνικά ἰδεώδη καί τήν χριστιανική πίστη πού πότισε τίς ρίζες τοῦ Ἔθνους μας.
Οἱ ἀντί-θετοι, οἱ ἔξω τοῦ χριστιανισμοῦ, οἱ ἀντί-χριστοι, ἡ ἀπιστία γενικῶς ἀντιπαρέρχονται μία παγκόσμια πραγματικότητα, τήν πραγματικότητα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ κόσμου ἀπό τόν χριστιανισμό. Δέν μιλᾶμε γιά τήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μιλᾶμε γιά τήν κοινωνική πραγματικότητα, γιά τήν κοινωνική διάσταση τοῦ χριστιανισμοῦ πού ἐκπολίτισε τόν κόσμο καί ἰδιαίτερα στήν χώρα μας μᾶς διαφύλαξε διά νά μήν εἴμαστε τό ὑπόλοιπο τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας σήμερα.
Ὁ Χριστιανισμός συνεπῶς κρινόμενος μόνο μέ κοσμικά κριτήρια εἶναι μιά παγκόσμια θρησκεία πού δέν μπορεῖ νά τεθεῖ στό κοινωνικό περιθώριο οὔτε νά ἀγνοηθεῖ καί ἀσφαλῶς δέν εἶναι δυνατό νά καταπολεμηθεῖ γιατί εἶναι θεοσύστατος ὀργανισμός ὅπως ἀπέδειξαν τά δύο χιλιάδες χρόνια τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του.
Ἡ Ἑλληνική κοινωνία εἶναι μιά ὁμόδοξη κοινωνία ζυμωμένη μέ τό χριστιανικό πνεῦμα. Τυχόν ἀλλαγή τῶν δομῶν τῆς κοινωνίας μας, διότι περί αὐτοῦ πρόκειται, θά ἔχει ὀλέθριες συνέπειες γιά τό Ἔθνος μας καί τήν ἐπιβίωσή του.
Ἡ πρόταση τοῦ χωρισμοῦ, περνᾶ καί ἀπό τήν θύρα τῆς εἰδικῆς ἐπιστήμης τῆς κοινωνιολογίας. Ἡ ἐφαρμογή τῆς ἀρχῆς «ἡ θρησκεία εἶναι μία ἰδιωτική ὑπόθεση» κατέληξε πάντοτε στήν καταδίωξη καί καταπίεση τῆς θρησκευτικῆς πίστεως. Ἄμεσες συνέπειες τῆς τακτικῆς αὐτῆς εἶναι ὁ προοδευτικός ἐκφυλισμός τῆς προσωπικῆς καί κοινωνικῆς ἠθικῆς, ἡ σχετικοποίηση τῆς ἐθνικῆς παραδόσεως καί ἡ εἰσβολή ξένων ἰδεολογιῶν μέ ἐπικίνδυνο γιά τήν ἐθνική ἐπιβίωση περιεχόμενο. Ἡ συλλειτουργία τῶν θεσμῶν τοῦ ἔθνους καί τῆς Ἐκκλησίας στήν ἱστορική πορεία μας ἔχει ὡς συνέπεια νά εἶναι ἀδύνατον νά αὐτονομηθοῦν οἱ θεσμοί αὐτοί καί νά παύσουν νά συλλειτουργοῦν χωρίς τό ἄμεσο ἐνδεχόμενο ἀρνητικῶν συνεπειῶν στήν ἐθνική πορεία καί ἐπιβίωση. Ὁ ὁμ. Καθηγητής Β. Γιούλτσης παρουσίασε ἐναργέστατα τήν θεωρία τοῦ φονξιοναλισμοῦ δηλ. τῆς συλλειτουργίας τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν. Ὅταν στήν ἀθεϊστική Γαλλία συνομολογήθηκαν «κονκορδάτα» ἀμοιβαιοτήτων πού ὁδήγησαν προοδευτικά στά διατάγματα 91/1955, 654/1968 καί 1024/1983 μέ τά ὁποῖα οὐσιαστικά ἡ ἐθνική Ἐκκλησία τῆς Γαλλίας ἐπέστρεψε στά ἐπίπεδα συλλειτουργίας μέ τούς πολιτικούς θεσμούς καί ἐπίσης στήν ἄλλοτε κραταιά Σοβ. Ἕνωση τό διάταγμα τῆς 5/2/1918 μέ τό ὁποῖο ἐπεβλήθη ὁ χωρισμός Ἐκκλησίας καί Κράτους ἀντικατεστάθη μέ μιά σειρά διαταγμάτων ὅπως 1102/1972, 69/1973, 85/1973 καί μέ τήν γνωστή ἡμισυνταγματική ἀναθεώρηση τοῦ 1972 μέ τά ὁποῖα ἀναγνωρίστηκε ὡς ἀνεπίσημη θρησκευτική ἐπισημότητα ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, ἀποτελεῖ ἤ ὄχι ἀνεπίτρεπτο κρετινισμό ἡ συνθηματολογία γιά τόν χωρισμό στήν Ἑλλάδα, ὅπου ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀποτελεῖ τήν ψυχή τοῦ Ἔθνους.
Τά παραπάνω κόμματα πού μιλᾶνε γιά χωρισμό στήν οὐσία στοχεύουν στόν θρησκευτικό ἀποχρωματισμό τῶν Ἑλλήνων, θέλουν νά πάψουν οἱ πολίτες νά εἶναι θρησκεύοντα μέλη τοῦ σώματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διότι εἶναι ἀντίθετοι πρός τήν χριστιανική πίστη. Τήν ἀπουσία ὅμως τοῦ θρησκευτικοῦ στοιχείου ἀπό τόν πολίτη θά τήν ὑποκαταστήσει ἕνα ἄλλο στοιχεῖο τό ὁποῖο ἔχει καί αὐτό θρησκευτικό χαρακτῆρα γιατί δέν μπορεῖ νά γίνει ἀλλιῶς καί αὐτό τό στοιχεῖο ὀνομάζεται ἀντιχριστιανός ἤ ἀντιθρησκευτικός πολίτης ἤ ἄθεος πού στρατεύτεται στήν «θρησκεία» τῆς ἀθεΐας. Αὐτό εἶναι τό πρότυπο τοῦ πολίτου αὐτῶν πού θέλουν τόν λεγόμενο χωρισμό. Τόν ἀποκαλοῦν μέ πολλά ὀνόματα, φιλικό ἤ ἔντιμο χωρισμό δέν ἔχει σημασία. Μέ αὐτόν τόν τρόπο λένε ὅτι τό κράτος θά εἶναι ἀνεξίθρησκο ἤ οὐδέτερο πρός τήν θρησκεία καί αὐτό θά εἶναι δῆθεν καλύτερο γιά τήν κοινωνία. Τεχνητός ὅμως χωρισμός τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας στήν κοινωνική της διάσταση καί λειτουργία μπορεῖ νά εἶναι ἀπό νομοθετικῆς πλευρᾶς δυνατός, θά ἀποτελεῖ ὅμως κατ’ οὐσίαν κατασκευή ἑνός ἀνθρωπίνου τέρατος, ἑνός κοινωνικοῦ θηρίου. Οἱ κοινωνίες δέν ὀργανώνονται μόνο μέ νόμους ἤ συντάγματα, ὀργανώνονται καί μέ ἐξωνομικούς κανόνες πού ἀπό πλευρᾶς ἀξίας καί πρακτικοῦ κοινωνικοῦ ἀποτελέσματος εἶναι οἱ σημαντικότεροι.
Ἡ Ἑλληνική κοινωνία εἶναι ὀργανωμένη μέ τέτοιους νομικούς κανόνες, πού εἶναι οἱ χριστιανικοί κανόνες καί ἑπομένως εἶναι ἔγκλημα ἡ πολιτική βούληση τῶν ἀνωτέρω κομμάτων πού θέλει νά ὁδηγήσει σέ θρησκευτικό ἀποχρωματισμό τήν ἑλληνική κοινωνία στό ὄνομα τῆς δῆθεν προόδου, γιατί στήν ἑλληνική κοινωνία οἱ θεσμοί συλλειτουργοῦν ἐπειδή συλλειτουργοῦν οἱ ἀνθρώπινες προσωπικότητες. Βέβαια στίς κοινωνίες ὑπάρχουν πολίτες μέ θρησκευτική συνείδηση καί πολίτες χωρίς αὐτήν ἀλλά αὐτό ἀποτελεῖ ἐπιλογή καί ἀνάγεται σέ ἀτομικό δικαίωμα προστατευόμενο συνταγματικά. Ἡ καθιέρωση ὅμως πολιτειακά τοῦ χωρισμοῦ τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν εἶναι τραγικά ἀγεφύρωτη ἔκπτωση.
Ὁ χωρισμός χωρίς νά ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν ἡ συλλειτουργία τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν, ἡ ἰδιομορφία τοῦ πολιτιστικοῦ καί ἐθνικοῦ παρελθόντος, οἱ ἀντιλήψεις καί ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι μία ἀφελής συνθηματολογία πού περιέχει μόνο ἄγνοια καί προκατάληψη.
Τό σύστημα τῆς συναλληλίας πού ἰσχύει σήμερα μέ τό Σύνταγμα τοῦ 1975 καί τόν Καταστατικό Χάρτη εἶναι καθεστώς χωρισμοῦ ἀφοῦ Ἐκκλησία καί Πολιτεία εἶναι κοινωνίες διάφορες, συναφεῖς ὅμως καί συνεχόμενες μέ συνεργασία κοινωνικά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη. Ἡ ἱστορική ἐμπειρία ἐφαρμογῆς τοῦ συστήματος τόσο στήν χιλιόχρονη βυζαντική περίοδο καί τήν ὀθωμανική κατοχή ὅσον καί στήν περίοδο τοῦ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ κράτους ἀποδεικνύει ὅτι ἡ νομική αὐτή κατάσταση δέν ἔβλαψε οὔτε τήν ἑλληνική κοιωνωνία, οὔτε τά δικαιώματα τῶν ἄλλων θρησκευτικῶν κοινοτήτων καί ἐπί τέλους θέτει τό ἐρώτημα, ἡ ὑπαγωγή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στήν ὁποία πολυειδῶς ὀφείλει τό Ἔθνος ἀπό ΝΠΔΔ σέ ἁπλό Σωματεῖο ἤ Ἕνωση προσώπων θά συμπαρασύρει καί τό ὑφιστάμενο νομικό καθεστώς τῶν Μουφτειῶν τῆς Μουσουλμανικῆς θρησκευτικῆς παραδοχῆς πού προβλέπεται ἀπό τήν Συνθήκη τῆς Λωζάνης καί τοῦ Κεντρικοῦ Ἰσραηλιτικοῦ Συμβουλίου, γιατί κάτι τέτοιο δέν προαναγγέλεται ἀπό τά παραπάνω πολιτικά κόμματα. Συνεπῶς ἀντιλαμβάνεται κανείς εὐχερῶς ὅτι οἱ κομματικοί αὐτοί σχηματισμοί μέ τήν πρότασή τους αὐτή κηρύσσουν διωγμό κατά τῆς μάννας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί μόνον. Τίθεται λοιπόν ἀναποδράστως σέ κάθε ἄνθρωπο καλῆς θελήσεως τό ἐρώτημα: ἐνεργοῦν μόνοι τους ἤ εἶναι διατάκτες, ὑπεργολάβοι καί ἐντολοδόχοι γνωστῶν ἀνθελληνικῶν κέντρων τοῦ διεθνιστικοῦ συστήματος καί τῆς νέας τάξεως πραγμάτων πού ἐπιδιώκουν καί τό γκρέμισμα τῆς εὐρωζώνης καί τήν κατάρευση τοῦ κοινοῦ εὐρωπαϊκοῦ νομίσματος καί τήν ἠθική ἐξαχρείωση καί ἐξανδραποδισμό τῶν πολιτῶν τοῦ κόσμου.
Ὠφείλω νά ἀναφερθῶ καί σέ ἕνα πράδειγμα. Στόν Πειραιᾶ ἔχομε ὡς βουλευτή τοῦ ΣΥΡΙΖΑ ἐξαίρετο ἄνθρωπο, εὐγενῆ καί κόσμιο τόν κ. Θ. Δρίτσα, ὁ ὁποῖος ὅμως ποτέ δέν τίμησε τούς μάρτυρες, τούς ἥρωες καί τά θύματα πού ἔπεσαν στόν βωμό τῆς ἐλευθερίας τοῦ Γένους ἀπουσιάζοντας συστηματικά ἀπό τίς σχετικές ἐθνικές καί θρησκευτικές ἐκδηλώσεις. Περιφρονεῖ ὁποιαδήποτε ἐκδήλωση τῆς μητρός Ἐκκλησίας ἀκόμη καί στίς κοινωνικές της διαστάσεις καί διερωτᾶται κανείς αὐτό εἶναι τό πρότυπο πολιτικῆς συμπεριφορᾶς πού θά ἐγκαινιάσει τό κόμμα του στήν ἑλληνική Κοινωνία καί γι’ αὐτό προαναγγέλει τήν διάλυση τοῦ θεσμοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους;

