(Οι εκπληκτικές μηχανές, και τα φοβερά όπλα του Αρχιμήδη)Ο Αρχιμήδης γεννήθηκε στις Συρακούσες το 287π.Χ και πέθανε το 212 π.Χ. κατά τη ρωμαϊκή κατοχή. Πιθανότατα ήταν γιος του αστρονόμου Φειδία. Στην ευγένειά του όφειλε το σύνδεσμό του με την αυλή του τυράννου των Συρακουσών Ιέρωνα, με τον οποίο είχε και προσωπική φιλία, και στον πλούτο του το ότι κατόρθωσε να ταξιδέψει στην Αλεξάνδρεια…
Στην Αλεξάνδρεια έκανε γνωριμίες με τον κύκλο των επιστημόνων που είχε δημιουργήσει ο Ευκλείδης. Συνδέθηκε με το Σάμιο μαθηματικό Κόνωνα, του οποίου την κρίση εκτιμούσε πολύ, το μαθητή αυτού Δοσίθεο και το βιβλιοθηκάριο της Αλεξάνδρειας Ερατοσθένη, ο οποίος καταγινόταν όχι μόνον με τη Γεωγραφία, αλλά και με την Αστρονομία, τα Μαθηματικά, καθώς και με τις χρονολογικές και φιλολογικές μελέτες. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Αλεξάνδρεια λέγεται ότι ο Αρχιμήδης επινόησε μηχάνημα κατάλληλο για την άντληση νερού, το οποίο ονομάστηκε “αιγυπτιακός κοχλίας” και χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα.
Επιστρέφοντας στις Συρακούσες αφοσιώθηκε στις θεωρητικές επιστημονικές μελέτες, ώστε, σύμφωνα με όσα γράφει ο Πλούταρχος, είχε λησμονήσει και την τροφή και παρέλειπε την περιποίηση του σώματος. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι κάποτε μέσα στο λουτρό, από την υπερχείλιση του νερού που εκτόπιζε το σώμα του, συνέλαβε τη λύση του προβλήματος του σχετικού με τη γνησιότητα του χρυσού στεφάνου του Ιέρωνα πήδησε από το λουτρό, σαν άνθρωπος που κυριεύεται από θεϊκή μανία, και βάδιζε στους δρόμους φωνάζοντας “εύρηκα”.
Λέγεται επίσης ότι κατά την πολιορκία των Συρακουσών από τους Ρωμαίους προστάτευσε… σχεδόν μόνος με τα μηχανήματά του επί τρία χρόνια την πόλη του. Με μεγάλους γάντζους, που έβγαιναν από τα τείχη, άρπαζε και
σήκωνε ψηλά τα πλοία του πλησίαζαν στην πόλη και ύστερα τα άφηνε να πέσουν και να τσακιστούν στους βράχους ή να βουλιάξουν στη θάλασσα. Αυτό το κατόρθωνε με συνδυασμό μοχλών. Είχε επινοήσει ένα είδος καταπέλτη με τον οποίο οι Συρακούσιοι βομβάρδιζαν με βροχή από πέτρες τους Ρωμαίους. Ακόμα ότι είχε κατασκευάσει σφαιρικά ή παραβολικά κάτοπτρα, που συγκέντρωναν τις ακτίνες του ηλίου, τις έριχναν πάνω στα εχθρικά πλοία και τα έκαιγαν μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Ρωμαίων. Δηλαδή το κόλπο που έκανε ήταν να χρησιμοποιήσει μικρούς καθρέφτες που στόχευαν σε ένα μεγαλύτερο (ανακατευθύνοντας την αντανάκλαση του ήλιου) και με αυτόν τον μεγάλο καθρέφτη να στοχεύει τα πλοία έχοντας πια συγκεντρώσει τις αντανακλάσεις των μικρότερων καθρεπτών. Εντυπωσιακό είναι ότι έφτιαξε και μηχανισμό για να διορθώνει τη στόχευση των μικρών καθρεπτών στον μεγάλο, προφανώς όχι τόσο για διαφορές χειμώνα καλοκαιριού αλλά για τις διάφορες ώρες της ημέρας που ο ήλιος βρισκόταν σε άλλη θέση.
Όταν τελικά μπήκαν οι Ρωμαίοι στην πόλη, ο στρατηγός Μάρκελλος έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να μην πειράξουν τον Αρχιμήδη και το σπίτι του. Ένας όμως Ρωμαίος οπλίτης βρήκε τον Αρχιμήδη στον κήπο του σπιτιού του να χαράζει γεωμετρικά σχήματα πάνω στην άμμο. “Μη μου τους κύκλους τάραττε” πρόλαβε να φωνάξει ο μεγάλος μαθηματικός. Ο στρατιώτης όμως, αγνοώντας ποιον έχει μπροστά του, τον σκότωσε με το ξίφος του.