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ ὁ Πειραιῶς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Επιστολή στον Θάνο Τζήμερο για τις θέσεις του κόμματος Δημιουργία Ξανά, περί «Σχέσεων Κράτους-Εκκλησιών»

Αγαπητέ κ. Τζήμερε,

Συγχαρητήρια για την εκλογική σας επίδοση στις 6 Μαΐου. Λαμβάνω το θάρρος για αυτήν την επιστολή επειδή είστε ένας από τους λίγους πολιτικούς αρχηγούς, οι οποίοι απάντησαν στις ερωτήσεις του
ηλεκτρονικού debate του Αντίβαρου, και μάλιστα αρκετά εύστοχα. Σας γράφω λοιπόν επειδή μου έκανε εντύπωση το στίγμα της «Δημιουργίας, Ξανά!», όπως το εκφράσατε εν γένει δημοσίως και ειδικά το «πολιτική χωρίς πολιτικούς», την έμφασή σας στο αίτιο της κρίσης ως το μοντέλο «Σοβιέτ», το οποίο υιοθέτησε η χώρα μας για δεκαετίες και την άνεση με την οποία καταγγέλετε ταυτόχρονα τους θαυμαστές του Χίτλερ και του Στάλιν. Απογοητεύτηκα όμως σφόδρα όταν διάβασα τις θέσεις σας για τις σχέσεις «Κράτους-Εκκλησιών». Ο φρέσκος πολιτικός σας λόγος, προερχόμενος από βιώματα και εμπειρία στον ιδιωτικό τομέα (ο οποίος έχει πράγματι αφανιστεί από την Ελλάδα και ως ιδιωτικός τομέας εμφανίζεται μία νομενκλατούρα διαπλεκόμενων με το δημόσιο λειτουργώντας ως πελάτης του), στο πεδίο αυτό των θέσεων του κόμματος έλκεται από στείρα στερεότυπα της αριστεράς. Ξεκινώ από κάποιες γενικές αρχές, τις οποίες θεωρώ πολύ σημαντικές. Κατόπιν, συνεχίζω θέτοντας ορισμένα γεγονότα τα οποία ανατρέπουν συγκεκριμένες θέσεις σας, ελπίζοντας να ληφθούν υπόψιν όλα αυτά.

Γενικές αρχές


Μία οξυδερκής θεώρηση της ελληνικής ιστορίας, όσο και κοινωνίας, όταν δεν εμφορείται από τις αγκυλώσεις της αριστερής διανόησης η οποία έχει επικρατήσει στην άρχουσα πολιτική κουλτούρα τα τελευταία 30 χρόνια, διαβλέπει ότι η σχέση έθνους και θρησκείας στην Ελλάδα είναι δαιφορετική και όχι συγκρίσιμη με το τι γίνεται στην Ευρώπη. Είναι λάθος ανάγνωση και οδηγεί σε λάθος θέσεις, να συγκρίνει κανείς τον ρόλο και τη θέση της Εκκλησίας ως οργανισμού, αλλά και ως πεποίθησης σε λαϊκό επίπεδο στην Ελλάδα, με την καταπίεση αιώνων από τη Ρωμαιοκαθολική απολυταρχία και το σύμπλεγμα θρησκείας και αυταρχισμού στη Δύση για αιώνες –μέχρι και τον Φράνκο κατά το δεύτερο μισό του αιώνα που πέρασε. Μία πολιτική θέση, η οποία θα πρωτοτυπεί απέναντι στο τρέχον πολιτικό σύστημα σήψης και θα αποπειράται να διατυπώσει μία πρόταση λειτουργική για την ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να αναπαράγει τις ιδεοληψίες συγκεκριμένων χώρων, αλλά να λαμβάνει υπόψη δημιουργικά τις ελληνικές ιδιαιτερότητες εν προκειμένω.




Συγκεκριμένα: η θρησκεία στην Ελλάδα δεν είναι απλά ένας μεσαιωνικός εξουσιαστικός φορέας, ο οποίος κράτησε κάποια από τα προνόμιά του και στο νεωτερικό κράτος δημιουργώντας μία παθογενή σχέση με διάρκεια ως σήμερα, όπως προκύπτει από το πλαίσιο των θέσεων της ‘Δημιουργίας Ξανά’ όπως αυτό παρουσιάζεται στην
ιστοσελίδα σας. Τουναντίον, σαν διοικητικός θεσμός ήταν πάντα ιστορικά πιο αδύνατος και υποταγμένος παρά το αντίθετο. Στη δε σύγχρονη ιστορία, ας μην λησμονούμε πως η αφετηρία του νεοελληνικού κράτους ήταν η απόπειρα πλήρους εκμηδένισης της θεσμικής παρουσίας της Ελλαδικής Εκκλησίας στην πρώιμη Βαυαροκρατία. Πολλά από τα εκκλησιαστικά στοιχεία τα οποία διανθίζουν κρατικές εκφάνσεις ή εκδηλώσεις σήμερα, είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υπονοείται στις θέσεις σας: στην ουσία είναι «κατακτήσεις» τις οποίες η αδυναμία της πρώιμης Βαυαροκρατίας να φτιάξει ένα λειτουργικό κράτος με τις αφετηριακές της αξίες, και η αντιδρώσα κοινή γνώμη, επέβαλλαν σταδιακά κατά την περίοδο του ρομαντισμού. Το πιο χαρακτηριστικό (αλλά σίγουρα μόνο ως ένα από πληθώρα αντίστοιχων περιπτώσεων) παράδειγμα αποτελεί η Συνταγματική υποχρέωση να είναι Ορθόδοξος ο αρχηγός του κράτους. Ήταν πάνδημο αίτημα για πάνω από 50 χρόνια ελεύθερου κρατικού βίου, το οποίο η εξουσία σνομπάριζε επίμονα, συστηματικά και επιδεικτικά –μέχρι την κατοχύρωση της κατά την πρώτη δεκαετία του Γεωργίου Α’.

Κυρίως όμως, όπως κατά καιρούς έχει καταδείξει ο Χρήστος Γιανναράς, σε έναν λαό και μία κουλτούρα που δεν έχει μάθει να λειτουργεί με τις αρχές του ωφελιμισμού και της πειθαρχίας, οι οποίες υπάρχουν στη Δύση ως απότοκο του εκεί ιστορικού και πολιτισμικού (άρα και θρησκευτικού) μοντέλου, η Ορθοδοξία είναι μία συντεταγμένη του συλλογικού κοινωνικού βίου, ένα μαξιλάρι οργάνωσης και νοηματοδότησής του. Οι άνθρωποι, στο αρχέτυπο της ελληνικής κοινωνίας, επιτελούν λειτουργίες και ικανοποιούν ανάγκες, τόσο στον ιδιωτικό όσο και συνερχόμενοι στον δημόσιο βίο, με άξονα τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αυτό είναι μία πολιτισμική ιδιαιτερότητα την οποία δεν μπορεί να παραγνωρίσει όποιος θέλει να απεικονίσει με συνέπεια την ελληνική κοινωνία, ούτε να σπεύσει να την απορρίψει με την στερεοτυπική χονδροειδή κατάταξή της ως «θεοκρατία». Όταν φτιάχνει κανείς πρόγραμμα το οποίο να αντιστοιχεί σε έναν συγκεκριμένο λαό, πρέπει να μπορεί να αποσαφηνίζει τέτοιου είδους λεπτομέριες, -χρειάζεται προσέγγιση με διάκριση, όχι τσουβάλιασμα με ιδεοληψίες.


Αυτό λοιπόν το θέμα δεν αντιμετωπίζεται ούτε με νομικισμούς, όπως διαπνέει το πλαίσιο των θέσεών σας, ούτε με αφορισμούς. Το αντίθετο. Ιδιαίτερα δε σε περιόδους και φάσεις όπου αποσυντίθεται ο κοινωνικός ιστός του έθνους, είναι απαραίτητο το λειτουργικό όραμα ανασυγκρότησης να γίνεται χωρίς αποκλεισμούς κύριων εθνικών συνιστωσών (μία εκ των οποίων στην ελλαδική κοινωνία είναι αναμφίβολα και η Εκκλησία), και όχι να είναι διαιρετικό των βασικών συντεταγμένων του κοινωνικού ιστού. Χρειάζεται σύνθεση του μοντέλου ανάπτυξης το οποίο προτείνετε στην κοινωνία και την οικονομία, με τους άξονες ιστορικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, όπως ο συγκεκριμένος. Ιστορικά, κάθε σχήμα το οποίο καταφέρνει να βγάλει μία κοινωνία από τέτοια κρίση ταυτότητας όπως η σημερινή στην Ελλάδα, είναι συνθετικό, όχι δογματικό. Αυτό διδάσκει η Ιστορία.


Σχετικά τώρα με τις πιο συγκεκριμένες θέσεις σας, θα σχολίαζα τα κάτωθι.

Περί εκκλησιαστικής περιουσίας
Το επιχείρημα των θέσεών σας ότι η περιουσία στα χέρια της Εκκλησίας της δόθηκε επί Οθ. Αυτοκρατορίας ως πολιτικού εκπροσώπου των Ελλήνων (Χριστιανών), και άρα θα πρέπει να επιστραφεί στο κράτος, το οποίο είναι μετά την Επανάσταση ο νόμιμος διάδοχος φορέας πολιτικής εκπροσώπησης των Ελλήνων, είναι παντελώς άστοχο –και για την ακρίβεια πρωτοφανές. Κανένας από όσους προέβησαν στις ενέργειες τις οποίες περιγράφω πιο κάτω δεν χρησιμοποίησε αντίστοιχο ισχυρισμό. Έχουμε και λέμε:

  • 1833-34. Η αντιβασιλεία του Όθωνα διέλυσε 416 Μοναστήρια και υφάρπαξε τις περιουσίες τους. Μιλάμε για το 80% των Μοναστηριών.
  • 1836, η αντιβασιλεία του Όθωνα απαλλοτρίωσε την περιουσία των υπολοίπων μοναστηριών.
  • Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 είχαμε αναγκαστική απαλλοτρίωση μοναστηριακών εκτάσεων σε δύο φάσεις, με δεύτερη το 1930. Συνολικά οι εκτάσεις είχαν αξία 1 δις δραχμών της εποχής, από τις οποίες το κράτος κατέβαλε μόνο το 4%
  • Με το νόμο 4684/1931 έγινε αναγκαστική ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών. Τα χρήματα που εισπράχθηκαν εξαφανίστηκαν τα πρώτα χρόνια της Κατοχής.
  • Στις 18/9/1952 υπεγράφη νέα σύμβαση με την οποία παραχωρούνταν το 80% της εκκλησιαστικής γης έναντι του ποσού 45 εκατομυρίων δραχμών. Στη Σύμβαση αυτή, με πρωτοβουλία του κράτους πάντα, το οποίο προχώρησε σε μία ακόμη αναγκαστική απαλλοτρίωση, το κράτος παραδέχτηκε ότι αδυνατούσε να αποπληρώσει τα χρωστούμενα προς την Εκκλησία και έτσι πρότεινε για αντάλλαγμα να μισθοδοτεί για πάντα τους κληρικούς.
  • Με το νόμο (Τρίτση) 1700/1987 επιχειρήθηκε η οριστική αποψίλωση της εναπομείνουσας εκκλησιαστικής περιουσίας, όμως αφού κατέφυγαν οι Μονές στα ευρωπαϊκά δικαστήρια η υπόθεση σταμάτησε.


Συμπερασματικά: η Εκκλησία, δηλαδή τα πλέον των 10000 ΝΠΔΔ τα οποία την απαρτίζουν νομικά, έχουν απωλέσει σχεδόν όλες τις εκτάσεις γης που κατείχαν, μετά από σειρά αναγκαστικών απαλλοτριώσεων. Στην έρευνα της Αγροτικής Τράπεζας το 1988, την οποία κι εσείς αναφέρεστε, υπολογίζει την Εκκλησιαστική περιουσία σε 1.28 εκ στρέμματα γης, από τα οποία μόνο τα 169900 είναι καλλιεργίσιμη γη. Οι αριθμοί αυτοί αναπαράγονται και στις θέσεις σας. Για να δοθεί όμως η πλήρη εικόνα δίνω και ένα επιπλέον στοιχείο της έρευνας, το οποίο παραλείπετε, ότι δηλαδή οι καλλιεργίσιμες εκτάσεις της Εκκλησίας αθροίζονται στο 0.48% του συνόλου. Επίσης, στην ίδια έρευνα αναφέρεται ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 εγκαταλείπονται 162400 στρέμματα ανά έτος από τους αγρότες, συγκρίσιμο μέγεθος με τις Εκκλησιστικές εκτάσεις. Στα 4.38 εκατομύρια στρέμματα υπολογίζονται οι εγκαταλελειμένες εκτάσεις το 1983 από τους ίδιους τους αγρότες. Επίσης, οι μικρές σχετικά εκτάσεις αυτές της Εκκλησίας είναι συνήθως δεσμευμένες από το κράτος, και έτσι έχουμε το παράδοξο ενώ το αίτημα διαφόρων δεξιών και αριστερών κομμάτων υποκείμενων στις ιδεολογικές αγκυλώσεις μία αντικληρικαλιστικής αριστεράς να αφορά στη φορολόγηση ή (μία ακόμη) απαλλοτρίωση των εκτάσεων της Εκκλησίας (όπως υπονοείτε σαφώς εσείς), το αίτημα της ίδιας της Εκκλησίας δια του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου -για παράδειγμα στην προηγούμενη κυβέρνηση- να είναι η αποδέσμευση από το κράτος των εκτάσεων που ανήκουν στην Εκκλησία, ώστε η από κοινού εκμετάλλευσή τους να αποφέρει οφέλη για το κοινωνικό σύνολο! Η τεράστια απόσταση της πραγματικότητας από την εικονική της εκδοχή είναι φανερή και ενδεικτική της επίδρασης στερεοτύπων στη διαμόρφωση των θέσεών σας και θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν..


Στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι αποσιωπάτε κάτι θεμελιώδες: βάσει της σχετικής Σύμβασης του 1952, η μισθοδοσία των κληρικών προήλθε από πρωτοβουλία του κράτους για συγκεκριμένους λόγους. Όποιος λοιπόν προτείνει τη διακοπή της μισθοδοσίας (όπως κάνετε εσείς), θα πρέπει να λάβει πρόνοια είτε για την αντικαταβολή των οφειλομένων προς την Εκκλησία χρημάτων της αξίας των απαλλοτριωμένων εκτάσεων, είτε των ίδιων των εκτάσεων. Εάν δεν το κάνει, είναι υπόλογος στη συνέπεια της ίδιας του της λογικής.


Μερικές από τις πιο συγκεκριμένες προτάσεις σας ισχύουν ήδη και είναι περιττές. Για παράδειγμα η φορολόγηση εσόδων από όσα ακίνητα δίνουν πρόσοδο, το ισόκυρο του πολιτικού και θρησκευτικού γάμου κλπ.


Μερικές ακόμη, όπως για παράδειγμα η προαιρετική φορολόγηση των πολιτών υπέρ της Εκκλησίας στην οποία ανήκει, εκτός από το ότι απαοτελεί αντιγραφή άλλων μοντέλων με διαφορετική εθνο-θρησκευτική προέλευση και ταυτότητα η οποία είναι ανύπαρκτη στην Ελλάδα (τουλάχιστον προς το παρόν), δείχνει και μία σύγχυση. Γράφετε για την «ανάρμοστη σχέση Πολιτείας – Εκκλησίας», η οποία λέτε «δίχασε τον λαό, οδήγησε σε πολιτικές τραγωδίες, «αναθέματα» και «λαοσυνάξεις»». Εκτός του ότι μία «διαχωρισμένη» Εκκλησία θα έχει πολύ μεγαλύτερη άνεση να διαμαρτύρεται και να οργανώνει «λαοσυνάξεις», υπάρχει και η σύγχυση σε φιλοσοφικό υπόβαθρο από αυτή τη θέση, διότι από τη μία θεωρείτε «διχασμό» ένα απλό αίτημα της Εκκλησίας προς την πολιτεία να διεξαχθεί δημοψήφισμα με ερώτημα αν επιθυμεί ο λαός την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες, διότι περί αυτού επρόκειτο, και από την άλλη ζητάτε ο ίδιος την προαιρετική αναγραφή στη φορολογική δήλωση των πολιτών! Σημειώνω εδώ ότι η εν λόγω σύγχυση διακατέχει ολόκληρη την πλευρά του κράτους, το οποίο ακόμη και σήμερα ερωτά τους πολίτες για το θρήσκευμά τους στις ληξιαρχικές πράξεις γάμων και προσθήκης τέκνων στην οικογενειακή μερίδα, ενώ υπάρχει και η «θετική διάκριση» των μουσουλμάνων μαθητών οι οποίοι εισάγονται σε ειδική κατηγορία σε συγκεκριμένες ανώτατες σχολές. Τη σύγχυση αυτή θα πρέπει να την υποβάλετε στη βάσανο της συνέπειας της λογικής σας, ειδικά εφόσον χρησιμοποιείτε τους συγκεκριμένους χαρακτηρισμούς.


Προχωρώ. Ο διαχωρισμός τον οποίον επιχειρείτε να περιγράψετε στις θέσεις σας είναι πολύ πρόχειρα γραμμένος, και χωρίς να λαμβάνει υπόψιν συγκεκριμένες συνιστώσες. Για την ακρίβεια, όλοι όσοι μιλάνε για αντίστοιχο διαχωρισμό λησμονούν ορισμένες βασικές παρενέργειες, οι οποίες εκτός από το πολιτισμικό υπόβαθρο του ελληνισμού, αφορούν και στις διεθνείς σχέσεις της χώρας και στην εξωτερική πολιτική. Ενδεικτικά επισημαίνω ότι ο εξ αριστερών προερχόμενος αντικληρικαλιστικός άξονας, ο οποίος οδηγεί σε φωνές «άμεσου διαχωρισμού εδώ και τώρα» ξεχνάει τις σχέσεις του Ελλαδικού κράτους με το Άγιο Όρος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα πρεσβύτερα Πατριαρχεία και ασφαλώς τις χώρες στις οποίες ανήκουν όλα αυτά, κοκ. Όταν αναφερόμαστε σε μια σχέση με τέτοιο ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, όπως η συγκεκριμένη, τα πράγματα είναι πιο πολύπλοκα από όσο νομίζει κανείς με την πρώτη ματιά.


Στην αρχή των θέσεών σας λέτε ότι «στόχος(;) [του κόμματος] είναι να διπλασιάσουμε ανθρώπους ανεξίθρησκους και ανοιχτόμυαλους». Εκτός από περίεργος, για στόχο κόμματος, αφού δηλώνει μία «ιεραποστολική» διάθεση, υπονοεί σαφώς ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος Ελλήνων δεν είναι ανεξίθρησκοι. Από πού συνάγετε αυτό το συμπέρασμα; Υποπτεύομαι ότι συγχέετε την λαϊκή πίστη με την έλλειψη ανεξιθρησκείας, και σ’ αυτή σας τη σύχγυση δεν επιδεικνύετε ο ίδιος αρκετά ανοιχτό μυαλό. Εκτός βέβαια, αν το υπόβαθρο της σκέψης σας είναι αποκλειστικά και ανελαστικά η Ποπεριανή «ανοιχτή κοινωνία».


Γράφετε για παράδειγμα στην αρχή των θέσεών σας πως «Ό,τι κάνει ο δεσπότης θα μπορεί να το κάνει και ο μουφτής». Αναρωτιέμαι τι ακριβώς εννοείτε. Δεδομένου του πλήρους διαχωρισμού (δεν το εξηγείτε επαρκώς, αλλά δίνετε ένα περίγραμμα ότι η Εκκλησία θα ασχολείται αποκλειστικά και αυστηρά με τα του οίκου της), ποια είναι αυτά τα δικαιώματα και τα πράγματα που «μπορεί» να κάνει ο Δεσπότης, αλλά δεν μπορεί ο Μουφτής; Διότι η πραγματικότητα σήμερα είναι ότι ο Μουφτής μπορεί να δικάζει, για παράδειγμα, οικογενειακές υποθέσεις εφαρμόζοντας κατά γράμμα τον Ισλαμικό Νόμο! Μάλλον θέλατε να γράψετε «ό,τι δεν μπορεί να κάνει ο δεσπότης, δεν θα πρέπει να μπορεί να το κάνει ούτε ο μουφτής». Βλέπετε ότι η τεχνητή πολιτική ορθότητα και η με το ζόρι υποβάθμιση του «δικού μας» έναντι του «άλλου» για να εμφανιστούμε ως «δίκαιοι» ή «φιλελεύθεροι» είναι κακός οδηγός.


Αυτό που ίσως αναρωτιέστε τώρα είναι, μα μπορούν να συνυπάρξουν όσα διαβάζω στην παρούσα επιστολή με τις δημόσια διατυπωθείσες απόψεις περί οικονομικής πολιτικής; Η δική μου απάντηση είναι προφανώς ναι. Εδώ θα βασίζεται η πρωτοτυπία, το εναλλακτικό της πρότασής σας, το πραγματικά καινούργιο (ας σημειώσω εδώ ότι το ‘πραγματικά καινούργιο’ για το οποίο μιλάω αναφέρεται στην δημόσια πολιτική συζήτηση όπως αυτή διεξάγεται στην Ελλάδα, γιατί διεθνώς -αρχής γενομένης από τον αγγλοσαξωνικό κόσμο ήδη από την δεκαετία του 80-, η επανάκαμψη των αρχών του φιλελευθερισμού στην οικονομία είναι σύμφυτη με την πρόταξη των παραδοσιακών αξιών των αντίστοιχων κοινωνιών, όπως έκαναν οι κυβερνήσεις Θάτσερ-Ρήγκαν, και όπως είναι ο κανόνας σε όλα τα συντηρητικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα στη δύση. Δυστυχώς όμως αυτό που έξω παραβιάζει ανοιχτές θύρες, στην Ελλάδα παραμένει ταμπού, λόγω ιδεολογικής κυριαρχίας της αριστεράς). Αλλιώς, μάλλον έχουμε ξανακούσει αυτές τις ιδέες σε πολλές και διαφορετικές εκδοχές. Θα θυμίσω εδώ τον έντονα «εθνομηδενιστικό» και «νεο-οθωμανικό» τόνο τον οποίον δίνουν συνιδρυτές κομμάτων με τα οποία λέτε δημόσια ότι πολιτικά είστε συγγενείς. Αν λοιπόν το δείγμα γραφής επί των συγκεκριμένων ζητημάτων της παρούσης επιστολής δείχνει ότι έχετε κάνει το πρώτο βήμα μίας μακράς διαδρομής διολίσθισης προς τέτοιες απόψεις, αδυνατώ να ισχυριστώ ότι βρήκα σε σας ένα πρωτότυπο συνολικό πολιτικό στίγμα.


Θα κλείσω την επιστολή μου με την υπογράμμιση της θέσης μου πως τα αίτια της κρίσης πράγματι ανιχνεύονται στο υδροκεφαλικό κράτος και στον κρατισμό, και είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος σε σχέση μ’ αυτό. Υπάρχει όμως και μία άλλη κρίση. Η κρίση της εθνικής μας ταυτότητας. Χωρίς έμφαση στην εθνική συλλογικότητα, χωρίς συγκροτημένη συλλογική αυτοσυνειδησία, δεν έχουμε μέλλον. Όχι μόνο εμείς, κανείς στον κόσμο. Έναν θεσμό δεν τον αποδομείς αν δεν τον αντικαθιστάς με κάτι άλλο. Ειδάλλως, γκρεμίζεις το οικοδόμημα. Και έχουμε ανάγκη από θεμέλια σήμερα. Ό,τι συμβάλλει στην εθνική μας ταυτότητα είναι απαραίτητο συστατικό της σύνθεσης η οποία θα μας βγάλει από την κρίση.


Με αυτές τις σκέψεις, κλείνω με μια υπόμνηση του Γιώργου Σεφέρη:
«Είμαστε ένας λαός, με παλικαρίσια ψυχή, που κράτησε τα βαθιά κοιτάσματα της μνήμης του σε καιρούς ακμής και σε αιώνες διωγμών και άδειων λόγων. Τώρα που ο τριγυρινός μας κόσμος μοιάζει να θέλει να μας κάνει τρόφιμους ενός οικουμενικού πανδοχείου, θα την απαρνηθούμε άραγε αυτή τη μνήμη; Θα το παραδεχτούμε τάχα να γίνουμε απόκληροι;»

Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας,


Με τιμή

Ανδρέας Σταλίδης.
Δημιουργός του Αντίβαρου.

http://www.antibaro.gr Το αλίευσα ΕΔΩ

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΝΟΥΘΕΤΟΥΣΕ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ.

Επειδή ὑπάρχουν ἀκόμη ἀρκετοί πού ἀμφιβάλλουν γιά τό ἐάν καί κατά πόσον πρέπει νά σχετίζεται τό λειτούργημα τοῦ Κληρικοῦ μέ τό ἔργο καί τήν διακονία τῶν πολιτικῶν, παρά τά ὅσα ἔχουμε ἐπί πολλά ἔτη γράψει σχετικά μέ τήν ὑποχρέωση τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ποιμένων νά νουθετοῦν, νά καθοδηγοῦν καί νά ἐλέγχουν τούς πολιτικούς, ἀρχίζουμε ἀπό τό τεῦχος αὐτό νά παραθέτουμε κείμενα τῆς Βυζαντινῆς περιόδου πού μαρτυροῦν μέ τόν πιό πειστικό τρόπο την ἀλήθεια τῶν ἰσχυρισμῶν μας.
Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ εἶναι ἀποσπάσματα ἀπό τίς παραινέσεις τοῦ Διακόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως Ἀγαπητοῦ πρός τόν μαθητή του καί Αὐτοκράτορα Ἰουστινιανό γιά τήν ἄσκηση τῶν βασιλικῶν του καθηκόντων.
Εἶναι περιττό νά τονίσουμε τήν σημασία τοῦ κειμένου αὐτοῦ, δεδομένου ὅτι οἱ παραινέσεις γίνονται ἀπό ἕνα ἁπλό Διάκονο τῆς Ἐκκλησίας πρός ἕνα ἰσόβιο Αὐτοκράτορα πού εἶχε σπάνια θεολογική κατάρτιση καί παιδεία,ἐνῶ αὐτοί πού  ἀρνοῦνται σήμερα τίς παραινέσεις τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι ἐφήμερα πολιτικά πρόσωπα καί τέτοιου μάλιστα ἐπιπέδου, ὥστε καί στά καθαρά βιοτικά ζητήματα νά τά θαλασσώσουν καί νά ὁδηγήσουν τήν Πατρίδα μας στήν χρεωκοπία!

Γιά τήν βοήθεια στήν συλλογή τῶν κειμένων ὀφείλουμε χάριτας στόν ἀγαπητόν καί φιλομαθέστατον συμπρεσβύτερον π. Ἀθανάσιον Γιαννόπουλον, ἐφημέριον τοῦ Ἱ. Ν. Ἁγ. Ἀρτεμίου Γούβας, τόν ὁποῖον θερμά εὐχαριστοῦμε καί ἐλπίζουμε στήν περαιτέρω συνεργασία του.
π. Β. Ε. Β.
ΕΚΘΕΣΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΩΝ,
ΠΑΡΑ ΑΓΑΠΗΤΟΥ
ΔΙΑΚΟΝΟΥ ΤΗΣ ΑΓΙΩΤΑΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,
ΠΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΝ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ
Τιμῆς ἁπάσης ὑπέρτερον ἔχων ἀξίωμα, βασιλεῦ, τίμα ὑπέρ ἅπαντας τόν τούτου σε ἀξιώσαντα Θεόν (4), ὅτι καί καθ’ ὁμοίωσιν τῆς ἐπουρανίου βασιλείας (5), ἔδωκέ σοι τό σκῆπτρον τῆς ἐπιγείου δυναστείας, ἵνα τούς ἀνθρώπους διδάξῃς τήν τοῦ δικαίου φυλακήν, καί τῶν κατ’ αὐτοῦ
λυσσώντων ἐκδιώξῃς τήν ὑλακήν, ὑπό τῶν αὐτοῦ (6) βασιλευόμενος νόμων, καί τῶν ὑπό σέ βασιλεύων ἐννόμως.
ΚΕΦΑΛ. Β΄.
Ὡς κυβερνήτης ἀγρυπνεῖ διά παντός, ὁ τοῦ βασιλέως πολυόμματος νοῦς, διακατέχων ἀσφαλῶς τῆς εὐνομίας τούς οἴακας, καί ἀπωθούμενος ἰσχυρῶς τῆς ἀνομίας τούς ρύακας, ἵνα τό σκάφος τῆς παγκοσμίου πολιτείας μή περιπίπτῃ, κύμασιν ἀδικίας.
ΚΕΦΑΛ. Γ΄.
Θεῖον μάθημα καί πρῶτον οἱ ἄνθρωποι, τό γνῶναι τινά ἑαυτόν (7),διδασκόμεθα. Ὁ γάρ ἑαυτόν γνούς, γνώσεται Θεόν· Θεόν δέ ὁ γνούς, ὁμοιωθήσεται Θεῷ· ὁμοιωθήσεται δέ Θεῷ, ὁ ἄξιος γενόμενος Θεοῦ·ἄξιος δέ γίνεται Θεοῦ, ὁ μηδέν ἀνάξιον πράττων Θεοῦ, ἀλλά φρονῶν μέν τά αὐτοῦ, λαλῶν δέ ἅ φρονεῖ, ποιῶν δέ ἅ λαλεῖ.
ΚΕΦΑΛ. Δ΄.
Ἐπί προγόνων εὐγενείᾳ μηδείς ἐναβρυνέσθω· πηλόν γάρ ἔχουσι πάντες τοῦ γένους προπάτορα, καί οἱ ἐν πορφύρᾳ καί βύσσῳ καυχώμενοι, καί οἱ ἐν πενίᾳ καί νόσῳ τρυχόμενοι (8), καί οἱ διαδήματα περικείμενοι, καί οἱ διά δόματα (9) προκείμενοι. Μή τοίνυν εἰς πήλιον ἐγκαυχώμεθα γένος, ἀλλά ἐπί χρηστότητι σεμνυνώμεθα τρόπων.
ΚΕΦΑΛ. Ε΄.
Ἴσθι, ᾦ εὐσεβείας θεότευκτον ἄγαλμα, ὅτι ὅσω μεγάλων ἠξιώθης παρά Θεοῦ δωρεῶν, τοσούτω μείζονος ἀμοιβῆς ὀφειλέτης ὑπάρχεις αὐτῶ. Οὐκοῦν ἀπόδος τῷ εὐεργέτῃ τό χρέος τῆς εὐχαριστίας, τῷ λαμβάνοντι τό χρέος ὡς χάριν καί τήν χάριτος χάριν ἀντιδιδόντι. Αὐτός γάρ ἀεί καί χαρίτων ἄρχει, καί ὡς χρέος τάς χάριτας ἀποδίδωσιν· εὐχαριστίαν δέ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν, οὐ τήν διά ῥημάτων ἀγαθῶν προσφοράν, ἀλλά την διά πραγμάτων εὐσεβῶν προσφοράν.
ΚΕΦΑΛ. Η΄.
Ἀπρόσιτος μέν ὑπάρχεις ἀνθρώποις διά τό ὕψος τῆς κάτω βασιλείας· εὐπρόσιτος δέ γίνῃ τοῖς δεομένοις διά τό κράτος τῆς ἄνω ἐξουσίας· καί ἀνοίγεις τά ὦτα τοῖς πενίας πολιορκουμένοις, ἵνα εὕρῃς τήν τοῦ Θεοῦ ἀκοήν ἀνεωγμένην. Οἶοι γάρ ἄν τοῖς ἡμετέροις γενώμεθα συνδούλοις,
τοιοῦτον περί ἡμᾶς εὑρήσομεν τόν Δεσπότην.
ΚΕΦΑΛ. ΙΒ΄.
Ἀποστρέφου τῶν κολάκων τούς ἀπατηλούς λόγους, ὥσπερ τῶν κοράκων τούς ἁρπακτικούς τρόπους· οἱ μέν γάρ τούς τοῦ σώματος ἐξορύττουσιν ὀφθαλμούς· οἱ δέ, τούς τῆς ψυχῆς ἑξαμβλύνουσι λογισμούς, μη συγχωροῦντες ὁρᾷν τήν τῶν πραγμάτων ἀλήθειαν. Ἤ γάρ ἐπαινοῦσιν ἔσθ’ὅτε τά ψόγου ἄξια, ἤ ψέγουσι πολλάκις τά ἐπαίνων κρείττονα· ἵνα δυοῖν θάπερον αὐτοῖς ἁμαρτάνηται, ἤ τό κακκόν ἐπαινούμενον, ἤ τό καλόν ὑβριζόμενον.
ΚΕΦΑΛ. ΙΔ΄.
Εἴ τίς κεκαθαρισμένον ἔχει τόν λογισμόν ἐκ τῆς ἀνθρωπίνης ἀπάτης, καί βλέπει τό οὐτιδανόν τῆς ἑαυτοῦ φύσεως, τότε βραχύ και ὠκύμορον τῆς ἐνταῦθα ζωῆς καί τόν συνεζευγμένον τῇ σαρκί ῥύπον, εἰς τόν τῆς ὑπερηφανίας οὐκ ἐμπεσεῖται κρημνόν, κἄν ἐν ἀξιώματι ὑπάρχῃ ὑψηλῷ.
ΚΕΦΑΛ. ΙΗ΄.
Βασιλέα σέ κατά ἀλήθειαν ὁρίζομαι, ὡς βασιλεύειν καί κρατεῖν τῶν ἡδονῶν δυνάμενον, καί τόν στέφανον τῆς σωφροσύνης ἀναδησάμενον, καί πορφύραν τῆς δικαιοσύνης ἀμφιασάμενον. Ἡ μέν γάρ ἄλλη ἐξουσία τόν θάνατον ἔχει δαδοχήν· ἡ δέ τοιαύτη βασιλεία τήν ἀθάνατον σώζει
διαμονήν· καί ἡ μέν ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ λύεται· ὁ δέ τῆς αἰωνίου κολάσεως ῥύεται.
ΚΕΦΑΛ. ΙΘ΄.
Εἰ τήν ἐκ πάντων βούλει καρποῦσθαι τιμήν, γίνου τοῖς ἅπασιν εὐεργέτης κοινός· οὐδέν γάρ οὕτω πρός εὔνοιαν ἐφέλκεται,ὡς εὐποιίας χάρις διδομένη τοῖς χρῄζουσιν. Ἡ γάρ διά φόβον γινομένη θεραπεία, κατεσχηματισμένη ἐστί θωπεία,πεπλασμένης τιμῆς ὀνόματι φενακίζουσα τούς αὐτῇ προσανέχοντας.
ΚΕΦΑΛ. ΚΑ΄.
Τῇ μέν οὐσίᾳ τοῦ σώματος,ἴσος παντί ἀνθρώπω ὁ βασιλεύς,τῇ ἐξουσίᾳ δέ τοῦ ἀξιώματος ὅμοιός ἐστι τῷ ἐπί πάντων Θεῷ· οὐκ ἔχει γάρ ἐπί γῆς τόν αὐτοῦ ὑψηλότερον. Χρή τοίνυν αὐτόν καί ὡς Θεόν μη ὀργίζεσθαι, καί ὡς θνητόν μή ἐπαίρεσθαι· εἰ εἰκόνι θεϊκῇ τετίμηται, ἀλλά καί εἰκόνι χοϊκῇ συμπέπλεκται· δί’ ἧς ἐκδιδάσκεται τήν προς πάντας ἰσότητα. ἐφορᾷν, καί μηδέν ἀνέχῃ παρορᾷν. Οὐ γάρ μικρόν ἐπί σοί ὅπερ μικρόν εἶναι δοκεῖ ἐν συγκρίσει τῶν σῶν· ἐπειδή καί ρῆμα βασιλέως ψιλόν μεγάλην ἔχει παρά πᾶσιν ἰσχύν.__


Σχόλιο Σσστ: Ευχαριστώ τον φίλο Ζ.Χ. για την απόστολή του θέματος.

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΑΞΙΕΠΑΙΝΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ: ΑΝΟΙΓΕΙ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΕΓΑΣΕΙ ΑΣΤΕΓΟΥΣ Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ!


Τη βεβαιότητα ότι τα μοναστήρια θα λειτουργήσουν ως τόποι φιλοξενίας αστέγων και απόρων εάν και εφόσον παραστεί ανάγκη, εξέφρασε ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος, μιλώντας χθες στο Πνευματικό Κέντρο. Στο μεταξύ, συντονισμένες προσπάθειες αναπτύσσει με εντονότερους ρυθμούς η τοπική Εκκλησία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι ανάγκες των 1.350 περίπου απόρων οι οποίοι σιτίζονται σε καθημερινή βάση από τα 25 Σπίτια Γαλήνης της Μητροπόλεως. Η διαρκής όξυνση των προβλημάτων και η αύξηση των αστέγων, οι οποίοι προσφεύγουν στην τοπική Εκκλησία ζητώντας βοήθεια, επισημάνθηκαν στην διάρκεια της έκτακτης κληρικολαϊκής σύναξης που πραγματοποιήθηκε χθες στο Πνευματικό Κέντρο της Μητροπόλεως. 

Στην παρούσα φάση λειτουργούν τρείς ξενώνες όπου φιλοξενούνται 15 περίπου άστεγοι, ενώ προετοιμάζεται και τέταρτη αντίστοιχη δομή από τον Σύλλογο Συμπαραστάσεως Κρατουμένων «Εσταυρωμένος». Παράλληλα αναπτύσσεται έντονη δράση σε όλες τις δομές κοινωνικής προσφοράς που λειτουργούν στην τοπική Εκκλησία.


Ο Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ιγνάτιος επεσήμανε ότι «είναι αυτονόητη η αύξηση των απόρων, αλλά πιστεύω ότι είμαστε σε μια καλή πορεία. Απλώς πρέπει να εντείνουμε τις προσπάθειές μας, προκειμένου να καλύψουμε όλες τις ανάγκες των απόρων συνανθρώπων μας, ώστε να γιορτάσουν χωρίς ελλείμματα τις γιορτές». Όπως υπογραμμίστηκε παράλληλα αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των Ελλήνων απόρων σε σχέση με τους αλλοδαπούς, ενώ για την κάλυψη των αγωνιωδών αιτημάτων που καταθέτουν δεκάδες συμπολίτες σε καθημερινή βάση, δραστηριοποιούνται χιλιάδες εθελοντές. 


Όπως υπογράμμισε παράλληλα ο κ. Ιγνάτιος «οι συμβουλευτικές δομές και το Κοινωνικό Φαρμακείο προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες σε πολυάριθμους απόρους συνανθρώπους μας» για να προσθέσει ότι «υπάρχει ετοιμότητα από γιατρούς του Ιατρικού Συλλόγου και ανά πάσα στιγμή περιστατικά που κρίνουμε ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν και δεν υπάρχουν οι οικονομικές δυνατότητες, οι γιατροί τα δέχονται αμέσως και τα εξυπηρετούν».
ΠΗΓΗ.

Παρότι έχουμε κριτικάρει πολλές φορές τον συγκεκριμένο Μητροπολίτη για τις απαράδεκτες θέσεις του σχετικά με τη "Νεοπατερική Θεολογία", τη "μετάφραση" των Λειτουργικών Κειμένων στη Δημοτική κλπ, εντούτοις πιστεύουμε πως η πρωτοβουλία του να στεγάσει αστέγους σε Μοναστήρια είναι άξια συγχαρητηρίων!


Και θα λέγαμε πως, δείχνει το δρόμο και σ'άλλους Επισκόπους να πράξουν αναλόγως, αφού υπάρχουν σε αρκετές Μητροπόλεις της χώρας Μοναστήρια που έχουν τη δυνατότητα φιλοξενίας συμπολιτών μας!


Επίσης, πρόκειτια για ένα ακόμα χαστούκι στα μούτρα των ελεεινών χριστιανομάχων που υβρίζουν την Εκκλησία και αναρωτιούνται τάχα, πώς αξιοποιεί την περιουσία της!

Όταν όλοι αυτοί οι ψευτο - φιλάνθρωποι, θα προσφέρουν όχι στέγη, ούτε φαί, αλλά ΕΣΤΩ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΝΕΡΟ στους συνανθρώπους τους, τότε θα έχουν δικαίωμα "γνώμης"!


Μέχρι τότε, ας το βουλώσουν κι ας στηρίξουν την Εκκλησία, που είναι ο μοναδικός συμπαραστάτης των αναξιοπαθούντων συμπολιτών μας!
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Ποιμαντικός λόγος και κοινωνικά δρώμενα

π. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός
     Τό κείμενο αὐτό ἐγράφη τό 1998 καί προϋποθέτει τήν «ἔκπληξη» πού προκάλεσε κυρίως στούς χωρίς ἐκκλησιαστική ἐμπειρία «συνήθεις ἀντιεκκλησιαστικούς» ὁ λόγος τοῦ νέου τότε Ἀρχιεπισκόπου. Ἐπειδή καί πρόσφατα ἀπό πολιτικούς μας διετυπώθησαν ἐπικριτικά σχόλια γιά θαρραλέα -καί ὄντως ἐκκλησιαστικά- κείμενα Ἱεραρχῶν μας, ἐκρίναμε σκόπιμη τήν ἀναδημοσίευσή του. Ὅσο θά μένει ἡ ἴδια ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, κατά τόν μέγα ἱστορικό μας Θουκυδίδη, θά ἀνακυκλοῦνται καί τά προβλήματά μας.
     1. Ἡ Ἐκκλησία, ὄχι ἁπλῶς ὡς Ἱεραρχία, ἀλλ᾽ ὡς Σῶμα Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ κοινωνία, ἐνεργεῖ λυτρωτικά, δηλαδὴ θεραπευτικά, μέσα στὸν ἱστορικὸ χῶρο καὶ χρόνο, γιὰ νὰ ἁγιάζει συνεχῶς τόν ἄνθρωπο, τὸν χρόνο καὶ τὴν ἱστορία. Ἡ «θέωση», ὁ μοναδικὸς καὶ ἀμετάτρεπτος στόχος τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεως, ἐνεργεῖται μέσα στὴν ἱστορία καὶ ὄχι σὲ μιὰ μεταϊστορικὴ πραγματικότητα, κατὰ τὸν λόγο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «ἰδοὺ νῦν καιρὸς εὐπρόσδεκτος, ἰδοὺ νῦν ἡμέρα σωτηρίας» (Β´ Κορ. 6, 2), στὸ «ἐδῶ καὶ τώρα». Κάθε στιγμὴ τοῦ βίου ἔχει σωτηριολογική σημασία.
     Ἡ Ὀρθοδοξία, ἐξάλλου, ὁ αὐθεντικὸς δηλαδὴ χριστιανισμός, ὅπως ἐκφράζεται στὰ πρόσωπα τῶν ἁγίων, συνιστᾶ ὑπέρβαση τῆς θρησκείας καὶ ὁ λόγος της δὲν εἶναι ἁπλῶς θρησκευτικός, ἀλλὰ καθολικὸς καὶ παμπεριεκτικός. Αὐτὸ προσδιορίζεται ἀπὸ τὴν ποιμαντική της, ποὺ εἶναι καθολική, ἀφοῦ ἀφορᾶ σὲ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, ὡς ψυχοσωματικὴ ἑνότητα καὶ ὁλότητα, καὶ σὲ ὅλα τά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου, ὡς μέλους μιᾶς κοινωνίας. Ὅπως κανεὶς δυαλισμὸς δὲν νοεῖται χριστιανικὰ στὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου (σῶμα-ψυχή), τὸ ἴδιο καὶ ποιμαντικὰ δὲν διακρίνονται τὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου σὲ «θρησκευτικὰ» καὶ «κοσμικά». Ἔτσι, κατανοεῖται ἡ Ὀρθόδοξη ἀρχὴ τῆς συναλληλίας τῶν δύο διακονιῶν τοῦ ἀνθρώπινου βίου, τῆς πνευματικῆς (ἱεροσύνης) καὶ τῆς πολιτικῆς (βασιλείας ἢ πολιτείας), στὴν ἱστορική μας διάρκεια. Πνευματικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἡγέτες εἶναι διάκονοι καὶ ὑπουργοὶ (ὑπηρέτες) τοῦ κατὰ τὸν μεγάλο Ρήγα «αὐτοκράτορος» (κυρίαρχου) λαοῦ. Καὶ οἱ δύο αὐτὲς διακονίες στὴν ἑλληνορθόδοξη παράδοση ἔχουν κοινὸ, κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο, σκοπό, «τὴν τῶν ὑπηκόων σωτηρίαν» (δηλαδὴ θέωση. ΡG. 32, 928). Ἴσως κάποιοι πολιτικοὶ παράγοντες ἔχουν τόσο ἐκκοσμικευθεῖ, δηλαδὴ ἐκδυτικιστεῖ, ὥστε νὰ θεωροῦν ὅλα αὐτὰ ὑπόθεση τοῦ παρελθόντος. Δὲν μποροῦν, ὅμως, νὰ ἀπαιτοῦν ποτὲ νὰ τὰ ἀρνηθεῖ καὶ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ἀπεμπολώντας τὰ κύρια συστατικὰ τῆς ἐθνικῆς μας ταυτότητας, ποὺ εἶναι συγχρόνως ταυτότητα καὶ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων.
     Πρέπει, ἐξάλλου, νὰ λαμβάνεται ὑπόψη ὅτι οἱ «συνήθεις ἀντιεκκλησιαστικοὶ» μεγεθύνουν σκόπιμα κάθε λόγο τοῦ Μακαριωτάτου, καὶ τὸν ἀθωότερο ἀκόμη, διότι αὐτὸ ποὺ ἐπιδιώκουν εἶναι ἡ δημιουργία θορύβου καὶ τεχνητῆς κατακραυγῆς κατὰ τῆς «Ἐκκλησίας», ὥστε νὰ βραχυνθεῖ ὁ δρόμος πρὸς τὸν ἐπαχθῆ γιά τήν Ἐκκλησία χωρισμό, τήν ἀποσύνδεση, δηλαδή, τῆς Ὀρθοδοξίας ἀπό κάθε δομή τοῦ πολιτειακοῦ μας βίου.
     2. Παρουσία (καὶ λόγος) ἀπολιτικὸς δὲν ὑπάρχει, οὔτε κἄν στάση ἀπολιτική. Ἡ κοινωνικὴ παρουσία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀναπόδραστα πολιτική. Ὁ ἅγιος Ἰ. Δαμασκηνὸς (†πρό τοῦ 754), ἐπαναλαμβάνοντας τὸν Ἀριστοτέλη, κάνει λόγο γιὰ τὴν πολιτικὴ (τέχνη καὶ ἐπιστήμη), ποὺ ἀναφέρεται στὴν «πολιτεία» τοῦ ἀνθρώπου («πῶς δεῖ πολιτεύεσθαι») γιά τήν ὀργάνωση τῆς κοινωνικῆς πραγματικότητας καὶ τὴν ἐξασφάλιση τῆς εὔρυθμης λειτουργίας της («ἵνα μὴ ὁ κόσμος εἰς ἀκοσμίαν ἐκπέση», κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰσίδωρο τὸν Πηλουσιώτη, 5ος αἰώνας, ΡG. 78, 657). Αὐτό, ποὺ δὲν πρέπει στὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο νὰ ὑπάρχει εἶναι ὁ «κομματισμός», ἡ παραταξιακὴ στάση, ποὺ (πρέπει νὰ) διαφοροποιεῖται ριζικὰ ἀπὸ τὴν πολιτικὴ παρουσία καὶ στάση. Ὁ κομματικὸς λόγος εἶναι παραταξιακός. Ὁ πολιτικὸς λόγος εἶναι κοινωνικὸς καὶ καθολικός. Ὁ κομματισμὸς ἀπολυτοποιεῖ ἕνα τμῆμα τῆς κοινωνίας καί καταντᾶ αἱρετικός. Ἡ πολιτικὴ συνείδηση ἀναφέρεται σὲ ὅλο τό φάσμα τῆς κοινωνίας. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶναι ὁ ἐκκλησιαστικός λόγος πολιτικός.
     Αὐτό ἐπιβάλλεται καὶ ἀπορρέει ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ τὰ μέλη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος (στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα, κατὰ τεκμήριον ὀρθόδοξη, εἶναι ἡ πλειονοψηφία τοῦ λαοῦ μας) εἶναι πολίτες μιᾶς κοινωνίας, στὴν ὁποία ὄχι μόνο ἀναπτύσσεται σύνολη ἡ ζωὴ τους, ἀλλὰ καὶ διακυβεύεται ἡ σωτηρία τους. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν ἐξαϋλώνει τὸν ἄνθρωπο. Τὸν ἁγιάζει, ὥστε κάθε πράξη του νὰ εἶναι συντελεστικὴ στὴ σωτηρία του (πρβλ. Α' Κορ. 10, 31: «εἴτε οὖν ἐσθίετε, εἴτε πίνετε, εἴτε τί ποιεῖτε, εἰς δόξαν Θεοῦ ποιεῖτε»). Ἡ πορεία πρὸς τὴν «αἰώνια» πατρίδα, τὴ μόνη ἀληθινή, κατὰ τὸν Πατροκοσμᾶ, συντελεῖ μὲν στὸ νὰ αἰσθάνεται ὁ χριστιανὸς «ξένος» καὶ «πάροικος» (προσωρινὸς) στὴν ἐπίγεια πατρίδα του, δὲν μειώνει, ὅμως, στὸ ἐλάχιστον τὴν ἀγάπη γι᾽ αὐτὴν (πατριωτισμός, ἐθνισμός), ἀφοῦ εἶναι ὁ χῶρος τῆς πραγμάτωσής του ὡς «τέκνου τοῦ Θεοῦ» καὶ τῆς σωτηρίας του (πρβλ. Πράξ. 17, 26) καὶ ἀποκτᾶ, γι᾽ αὐτό, σωτηριολογικὴ σημασία. Ἡ πατρίδα εἶναι ἡ κοινή μας μητέρα (Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ἐπιστ. 37: «Μητέρα τιμᾶν τῶν ὁσίων» (εἶναι ἱερὸ νὰ τιμᾶ κανείς τὴν μητέρα του). «Μήτηρ δέ, ἄλλη μέν ἄλλου, κοινή δέ πάντων Μήτηρ Πατρίς». Ἔτσι ἐκφράζεται ὁ διαιώνιος ἑλληνορθόδοξος πατριωτισμός, συνεχίζοντας τὴ συνείδηση τοῦ Σωκράτους στὸν Κρίτωνα: «Μητρὸς τὲ καὶ πατρὸς καὶ τῶν ἄλλων προγόνων ἁπάντων τιμιώτερόν ἐστιν ἡ πατρίς, καὶ σεμνότερον καὶ ἁγιώτερον παρὰ θεοῖς καὶ ἀνθρώποις, τοῖς νοῦν ἔχουσι»).
     Πρέπει δὲ νὰ τονισθεῖ ἐδῶ ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος (κλῆρος καὶ λαὸς) σώζει τὸν ἁγνότερο καὶ ρεαλιστικότερο πατριωτισμό. Αὐτό, ὅμως, ἐνοχλεῖ κατάφωρα ὅσους ἀπέρριψαν τίς ἔννοιες «πατρίδα» καὶ «ἔθνος», στὸ ὄνομα μιᾶς ἰσοπεδωτικῆς καί ἀπειλητικῆς γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα ἰδεολογικῆς παγκοσμιοποίησης.
     Ὁ λόγος, λοιπόν, τῶν Ποιμένων -καὶ ὄχι μόνον τῶν ἐπισκόπων- γιὰ νὰ εἶναι ἐκκλησιαστικός, ὀφείλει νὰ εἶναι πολιτικός, (μὲ τὴν παραπάνω ἔννοια), δηλαδὴ κοινωνικός, ἐκτεινόμενος σὲ ὅλο τό φάσμα τῆς κοινωνίας καὶ τῶν προβλημάτων της. Ὁ ἐκκλησιαστικός, μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, λόγος (ἂν εἶναι, δηλαδή, ὄντως ἐκκλησιαστικός), δὲν πρέπει νὰ δημιουργεῖ προβλήματα, ἐκτὸς καὶ ἂν παρερμηνεύεται.
     Θὰ πρόσθετα δὲ ὅτι εἶναι πρὸς ὄφελος μιᾶς ἐθνικὰ καὶ πατριωτικὰ εὐαισθητοποιημένης πολιτείας, πράγματα ποὺ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ διατυπώσει (διότι τότε θὰ ἐδημιουργεῖτο διπλωματικὸ πρόβλημα), νὰ τὰ ἐκφράζει, εὐχετικὰ καὶ ποιμαντικά, ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, ποὺ καὶ νὰ θέλει δὲν μπορεῖ νὰ ἀσκήσει πολιτικὴ καὶ διπλωματία, ἀλλὰ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ παύσει νὰ σκέπτεται ἐθνικὰ καὶ ἱστορικά. Γι᾽ αὐτὸ ὁ ἐκκλησιαστικὸς χώρος ΔΕΝ μιλᾶ ποτὲ γιὰ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ, ἀλλά γιά ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ! Ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος πιστεύει καὶ διακηρύττει ὅτι τὰ σύνορά μας δὲν εἶναι κυρίως γεωγραφικά, ἀλλὰ κλείνονται στὴν καρδιὰ καὶ στὸν νοῦ μας. Ἐκεῖ ζεῖ ἀκέραιη ἡ Ἑλλάδα, ὡς αὐτοκρατορία καὶ Ρωμηοσύνη. Στὸ κάτω-κάτω κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νά μᾶς ἐπιβάλει μιὰ γλώσσα, ποὺ θὰ ἐγκρίνεται ἀπὸ ἀπάτριδες, ὅπως οἱ «μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ» καὶ ἄλλες συναφεῖς ξενοκίνητες ὀργανώσεις.
     Ὅταν, μάλιστα, ὁ λόγος μας εἶναι καθαρὰ ἐκκλησιαστικὸς (δηλαδὴ προφητικός, ἀποστολικὸς καὶ πατερικός), καὶ ὡς ἐθνικοκοινωνικὸς ἀφορᾶ σὲ ὅλους, διότι δὲν θὰ εἶναι φατριαστικός, ἀλλὰ φιλάνθρωπος. Ἡ δυναμική του εἶναι τότε εὐρύτερη καὶ ἀγγίζει καὶ τοὺς ἀδιάφορους θρησκευτικὰ ἢ καὶ ἀντιεκκλησιαστικούς, ὡς λόγος ἀγωνιστικὸς κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς ἐξουσίας, τῆς κοινωνικῆς ἀδικίας καὶ ἐξαθλίωσης. Ὁ Χρυσόστομος, ἑρμηνεύοντας τὸ 4ο κεφάλαιο τῶν Πράξεων, προτείνει τὸ κοινωνικὸ μοντέλο τῆς ἰσότητας, δικαιοσύνης καὶ ἀδελφοσύνης, ὅπως ἐκφράστηκε ἱστορικά μὲ τὴν «κοινοκτημοσύνη» (καὶ ἀκτημοσύνη) τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Καὶ συμπληρώνει: «Τίς ἄν Ἕλλην (= ἐθνικός, ἀντιεκκλησιαστικὸς) ἔμενε λοιπόν;». Ἴσως γι᾽ αὐτό, σὲ κάποιες περιπτώσεις, θέλουν νὰ περιορίσουν τὸν ἐκκλησιαστικὸ λόγο ἐντός τῶν ναῶν. Καὶ αὐτὸ ἔγινε ἤδη στὰ ὁλοκληρωτικὰ καὶ ἀθεϊστικὰ καθεστῶτα...
     3. Ὑπάρχει, ὅμως, καὶ ἡ ἱστορικὴ διάσταση τοῦ προβλήματος, τό ὁποῖο ἐντάσσεται στὶς σχέσεις «Ἐκκλησίας-Πολιτείας». Τὸ πρόβλημα αὐτὸ εἶναι μακροβιότατο καὶ ἀρχίζει τὸν 4ο αἰώνα μὲ τὸν Μ. Κωνσταντῖνο καὶ τὴν κοσμογονία τῆς ἐποχῆς του. Αὐτὸ ποὺ ἔχει ἐδῶ σημασία εἶναι ἡ διαμόρφωση ἔκτοτε δύο τύπων ἐκκλησιαστικῶν ποιμένων. Τὸν ἕνα ἐνσάρκωσε ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας, «Αὐλοκόλακα» τόν ὀνομάζουν οἱ ἱστορικοί, δηλαδὴ εὔχρηστο καὶ πάντα ἀρεστὸ στοὺς ἑκάστοτε ἄρχοντες. Ἀντίβαρο ἦταν ἡ ἐνσάρκωση τοῦ τύπου τοῦ γνήσιου ποιμένα, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, τὸν ὁποῖο συνέχισαν -καὶ συνεχίζουν- ὅλα τά αὐθεντικὰ πατερικὰ ἀναστήματα.
     Οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ Ὀρθόδοξοι Ἱεράρχες καθιέρωσαν μιὰ διαιώνια τακτική, σύμφωνη μὲ τὴ φύση καὶ τὴν ἀποστολή τῆς Ἐκκλησίας, μέσα στὸ πνεῦμα τῆς συναλληλίας καὶ συνεργασίες τῶν δύο «διακονικῶν ἐξουσιῶν», στὰ ὅρια τοῦ λαϊκοῦ σώματος. Ὅταν ὁ πολιτειακὸς χῶρος προσπαθοῦσε νὰ φιμώσει τὸν «πνευματικὸ-ἐκκλησιαστικό», τότε ὁ δεύτερος ἀπαντοῦσε μὲ τὴ μέχρι μαρτυρίου μαρτυρία. Ἡ «πολιτικὴ» κριτικὴ ὡς ἔλεγχος στὴν ἄνομη ἐξουσία εἶναι ἡ παράδοση τῶν ἁγίων μας. Κλασικὸ παράδειγμα ἀπέβη ὁ Ἱερὸς Χρυσόστομος, ἀφήνοντας τὴν πανανθρώπινη καὶ παναληθέστατη ὑποθήκη, ὅτι «ἄρχοντες ἀρχόντων εἰσιν οἱ νόμοι»! Βεβαίως, δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ ἀκραιφνῶς πολιτειοκρατικὲς τάσεις, ποὺ ἐπεχείρησαν νὰ φιμώσουν καὶ νὰ πειθαναγκάσουν τὸν ἐκκλησιαστικὸ χῶρο σὲ ἀποδοχὴ τῶν ἀπαραδέκτων. Κορύφωση αὐτοῦ τοῦ προβληματισμοῦ σημειώθηκε τὸν 14ο αἰώνα ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Ἀνδρόνικος Β', «ὁ πρεσβύτερος» (1282-1328), βρῆκε ἀντίθετο τὸν πατριάρχη Ἠσαΐα τὸν Ἁγιορείτη (ἡσυχαστὴ) στὴν προσπάθειά του νὰ παραγκωνίσει τὸν ἐγγονό του καὶ μετέπειτα αὐτοκράτορα Ἀνδρόνικο Γ' (1328-1341). Ἡ περίπτωση εἶναι πολὺ ἐπίκαιρη, διότι οὐσιαστικὰ ἐνσαρκώνει τὸν σημερινὸ προβληματισμό: Ὁ αὐτοκράτορας ζήτησε ἀπὸ τὸν πατριάρχη «τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἔχεσθαι φροντίδων, τῶν κοινῶν δὲ καὶ τῶν βασιλικῶν ἀπέχεσθαι πραγμάτων» (νὰ περιορίζεται στὰ ἐκκλησιαστικά –τά θρησκευτικά, λένε σήμερα- καὶ νὰ μένει μακριὰ ἀπὸ τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ πράγματα). Τί ἀπάντησε, ὅμως, ὁ πατριάρχης; «Ἐγὼ δὲ καὶ πάνυ θαυμάζω μεμνημένος ὡς ἐκέλευσας ἐμὲ μὲν τὰ τῆς Ἐκκλησίας πράττειν καὶ περὶ αὐτὰ ἀσχολεῖσθαι μόνα, σὲ δὲ ἐᾶν, ὅπως ἂν δοκῆ τὰ τῆς βασιλείας διοικεῖν. Παραπλήσιον γὰρ ἐστιν, ὥσπερ ἂν πρὸς τὴν ψυχὴν εἴποι τὸ σῶμα· οὐ δέομαι τῆς κοινωνίας καὶ τῆς συναφείας τῆς σῆς, οὐδὲ συνεργὸν πρὸς τὰ πραττόμενα βούλομαι ἔχειν, ἀλλʼ ἐγὼ μὲν ὡς οἷόν τε καὶ βούλομαι διοικήσω ταμά, σύ δὲ φρόντιζε περὶ τῶν ἰδίων (Ἰω. Καντακουζηνοῦ, Ἱστορία, τ. Ι, σ. 248). Ὁ αὐτοκράτορας, οὐσιαστικά, ἔθετε τό πρόβλημα τοῦ «χωρισμοῦ», γιά νὰ μὴ ἔχει ἀντίλογο στὴν παρανομία του!
     Βεβαίως, σήμερα ὑπάρχουν καὶ σύνταγμα καὶ νόμοι, ποὺ καθορίζουν σαφῶς τὰ ὅρια τῶν σχέσεων καὶ τῆς συνεργασίας «Ἐκκλησίας και Πολιτείας» στὴ χώρα μας. Ἄλλο, ὅμως, ἡ προσπάθεια ἐπιβολῆς τῆς μιᾶς πλευρᾶς πάνω στὴν ἄλλη καὶ ἄλλο ἡ ἔκφραση τοῦ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν κοινωνικὸ χῶρο (ἐδῶ ἀνήκουν καὶ τὰ ἐθνικὰ θέματα). Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος δὲν ἀσκεῖ διεθνῆ πολιτική, ἐκτὸς καὶ ἂν κάποιοι δὲν θέλουν νὰ ἀκούουν τὸ ἐθνικὰ ὀρθό. Ἀλλὰ τότε κωφεύουν στὴ βούληση τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποία ἐκφράζει ἐγκυρότερα ὁ ἐκκλησιαστικὸς χῶρος. Πρέπει, ὅμως, ἐδῶ νὰ παρατηρήσουμε ὅτι οἱ πολιτικοί μας διαπράττουν συνήθως ἕνα μεγάλο λάθος: Νομίζουν ὅτι Ἐκκλησία εἶναι οἱ προβαλλόμενοι ἀπὸ τὰ ΜΜΕ σκανδαλοποιοὶ κληρικοί, διότι αὐτὸ δημιουργεῖ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ χῶρος αὐτὸς καὶ ἀνίσχυρος εἶναι καὶ εὔχρηστος. Ὁ Μέγας Βασίλειος ὅμως μὲ τὴν ἀπάντησή του στὸν Μόδεστο, τὸν πρωθυπουργὸ τοῦ Οὐάλεντα (τοῦ εἶπε ὁ Μόδεστος: «Κανεὶς ἐπίσκοπος μέχρι σήμερα δὲν μοῦ μίλησε ἔτσι. Καὶ αὐτὸς ἀπάντησε: «Διότι δὲν συνάντησες ποτὲ ἐπὶσκοπο») ἀπέδειξε ὅτι καὶ ἕνας μόνο γνήσιος κληρικὸς ἢ χριστιανὸς σώζει τὸ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ ἦθος, κατὰ τὸν χρυσοστόμειο λόγο: «Ἀρκεῖ ἄνθρωπος ΕΙΣ, ζήλῳ πεπυρωμὲνος, ἅπαντα δῆμον διορθῶσαι».
     Μὲ τὴν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους (1830), ὁ εὐρωπαϊκὸς μετασχηματισμὸς ὁδήγησε στὴ σκληρὴ πολιτειοκρατία (1833 κ.ἑ.) καί στή «νόμῳ κρατοῦσαν πολιτείαν», μιὰ πολιτεία, δηλαδή, πού κατὰ κανόνα θέλησε νὰ ἔχει πάντα «τό πάνω χέρι». Ἀπὸ τὸ 1852 (μετὰ τὸ «κανονικὸν» αὐτοκέφαλο, 1850) διορίζονται «ἡμιαριστίνδην» Σύνοδοι καὶ ἐπιβάλλεται, ἔτσι, νόμιμα ἡ «νόμῳ κρατοῦσα πολιτεία». Ἡ ἐκκλησιαστικότητα τῶν Ἱεραρχῶν μας ρύθμιζε κατὰ καιροὺς τὶς στάσεις καὶ συμπεριφορές. Ὑπῆρξαν περίοδοι ἐντάσεων, ἀλλὰ καὶ ἄριστης συνεργασίας, ὄχι ὡς σιωπηρᾶς ὑποταγῆς τῆς συνάλληλης ἐκκλησιαστικῆς διακονίας στὶς θελήσεις τῶν πολιτικῶν ἡγετῶν, ἀλλὰ ὡς πρόθυμη συνέργεια, μέσα σὲ πνεῦμα ἐθνικῆς ἑνότητας. Ποιὰ πολιτεία μπόρεσε νὰ ἀντιδράσει, ἔτσι, στὸν ἐθνικὸ ρόλο τοῦ ράσου κατὰ τὸν «Μακεδονικό Ἀγώνα» (1904- 1908), στὸ Κυπριακὸ (1955 ἐκ.), στὰ πρόσφατα συλλαλητήρια γιὰ τὸ «μακεδονικό» ἢ καλύτερα «σκοπιανὸ» πρόβλημα; Ὅταν σώζεται ἑκατέρωθεν ἀκμαία ἡ ἐθνικὴ συνείδηση, ἡ συνεργασία εἶναι πάντα ἀστασίαστη καὶ ἐφικτή. Αὐτὸ ἀκριβῶς χρειαζόμαστε καὶ σήμερα.
     Οὐδέποτε ἐτόλμησε κάποια κυβέρνηση νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἐθνικοπατριωτικὴ παρουσία τοῦ ράσου. Μάλιστα, οἱ ἐθνικὰ σκεπτόμενες καὶ ἐνεργοῦσες κυβερνήσεις σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἐνισχύονταν ἀπὸ τὴ συμπαράσταση τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἐθνικοπατριωτικές, ἐξάλλου, πρωτοβουλίες τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἀπὸ τὶς ἐνδοξότερες στιγμὲς τῆς ἱστορίας μας. Ἀπὸ ποιὸν ζήτησε τὴν ἄδεια ὁ ἀπὸ Τραπεζοῦντος ἀρχιεπίσκοπος Χρύσανθος († 1949) νὰ μὴ ὁρκίσει τὴν προδοτικὴ κυβέρνηση Τσολάκογλου; Ἀντίθετα, ἡ στάση τῆς Ἐκκλησίας τὸ 1967 εἶναι μία ἀπο τὶς θλιβερότερες σελίδες τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Ὁ ἀρχιεπίσκοπος Δαμασκηνὸς († 1949) δέχθηκε τὸν διορισμό του ὡς πρωθυπουργοῦ (γιὰ λίγο) καὶ ἀντιβασιλέα, σὲ μιὰ ὑψηλῆς σημασίας προσφορά, γιὰ νὰ καλύψει τὸ ὑπάρχον κενό. Ἐδῶ θὰ πῶ σὲ ὅσους φοβοῦνται ἀνάμειξη τοῦ Ράσου στὴν πολιτικὴ ζωὴ τῆς χώρας, ὅτι παρόμοιος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ δέχεται τὸν διαχωρισμό-διάκριση τῶν διακονικῶν ἐξουσιῶν τοῦ Ἔθνους. Ἀκόμα καί ὁ ἐθναρχικὸς ρόλος δὲν διεκδικεῖται ἀπὸ τοὺς ἐκκλησιαστικούς, ἀλλὰ τοὺς ἀνατίθεται!
     Στὸ Κυπριακό, ὁ ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων († 1956) ἦταν πρόεδρος, προταθείς ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τῆς Πανελλήνιας Ἐπιτροπῆς γιὰ τὸν Ἀγώνα, ἐνῶ γενικὸς γραμματέας εἶχε ἐκλεγεῖ ὁ πρ. ἀρχιεπίσκοπος, καὶ τότε ἀρχιμανδρίτης, Ἱερώνυμος Κοτσώνης. Πολλοὶ ἱεράρχες μας ἀναντίρρητα ἀναδείχθηκαν ἡγετικὲς μορφὲς αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα. Ἡ Ἐκκλησία κατενόησε τὸν κίνδυνο καὶ τὴν ἀπειλὴ τῶν Σκοπίων ἤδη τὸ 1956 (ἀρχιεπίσκοπος Δωρόθεος), ὅταν οἱ πολιτικοὶ σιωποῦσαν. Μὴ λησμονοῦμε, ἐξάλλου, καὶ τὴ μεγάλη ἐθνικὴ δράση τοῦ ἀρχιεπισκὸπου Σεραφείμ. Μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσης μακαρίτη Δρυϊνουπόλεως Σεβαστιανὸ ἦταν οἱ μόνοι ποὺ ἔθεσαν θέμα ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων γιὰ τὴ Β. Ἤπειρο (1980- 1990). Ἡ ἐθνικοπατριωτικὴ κινητικότητα τοῦ Σεραφεὶμ ἦταν ἠχηρότατη μέσα στὴ σιωπή της.
     Μήπως, ὅμως, καὶ στὴν Ἑνωμένη Εὐρώπη φιμώνεται ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος; Ὁ καθηγητὴς Ἰ. Κονιδάρης μᾶς ὑπενθύμισε τὸ κοινὸ Ὑπόμνημα τῆς Καθολικῆς καὶ τῆς Εὐαγγελικῆς Ἐκκλησίας τῆς Γερμανίας (1994), μὲ ἔντονη ἀναφορὰ στὰ κοινωνικά, δικονομικὰ καὶ λοιπὰ προβλήματα, ὅπως τὸ στεγαστικό, ἡ ἀνεργία, οἱ κρατικὲς δαπάνες, οἱ ἀλλοδαποί, ἡ φτώχεια κ.λπ. Δὲν θέλω νὰ πιστεύω ὅτι θὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ «προφητεία» τοῦ μακαρίτη Μάνου Χατζηδάκι ὅτι «τή σοβιετική μας περίοδο θὰ περάσουμε μέσα στὴν Εὐρώπη»! (Σημ. 2011: Δυστυχῶς ἐξεπληρώθη).
     4. Δεοντολογικοί περιορισμοὶ ὑπάρχουν ὁπωσδήποτε. Δὲν θὰ ἀρνηθοῦμε ὅτι πάντοτε, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ἐκκλησιαστικῆς ποιμαντικῆς, τεράστια σημασία ἔχει το «πῶς», δηλαδὴ τὰ ὅρια τῶν λόγων καὶ τῶν πράξεών μας. Τὸ ποιμαντικὸ ἔργο ἀπαιτεῖ τὸ χάρισμα τῆς «διακρίσεως», ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν ἀδιάψευστο πατερικὸ λόγο, «τὸ καλὸν ἐστι καλόν, ὅταν καλῶς γένηται». Εἶναι, λοιπόν, ποιμαντικὸν αἴτημα ἡ ἐπιλογή τῶν καταλλήλων (μὴ παρεξηγήσιμων καὶ παρερμηνεύσιμων) ὅρων, ὡς καὶ ὁ τρόπος (ὕφος) τοῦ λόγου μας (παρακλητικά, πατρικά, ταπεινὰ καὶ ἀγαπητικά). Γιὰ τὸ πρῶτο εἶναι χαρακτηριστικό τό παράδειγμα τοῦ Πατροκοσμᾶ. Μιλώντας γιὰ τὸν «Ἀντίχριστο», ἔλεγε ὅτι ἦταν δύο οἱ «Ἀντίχριστοι» στὴν ἐποχή του. Τὸν ἕνα τὸν ὀνομάζει: Εἶναι ὁ Πάπας. Τὸν ἄλλο τὸν ὑπαινίσσεται: «Αὐτός πού εἶναι πάνω στὸ κεφάλι μας», διότι καραδοκοῦσε ὁ Σουλτᾶνος. Γιά τὸν δεύτερο ἀρκεῖ ὁ λόγος, αὐτόχρημα πραγματικός, τοῦ Ἀπόστολου Παύλου. Πρῶτα πρὸς ὅλους τούς πιστούς: «Ἐν σοφίᾳ περιπατεῖτε πρός τοὺς ἔξω, τὸν καιρὸν ἐξαγοραζόμενοι. Ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος, εἰδέναι πῶς δεῖ ὑμᾶς ἑνὶ ἑκάστῳ ἀποκρίνεσθαι (Κολ. δ', 5). Καὶ πρός τούς Ποιμένες εἰδικά: «Ὑμεῖς ἐπίστασθε... πῶς μεθ᾽ ὑμῶν τὸν πάντα χρόνον ἐγενόμην, δουλεύων τῷ Κυρίῳ μετὰ πάσης ταπεινοφροσύνης καὶ δακρύων καὶ πειρασμῶν... Οὐκ ἐπαυσάμην μετὰ δακρύων νουθετῶν ἕνα ἕκαστον ὑμῶν...» (Πράξ.20, 18-19, 31). Βεβαίως, πάντα ὑπάρχει διαφορὰ μεταξύ τῆς ἐξατομικευμένης ποιμαντικῆς καὶ τῆς συλλογικῆς ἀναφορᾶς.
     Δὲν διαφωνοῦμε ὅτι οἱ προτεραιότητες τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου εἶναι πάντα πνευματικές, ἀλλὰ μήπως καὶ τὰ κοινωνικὰ ἢ ἐθνικὰ θέματα δὲν εἶναι στὴν οὐσία πνευματικά; Τὸ πρόβλημα, συνεπῶς, δὲν εἶναι αὐτό, ἀλλὰ ἡ πρόθεση καὶ ὁ τρόπος ἀντιμετώπισής τους.
     Ὅπως πολὺ ὀρθὰ παρατήρησε ὁ καθηγητὴς Χρ. Γιανναρᾶς (Καθημερινή, 13.9.98), αὐτὸ τὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖται εἶναι ὁ «χωρισμός τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν λογική τῆς ἐξουσίας». Ἡ ποιμαντικὴ διάκριση γνωρίζει «καιρὸν τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸν τοῦ λαλεῖν». Κατὰ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο († 107) ὁ επίσκοπος εἶναι περισσότερο «φοβερὸς» ὅταν σιωπᾶ, παρὰ ὅταν ὁμιλεῖ. Ἐκτός ὅμως καί ἄν πρέπει νά ὁμιλήσει καί σιωπᾶ...
     Στὸ ἔργο τῆς πολιτείας παρεμβαίνει ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος, ὄχι ὅταν ἐπισημαίνει τὰ ὑπαρκτὰ προβλήματα, ἀλλὰ ὅταν προτείνει προκλητικές λύσεις γι᾽ αὐτά, ἐξεγείροντας ἔτσι τὸ λαϊκὸ αἴσθημα. Ὁ ποιμαντικὸς λόγος γιὰ τὰ ἐθνικὰ θέματα εἶναι δικαίωμα ἱστορικὸ κάθε ποιμένος -καὶ ὄχι μόνο τοῦ (Ἀρχι)επισκόπου. Ἄλλωστε, καὶ ὁ ἑκάστοτε Μακαριώτατος εἶναι ποιμένας τοῦ ποιμνίου τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀθηνῶν -αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπισκοπή του- καὶ ὄχι «Ἀρχηγὸς» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀπὸ ἄγνοια λέγεται. Μὴ ἐπιστρέφουμε στὰ 1833, ὅταν ἡ «Διακήρυξη» τῆς πραξικοπηματικῆς αὐτοκεφαλίας ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ἀρχηγός» τῆς Ἐκκλησίας στὸ πνευματικὸ μέρος καὶ ὁ βασιλέας (Ὄθων) στὸ διοικητικὸ (προτεσταντικὴ ἀντίληψη). Ὁ Ἀρχιεπ. Χριστόδουλος εἶχε δηλώσει στὸν ἐνθρονιστήριο λόγο του: «...Δὲν χαρίζουμε σὲ κανέναν τὸ ἀκριβό μας προνόμιο νὰ ἔχουμε ἄποψη ἐπί τῶν καιριότερων ζητημάτων τοῦ τόπου καὶ νὰ τὴν ἐκθέτουμε ἐλεύθερα... Ἡ τέτοια παρέμβασή μας δὲν συνιστᾶ ἀντιδικία, οὔτε ἀμφισβήτηση. Παρεμβαίνουσα ἡ Ἐκκλησία βοηθᾶ τὴν ἡγεσία, τὶς δυνάμεις καὶ τὸν λαὸ στὴ συνειδητοποίηση τῶν πνευματικῶν διαστάσεων ὁρισμένων ἐπιλογῶν ἢ τάσεων. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ λόγος της εἶναι μητρικός, παραμυθητικός, συμβουλευτικὸς καὶ οὐδέποτε πολιτικὸς» (ἐπεξήγηση π.ΓΔΜ, ἐννοεῖ: «κομματικός»).
     Ὑπάρχει βεβαίως ἕνας ὁρατὸς κίνδυνος, σὲ περίπτωση ποὺ συνεχιστεῖ ἡ «ἀντιδικία» αὐτή, ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε παρόμοια περίπτωση. Εἶναι ἡ δυνατότητα «χρήσης» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου ἀπὸ κομματικὲς παρατάξεις, ποὺ ἐπιδιώκουν πρὸς ὄφελὸς τους ὁποιεσδήποτε ταυτίσεις. Καὶ ὅταν μὲν δὲν ὑπάρχει παρόμοια ταύτιση, τότε θύμα εἶναι ὁ λόγος καὶ σύνολος ὁ ἀγώνας μας. Ἄν, ὅμως, ὑπάρχει, τότε «ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης» (Ματθ. 27, 64)!... Στὰ ἐθνικὰ θέματα εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχει συνεργασία (κατὰ τὸ β´ ἄρθρο τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτη τῆς Ἐκκλησίας) καὶ συνεννόηση, καθὼς καὶ μυστικὲς συζητήσεις, ὅσο σοβαρότερο εἶναι τὸ πρόβλημα. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρόθεση τῆς Ἐκκλησίας μας ἤδη τὸ 1852 (Σχὲδιον Νόμου Καταστατικοῦ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἄρθρον Δ'): «Τὰ καθήκοντα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διαιροῦνται ἐκ δύο, εἰς τὰ ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, “ἅτινά εἰσι πνευματικά, καὶ ὅλως ἐκκλησιαστικά, καὶ εἰς τὰ ἐκτός, ἐκκλησιαστικὰ καὶ ταῦτα, ἀλλ᾽ ἔχοντα σχέσιν τινὰ καὶ πρὸς τὴν ἐπικράτειαν καὶ τὸ πολιτικὸν μέρος” καὶ ἐπὶ μὲν τῶν πρώτων ἐνεργεῖ ἐλευθέρως καὶ ἀκωλύτως ἀπό πάσης ἐπεμβάσεως τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, ἐπὶ δὲ τῶν δευτέρων τῇ ἰδιαιτέρᾳ συγκαταθέσει καὶ συμπράξει τῆς Κυβερνήσεως».
     Ἡ δήλωση τοῦ Μακαριωτάτου Χριστοδούλου εἶναι καὶ ἐδῶ, ὅμως, ἀφοπλιστική: «Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία παντοῦ, καὶ στὴν Ἑλλάδα, οὐδέποτε διεξεδίκησε τὸν ρόλο κράτους ἐν κράτει. Δὲν ὑπῆρξε ποτὲ Ἐκκλησία τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῆς Ἀνάστασης... Ἐμεῖς εἴμαστε ἀταλάντευτα προσηλωμένοι στὸ ἰδεῶδες τῆς στενῆς συνεργασίας Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, γιατί βλέπουμε ὅτι αὐτὸ συμφέρει στὸ ἔθνος καὶ αὐτὸ θέλει καὶ ὁ λαός μας». Εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ἡ Ἐκκλησία θὰ τηρήσει τὴν ὑπόσχεσή της. Εὐελπιστοῦμε ὅτι ἀνάλογη στάση καὶ πνεῦμα συνεργασίας θὰ ἐπιδεξει καὶ ἡ πλευρὰ τῆς Πολιτείας.
Αναδημοσίευση από τον Ορθόδοξο Τύπο (φ. 1900)
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Σχόλια στα περί μισθοδοσίας του ιερού κλήρου του Κοσμήτορος της Θεολογικής Σχολής Αθηνών.


Σε πρόσφατες δηλώσεις του ο κοσμήτορας της Θεολογικής σχολής Αθηνών, κ. Μ. Μπέγζος, αναφέρθηκε στα περί μισθοδοσίας των κληρικών, καθώς ούτως ή άλλως γίνεται λόγος τελευταία και από κρατικούς αξιωματούχους, τροϊκανούς αλλά και εκκλησιαστικά πρόσωπα. Είναι αναμφίβολα δημοκρατικό δικαίωμα του κάθε πολίτη, ο οποίος έχει λόγο να ομιλήσει και εν προκειμένω περί της μισθοδοσίας του ιερού κλήρου.

Ο λόγος που σχολιάζω τις δηλώσεις που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα είναι επειδή διάφοροι δημιουργούν σκόπιμα θέμα από επιπόλαιη κρίση των λεχθέντων παρά από κακία!

Επειδή τυχαίνει να έχω προσωπική πείρα (ως ιεροψάλτης) σε νεκροταφείο των νοτίων προαστίων,έχω άποψη περί του θέματος των "τυχερών". Ο κ. Μπέγζος δεν ανέφερε κάτι που αφορά άλλον πλανήτη, είναι μια ελληνική πραγματικότητα αυτό που συμβαίνει στα νεκροταφεία μας. Ας μην εθελοτυφλούμε! Όλοι έχουν να σχολιάσουν τα "τυχερά" αλλά κανένας δε σχολιάζει όλα τα υπόλοιπα έξοδα που έχει να πληρώσει στον οικείο Δήμο αν πεθάνει κάποιος δικός του. Το εμπόριο του πόνου του καθενός δε μας αγγίζει καθόλου κύριοι ευαίσθητοι για τα περί μισθοδοσίας; 

Είναι υποχρέωση του κράτους η μισθοδοσία του κλήρου βάσει της νεότερης εκκλησιαστικής ιστορίας στη χώρα μας, όμως όσα αναφέρθηκαν στις δηλώσεις του κοσμήτορα είναι εφικτά υπό προϋποθέσεις. Δεν είπε κάτι καινούργιο ο κ. κοσμήτορας. Μια πρόταση για προβληματισμό έθεσε και πέσανε να τον "φάνε". Ποιος είπε πως η εκκλησία θέλει όποια εξάρτηση από το κράτος; Από τη στιγμή που το παγκάρι φορολογείται και όλα τα άλλα έσοδα και οι οικονομικές της συναλλαγές, επόμενο είναι η οικονομική δυνατότητα της εκκλησίας να μην επαρκεί για τη μισθοδοσ! ία του ιερού κλήρου.

Αλέξης Νεστούρης

Το αλίευσα ΕΔΩ

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Ἡ Ἐκκλησία ἔσωσε τὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα

τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ
Ἡ Ἐκκλησία ἀναδεικνύεται σὲ κάθε περίοδο δουλείας κιβωτὸς καὶ τῆς γλωσσικῆς μας παραδόσεως. Ἂς θυμηθοῦμε τὴν Τουρκοκρατία καὶ τὴ Βενετοκρατία. Ἡ ἀσίγαστη λατρεία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ μόνιμη ἐπαφὴ τοῦ Κλήρου μὲ τὸν λαό, στὸ εὐρύ του φάσμα, διέσωσε καὶ τὴ γλώσσα μας. Τὸ σημαντικότερο, μάλιστα, εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔσωσε τὴ γλώσσα ὁλόκληρη, σ' ὅλη τὴ διαχρονία της καὶ σὲ ὅλες τὶς μορφὲς τῆς κατανίκησε κάθε δισταγμὸ καὶ ἀνταποκρίθηκε στὶς ἀπαιτήσεις τῶν καιρῶν μὲ τὴν ἀκόλουθη σοφὴ λύση: Στὴν λατρεία διατηρήθηκε ἡ καθιερωμένη γλωσσικὴ μορφή, ποὺ διακρατεῖ ἔτσι καὶ τὴ συνέχεια τῆς Πατερικῆς παραδόσεως. Στὸ κήρυγμα, ὅμως, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξαιρέσεις μερικῶν ἀπροσγείωτων ἐγωκεντρικῶν ἀρχαιοπλήκτων, χρησιμοποίησε τὴ λαϊκὴ μορφὴ τῆς Ἑλληνικῆς. Ἔτσι ἀναδείχθηκαν οἱ μεγάλοι λαϊκοὶ φωτιστὲς τοῦ Γένους ἀπὸ τὸν Μελέτιο Πῆγα καὶ τὸν Ἠλία Μηνιάτη μέχρι τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ τὸν Αἰτωλὸ καὶ τοὺς ἄλλους Κολλυβάδες.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, τὸ σύστημα Παιδείας ποὺ πρόσφερε ἡ Ἐκκλησία μέσα στὴ δουλεία, ἀναπληρώνοντας τὸ τεράστιο κενὸ ποὺ ἄφηναν οἱ καταφεύγοντες στὴ Δύση λογάδες τοῦ Γένους, ὅσο φτωχὸ καὶ ταπεινὸ καὶ ἂν ἦταν -τὰ γνωστὰ κολλυβογράμματα- καὶ ὅσο καὶ ἂν κατηγορήθηκαν ἀπὸ τοὺς δυτικόπληκτους διαφωτιστές, διατηροῦσαν μόνιμα τὴν ἐπαφὴ τῶν παιδιῶν μὲ τὴ γλώσσα τῶν λειτουργικῶν βιβλίων, δίνοντας ἔτσι δυνατότητες γιὰ περαιτέρω καλλιέργεια στὰ φωτεινὰ ἐκεῖνα πνεύματα ποῦ ἀναδείχθηκαν σὲ μεγάλους Διδασκάλους καὶ Πνευματικούς του Γένους μας. Θὰ ἐπικαλεσθοῦμε ἕνα παράδειγμα ἀπὸ τὰ πολλὰ ποὺ καταδεικνύει τὴ συμβολὴ τῆς Ἐκκλησίας στὴ διάσωση τῆς γλώσσης μας: Πρόκειται γιὰ...

 τὸν Κωνσταντῖνο Οἰκονόμο (+1857), τὸν σοφότερο κληρικὸ τοῦ 19ου αἰώνα, πολυμαθῆ καὶ πολύγλωσσο, ἀλλὰ καὶ ἀπαράμιλλο χειριστὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λόγου.
Στὸν χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ἔμαθε καὶ ὁ Κ. Οἰκονόμος τὰ Ἑλληνικά του, χωρὶς αὐτὸ νὰ τὸν ἐμποδίσει νὰ μάθει καὶ πολλὲς ἄλλες ξένες γλῶσσες. Ὅλες, ὅμως, οἱ ἄλλες γλῶσσες τοῦ ἔμειναν «ξένες», γιατί διέσωζε μόνιμη τὴν ἐσωτερικὴ -ὑπαρξιακή- του σχέση μὲ τὴ «μητρική» του Γλώσσα, τὴν Γλώσσα τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας του. Νὰ γιατί πιστεύουμε ἀμετακίνητα ὅτι καὶ σήμερα τὸ ἐκκλησιαστικὸ σῶμα θὰ σώσει τὴν γλώσσα μας. Ὅπως αὐτὸ γίνεται ἤδη ἐπὶ αἰῶνες στὸν χῶρο τῆς Διασπορᾶς μας. Ὅσο ὑπάρχει Ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστικὴ λατρεία καὶ ἀκούγεται ὁ ἁγιογραφικὸς καὶ πατερικὸς λόγος, θὰ σώζεται καὶ ὁ ἑλληνικὸς λόγος, γιὰ νὰ ἐπαληθεύεται ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει προσφυέστατα λεχθεῖ, ὅτι δὲν σώζεται ἡ Ὀρθοδοξία ἀπὸ τὸν Ἑλληνισμό, ἀλλὰ ὁ Ἑλληνισμὸς σώζεται μέσα στὴν Ὀρθοδοξία.
Ὅλες, λοιπόν, οἱ ἀπόπειρες ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς λατρείας μας μὲ τὸν μεταγλωττισμὸ τῶν κειμένων της, ἔστω καὶ ἂν προέρχονται ἀπὸ ἀγαθὴ διάθεση, μποροῦν νὰ ἀποβοῦν καὶ ἐθνικὰ ἐπιζήμιες. Ἂς ἀφήσουμε, λοιπόν, τὴ λατρεία μᾶς ἄθικτη. Γιὰ νὰ εἶναι τουλάχιστον ἕνας χῶρος ποὺ σώζει ἀτόφια τὴν ἑλληνορθόδοξη συνέχειά μας».
Το αλίευσα ΕΔΩ orthodoxia-ellhnismos

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης