Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα νεομάρτυρες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΓΝΩΣΤΩΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝ ΑΠΟ ΤΟ 1453 ΩΣ ΤΟ 1838


Προσπάθεια πρώτης καταγραφῆς
το δρα Θεοχάρη Μιχ. Προβατάκη
Α
Ὁσιομάρτυς ββακούμ· μαρτύρησε στίς 6 Αὐγούστου 1628, στή Θεσσαλονίκη, γιά τήν πίστη.
Ὁσιομάρτυς γαθάγγελος σφιγμενίτης· ὑπέστη μαρτυρικό θάνατο σέ ἡλικία 19 ἐτῶν στή Σμύρνη, στίς 19 Ἀπριλίου 1818.
Ἅγιος γγελς ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη· ἀποκεφαλίσθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, τήν 1 Σεπτεμβρίου 1680.
Ἅγιος γγελς ἰατρός ἀπό τό Ἄργος· ἀπoκεφαλίσθηκε στή Χίο, στίς 3 Δεκεμβρίου 1813.
Ἅγιος γγελς ἐκ Μελάμπων Ρεθύμνης Κρήτης· ἀπoκεφαλίσθηκε στίς 28 Ὀκτωβρίου 1824, πρό τῆς Μεγάλης Πόρτας Ρεθύμνης.
Ἅγιος θανάσιος ἀπό τήν Κίο· μαρτύρησε στήν Κωνσταντινούπολη, στίς 24 Ἰουλίου 1670 (ἀποκεφαλισμός)…

Τετάρτη 26 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Άγιος Αχμέτ

Κατά το έτος 1682, στις 3 Μαΐου, Εμαρτύρησε στο Βυζάντιο ο Αχμέδ κάλφας Δηλαδή ο γραφέας του Δευταρδάρη, ο επικαλούμενος Πατ σουρούνης, το μαρτύριο του οποίου συνέγραψε κάποιος ανώνυμος συγγραφέας.
(Από το Νέο Μαρτυρολόγιο του Αγ. Νικοδήμου)

Πάντων μεγίστη πίστις Ιησού πέλει,
Αχμέδ βοήσας πάμμεγα στέφος δέχη.
 
Αυτός έχοντας μια Ρωσσίδα σκλάβα είχε σχέσεις μαζί της, την άφηνε όμως να πηγαίνει στην Εκκλησία των Χριστιανών στις επίσημες μέρες∙ επειδή όμως, όταν εκείνη επέστρεφε από την Εκκλησία, αυτός αισθανόταν μια άρρητη ευωδιά να βγαίνει από το στόμα της, την ρώτησε τι τρώει και μυρίζει έτσι∙ εκείνη του είπε ότι τρώει αντίδωρο και πίνει αγιασμό. Αφού τα άκουσε αυτά, προσκαλεί έναν εφημέριο της Μεγάλης Εκκλησίας και του λέει να ετοιμάσει μέρος να πάει αυτός, όταν λειτουργούσε ο Πατριάρχης ∙ και αφού έγινε αυτό, έβλεπε - ώ του θαύματος! - όταν ευλογούσε ο Πατριάρχης τον λαό και έβγαιναν από το κριτήριο και από τα δάκτυλά του ακτίνες, και έπεφταν πάνω στα κεφάλια όλων των Χριστιανών, όχι όμως στο δικό του.

Τετάρτη 25 Ιουλίου 2012

Άγιος νεομάρτυς Μακάριος

Κατά το έτος 1527, στις 14 Σεπτεμβρίου,
Μαρτύρησε ο Όσιος Μακάριος
(Από το νέο μαρτυρολόγιο του Αγ. Νικοδήμου)

Μακάριος συ και μακάρων εις τόπον,
θανών απήλθες δια του μαρτυρίου.

Αυτός ο αοίδιμος ποια είχε πατρίδα και ποιους γονείς, δε μας το φανέρωσε η ιστορία του. Το ότι όμως υπήρξε μαθητής του Αγιοτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Κυρίου Νήφωνος, ωραίος στο σώμα και ωραιότερος στην ψυχή, και ότι έδωσε μαρτυρικό τέλος, το βρίσκουμε γραμμένο στον βίο του ίδιου Αγιοτάτου Νήφωνος. Αυτός λοιπόν, ο πραγματικά μακάριος, υπήρξε ένας από τους μεγάλους αγωνιστές της κατά Χριστόν άσκησης και φύλακας της ακρίβειας του μοναχικού βίου και εξολοκλήρου ζηλωτής των αρετών του δασκάλου του, Αγίου Νήφωνος. Κι αφού έφτασε στο άκρο και το τέλειο της θείας αγάπης, φλεγόταν κάθε μέρα η καρδιά του και ποθούσε να αξιωθεί να τελειώσει τη ζωή του με μαρτυρικό θάνατο. Κι έτσι, φανέρωσε αυτόν τον πόθο και τον ένθεο σκοπό του στον Άγιο, που βρισκόταν τότε στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, κατά τη δεύτερη φορά που πήγε στο Άγιο Όρος. Κι εκείνος, αφού άκουσε τον σκοπό του και κατάλαβε ότι προέρχεται από θέλημα Θεού, του είπε: «πήγαινε, παιδί μου, στην οδό του μαρτυρίου, γιατί με την προθυμία σου πρόκειται να αξιωθείς να λάβεις τον στέφανο της άθλησης και να αγάλλεσαι αιώνια μαζί με τους Μάρτυρες και τους Οσίους. Κι αφού έκανε ευχή και τον σφράγισε με το σημείο του σταυρού, τον καταφίλησε και τον άφησε να φύγει εν ειρήνη.
Κι ο ευλογημένος Μακάριος, αφού οπλίστηκε με τις ευχές του Αγίου, βγήκε χαρούμενος από το Όρος και έτρεχε για να φτάσει στον ποθητό αγώνα. Πηγαίνοντας λοιπόν στη Θεσσαλονίκη, σκέφτηκε και στάθηκε εκεί όπου ήταν συγκεντρωμένο μεγάλο πλήθος Οθωμανών και δίδασκε με θάρρος ότι ο Χριστός είναι Υιός του Θεού και κατέβηκε από τους κόλπους του Πατρός και έγινε για χάρη μας άνθρωπος και στη συνέχεια διηγούνταν τα πάντα για την ενσάρκωση του Χριστού. Εκείνοι όμως, αφού τα άκουσαν αυτά, όρμησαν κατά πάνω του με μαχαίρια και ξύλα και χτυπώντας τον, τον καταπλήγωσαν σε όλο του το σώμα τόσο, ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τις πληγές. Έπειτα τον έριξαν στη φυλακή. Το πρωί συγκεντρώθηκαν και έφεραν τον Μάρτυρα στο δικαστήριό τους και άρχισαν να τον κολακεύουν με σκοπό να τον κάνουν με δώρα να αλλάξει την πίστη του Χριστού με τη θρησκεία τους. Αλλά ο Μάρτυρας του Χριστού απαντούσε με θάρρος λόγου: «μακάρι κι εσείς κάποτε να γνωρίσετε την αληθινή πίστη τη δικιά μας, των Χριστιανών, που δε μπορείς να την κατηγορήσεις και να βαπτίζεστε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, την Αγία Τριάδα, και να ελευθερώνεστε από την πλανεμένη θρησκεία σας». Αυτά αφού τα άκουσαν εκείνοι, τον άρπαξαν αμέσως και χτυπώντας τον και με μαχαίρια κεντώντας το σώμα του και καταπληγώνοντάς το, στο τέλος του έκοψαν την τίμια κεφαλή του και έτσι έλαβε ο Όσιος τον στέφανο του μαρτυρίου. Και στον Άγιο Νήφωνα που βρισκόταν στο Βατοπέδι αποκαλύφθηκαν αυτά από το Άγιο Πνεύμα και λέει στον άλλον τον μαθητή του, τον Ιωάσαφ: «να ξέρεις παιδί μου, ότι ο συνάδελφός σου Μακάριος τελείωσε σήμερα με Μαρτύριο και πηγαίνει να χαίρεται στους Ουρανούς, με τις συνοδείες των Οσίων και των Μαρτύρων».
Ων ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν και ημείς της Ουρανίου μακαριότητος. Αμήν.
Πηγή: Συναξαριστής Νεομαρτύρων
Εκδόσεις Ορθόδοξος Κυψέλη
Θεσσαλονίκη
Απόδοση στα νέα Ελληνικά
Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Άγιος Αντώνιος ο Αθηναίος

Στις 5 Φεβρουαρίου 1774, μέρα Τετάρτη,
μαρτύρησε ο Αγ. Αντώνιος ο Αθηναίος.
Σφαγείς ο Αντώνιος ώσπερ η όϊς
Χριστώ παρέστη ακολουθιών ως όϊς.
Αυτός ο νεοφανής Μάρτυρας του Χριστού ήταν από την περίφημη Αθήνα και οι γονείς του, που ονομάζονταν Μήτρος και Καλομοίρα, ήταν πάμπτωχοι και άγνωστοι. Κι αφού ανατράφηκε από αυτούς θεοσεβώς και έμαθε τα ιερά γράμματα, όταν έγινε δώδεκα χρονών, επειδή δεν μπορούσε να βλέπει τους γονείς του να είναι τόσο φτωχοί κι επειδή δεν έτυχε να μάθει κάποια άλλη τέχνη, παρέδωσε τον εαυτό του για δούλο με μισθό σε κάποιους Αρβανίτες Τούρκους, που βρίσκονταν τότε στην Αθήνα, και από αυτόν τον μισθό βοηθούσε τους γονείς του. Όταν έγινε δεκαέξι χρονών, ήρθε η Ρωσσική αρμάδα στον Μωριά το 1805, κι επειδή τα αφεντικά του πήγαν για να κουρσεύσουν και να σκλαβώσουν τους Χριστιανούς του Μωριά, τους ακολούθησε και ο Αντώνιος. Και πηγαίνοντας εκεί, πουλήθηκε σκλάβος από τους Αρβανίτες αφέντες του σε κάποιους Αγαρηνούς εμίρηδες, οι οποίοι, αφού τον αγόρασαν, τον τιμώρησαν με διάφορους βασανισμούς για να τον εκτουρκίσουν, αλλά δεν το κατάφεραν. Κι έτσι, τον πήραν μαζί τους στο τουρκικό στράτευμα, που βρισκόταν τότε στον Δούναβη ποταμό, και εκεί, πουλήθηκε ο ευλογημένος πέντε φορές από αφέντες σκληρότερους, μεταπωλούμενος σε άλλους σκληρότερους και μεταγοραζόμενος, ο καθένας από τους οποίους δοκίμασαν να στρέψουν τον Άγιο στη θρησκεία τους, πότε με κολακείες και ταξίματα, πότε με φοβέρες και διάφορα παιδέματα, αλλά μάταια κοπίασαν, επειδή ο γενναίος Αντώνιος ήταν γερά στερεωμένος στην ευσέβεια.
Στη συνέχεια, πουλήθηκε σε έναν ορθόδοξο Χριστιανό, μεταξουργό στην τέχνη, για τετρακόσια γρόσια, μαζί με τον οποίο πήγε στην Κωνσταντινούπολη όπου είχε σπίτι, γυναίκα και εργαστήριο, και βρισκόμενος εκεί, πήγε ο Άγιος σε πνευματικό πατέρα και εξομολογήθηκε τις αμαρτίες του και με κατάνυξη και συντριβή καρδιάς, μετάλαβε τα άχραντα μυστήρια στον Άγιο Νικόλαο στο Τουμπιαλί, και από τότε υπηρετούσε πρόθυμα τον αφέντη του, σαν αρεστός δούλος. Μια μέρα όμως, βλέπει ο Άγιος ένα όνειρο που τον δυνάμωσε στο Μαρτύριο. Είδε δηλαδή, μια γυναίκα ωραία στην όψη, η οποία υπόσχονταν σε αυτόν ότι θα του δώσει βοήθεια και δύναμη σε κάθε κίνδυνο, και του έλεγε να μη φοβάται, αλλά να στέκει ανδρείος, και αφού είπε αυτά, τον σκέπασε με το φόρεμά της. Μόλις ξύπνησε ο Αντώνιος, διηγήθηκε το όνειρο στην κυρία του και συμπέρανε από αυτό ότι πρόκειται να μαρτυρήσει για τον Χριστό, ενώ εκείνη του έλεγε να μη φοβάται από τα όνειρα. Όταν λοιπόν ξημέρωσε, πήγε στο εργαστήριο του αφέντη του, όπως συνήθιζε, και εκεί που καθόταν, έτυχε να περάσει ο τελευταίος Αγαρηνός αφέντης του (ο οποίος ήταν χιλίαρχος και άρχοντας) και τον αναγνώρισε και αμέσως άρχισε να φωνάζει για τον Άγιο ότι έφυγε από αυτόν παρά τη θέλησή του, και πως ήταν Τούρκος προηγουμένως και τώρα έγινε πάλι Χριστιανός, και αμέσως έφερε πολλούς μάρτυρες για αυτό. Κι αυτοί όρμησαν κατά πάνω του χτυπώντας τον ανηλεώς και τον πήγαν στον δικαστή της Ρούμελης, Μουράτ Μουλάν, δίνοντας μαρτυρία για αυτόν, ότι πραγματικά είχε εκτουρκιστεί. Ο κριτής ρώτησε τον Άγιο αν είναι αλήθεια όλα αυτά που τον κατηγορούν. Κι αυτός χωρίς να δειλιάσει καθόλου, απάντησε με θάρρος ότι γεννήθηκε από Χριστιανούς γονείς και είναι Χριστιανός και ότι δεν αρνήθηκε τον Χριστό, αλλά μάλιστα είναι έτοιμος να δεχτεί, αν είναι δυνατό, μυριάδες θανάτους για τον Χριστό.
Αφού τα άκουσε αυτά ο κριτής, άρχισε πρώτα να τον δοκιμάζει με ταξίματα, λέγοντάς του ότι αν δεχτεί τον εκτουρκισμό, έχει να αποκτήσει πλούτο και τιμές από τον βασιλιά. Επειδή όμως έβλεπε τον Άγιο να περιγελά και να κοροϊδεύει σαν όνειρα όλα αυτά, άρχισε να τον φοβερίζει με άγριο βλέμμα λέγοντάς του ότι θα τον βασανίζει ανυπόφορα και θα τον θανατώσει ελεεινά. Ο μάρτυρας όμως έλεγε «μη νομίζει ότι μπορείς να μου αλλάξεις την πίστη του Χριστού με αυτές σου τις φοβέρες και γι’ αυτό βασάνιζε, μαστίγωνε και κομμάτιαζε το σώμα μου και σκέψου και κανέναν άλλον καινούργιο και οδυνηρότατο θάνατο για μένα, επειδή πιο πιθανό είναι να γίνεις εσύ Χριστιανός, παρά εγώ να αρνηθώ τον Χριστό και να μην ομολογώ ότι είναι Υιός Θεού και αληθινός Θεός».
Ακούγοντας αυτά ο κριτής και θαυμάζοντας την παρρησία του Αγίου, αντί να θυμώσει μαζί του, θύμωσε με τους ψευδομάρτυρες Αγαρηνούς ονομάζοντάς τους πονηρούς και ψεύτες, ότι εκβιάζουν τους ανθρώπους να εκτουρκιστούν με συκοφαντίες και ψεύδη. Κι επειδή εκείνοι επέμεναν να καταμαρτυρούν και να φωνάζουν να θανατώσει τον Μάρτυρα, ο κριτής, αφού πήρε τον Άγιο παραπέρα από τους άλλους, του έλεγε πρόσωπο με πρόσωπο: «λυπήσου νέε τη νιότη σου και για την ώρα αρνήσου την πίστη σου, και ύστερα πήγαινε όπου θέλεις και έχε την πίστη σου». Ο Μάρτυρας όμως του Χριστού, φοβούμενος τον λόγο του Κυρίου που είπε ότι όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον πατέρα μου στους ουρανούς, δεν δέχτηκε να αρνηθεί τον Χριστό ούτε καν χαμηλόφωνα, αλλά φώναζε ότι είναι Χριστιανός και προτιμά να πεθάνει για τον Χριστό. Τέλος πάντων, βλέποντας ο κριτής ότι ούτε τους ψευδομάρτυρες εκείνους μπορεί να ξεφορτωθεί, ούτε τον Μάρτυρα να μεταστρέψει από την πίστη του Χριστού, θέλοντας και μη, εξέδωσε την έγγραφη απόφαση κατά του Αγίου, την οποία έστειλε κρυφά στον τότε βεζύρη Μεχμέτ Μελέκ πασά με άνθρωπο έμπιστο δικό του, φανερώνοντάς του ότι αυτή η απόφαση είναι άδικη και αυτός αναγκάστηκε να την εκδώσει.
Κι ο βεζύρης, αφού έφερε μπροστά του τον Μάρτυρα και τον ρώτησε τα ίδια και τον παρακίνησε να τουρκέψει άλλοτε με υποσχέσεις κι άλλοτε με απειλές και φοβέρες και αφού άκουσε από αυτόν όσα και ο μουλάς είχε ακούσει προηγουμένως, κατάλαβε από αυτά ότι όλα εκείνα που οι κατήγοροι τον κατηγορούσαν ήταν ψέμματα και συκοφαντίες και έκρινε σωστό να ελευθερώσει τον δίκαιο. Επειδή όμως φοβούνταν τη βαρβαρότητα και την ορμή του πλήθους των Αγαρηνών, οι οποίοι μπορούσαν να φέρουν τα πάνω κάτω λόγω της δεισιδαιμονίας της θρησκείας τους, για αυτό έβαλε τον Άγιο στη φυλακή του μουχζούρ αγά, φαινομενικά για να τον εξετάσει για δεύτερη φορά, στην πραγματικότητα όμως για να τον γλιτώσει από τον κίνδυνο. Κι ο Μάρτυρας, όταν βρισκόταν στη φυλακή ήταν υπερβολικά χαρούμενος και εύθυμος και τους Χριστιανούς που έτυχε για άλλες αιτίες να είναι μαζί του στη φυλακή, τους δίδασκε να έχουν υπομονή στις θλίψεις και τους πειρασμούς και για την ευσέβεια και τον Χριστό να προτιμούν τον θάνατο. Και έδινε ο Χριστομίμητος στους φτωχούς φυλακισμένους Χριστιανούς χρήματα, από εκείνα τα λίγα που είχε, και στον αφέντη του τον Χριστιανό έστειλε γράμμα στο οποίο πρώτα ζητούσε από όλους τους Χριστιανούς συγχώρεση και τις ευχές των ιερέων, για να τον δυναμώσουν στο Μαρτύριο, κι έπειτα ευχαριστούσε τον αφέντη του, επειδή εκείνος έδωσε τόσα χρήματα και τον εξαγόρασε από τους βαρβάρους, αυτός όμως δεν τον υπηρέτησε κι ούτε μπόρεσε να του ξεπληρώσει αυτή του την χάρη και ευεργεσία. Τέλος, τον παρηγορούσε να έχει θάρρος, γιατί δεν πρόκειται να αρνηθεί την ευσέβεια και ότι, αφού πεθάνει για τον Χριστό, τον παρακαλεί να του κάνουν τα συνηθισμένα για τους κεκοιμημένους μνημόσυνα, και να μηνύσει στους γονείς του το μακάριο τέλος που έλαβε ο γιος τους, για να παρηγορηθούν.
Ο Μάρτυρας λοιπόν, τόση χαρά είχε να πεθάνει για την ευσέβεια, ενώ και εκείνοι οι κατήγοροι οι ψευδομάρτυρες πήγαιναν συχνά στον βεζύρη ζητώντας τον να θανατώσει τον Άγιο. Έπειτα, βλέποντας πως εκείνος κλίνει προς τη φιλανθρωπία και μόνο αναβάλλει την υπόθεση, θύμωσαν και δίνουν αναφορά στον βασιλιά σουλτάνο Απδούλ Χαμίδ, κατηγορώντας μεν τον Μάρτυρα ότι αρνήθηκε την πίστη του, κατηγορώντας δε και τον ίδιο τον βεζύρη ότι δωροδοκήθηκε και θέλει να τον ελευθερώσει. Κι ο βασιλιάς, επειδή φοβήθηκε την ταραχή του πλήθους και παράλληλα αναλογιζόταν και τα πολιτικά πράγματα της βασιλείας του ότι ήταν αδύναμα και αστερέωτα και γεμάτα υποψίες για τον ρωσσικό πόλεμο, που τότε ακολούθησε, έβγαλε απόφαση κατά του Μάρτυρα, ή να γίνει Τούρκος, ή να θανατωθεί. Ο βεζύρης λοιπόν, θέλοντας και μη, βγάζει τον Άγιο από την φυλακή κα και τον ρωτά κοφτά, ή να αποδεχτεί τον Μωάμεθ ως προφήτη Θεού, ή να ακολουθήσει τον δήμιο και να αποκεφαλιστεί. Τότε ο αληθινός Μάρτυρας του Χριστού Αντώνιος χάρηκε, όπως χαίρονται αυτοί που βρίσκουν θησαυρό, και αφού του έδεσαν πίσω τα χέρια, με χαρούμενο πρόσωπο έτρεχε προς τον θάνατο, σαν σε πανηγύρι, και πηγαίνοντας στο Ακ σαράι, κλίνει το κεφάλι και λέγοντας «Κύριε, εις τας χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου», αποκεφαλίζεται, ενώ ο δήμιος χτύπησε με το σπαθί τρεις φορές τον ιερό του τράχηλο, μήπως και προδώσει την ευσέβειά του επειδή δεν θα μπορούσε να υποφέρει τον πόνο. Βλέποντας όμως, ότι μάταια κοπιάζει, τον έσφαξε ο αλιτήριος σαν πρόβατο και έτσι ο αοίδιμος έλαβε τον στέφανο του Μαρτυρίου. Και οι Χριστιανοί της Βλάγκας αγόρασαν το λείψανό του για εβδομήντα γρόσια και παίρνοντάς το  με μεγάλη πομπή και παρρησία και επινίκια άσματα πήγαν έξω, στη Ζωοδόχο Πηγή και το ενταφίασαν,  με τις πρεσβείες του οποίου μακάρι να αξιωθούμε τη βασιλεία των ουρανών. Αμήν.
Εκ του νέου μαρτυρολογίου του Αγίου Νικοδήμου
Απόδοση στα νέα Ελληνικά από τον Συναξαριστή Νεομαρτύρων
των Εκδόσεων  Ορθοδόξου Κυψέλης

Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος
Το αλίευσα ΕΔΩ

Σάββατο 14 Ιουλίου 2012

Ο Οσιομάρτυς Δαμιανός


Στις 14 Φεβρουαρίου 1568,
μαρτύρησε ο Οσιομάρτυρας Δαμιανός
(Από το Νέο Μαρτυρολόγιο Αγ. Νικοδήμου)
Ευαγγελίου καρπόν είληφας μάκαρ,ω Δαμιανέ, αγχόνη λαβείν τέλος.
Αυτός ο νέος αθλητής του Χριστού, ο Δαμιανός, είχε πατρίδα ένα χωριό που ονομαζόταν Ρίχοβο και βρισκόταν πάνω στα Άγραφα. Γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς και όταν ήταν νέος ακόμα πόθησε την μοναδική πολιτεία και αφήνοντας τον κόσμο και τα κοσμικά, πήγε στο Άγιο Όρος, στην ιερά μονή του Φιλοθέου και έγινε μοναχός. Κι αφού έμεινε λίγο καιρό στο μοναστήρι, αναχώρησε ησυχαστής, για να αγωνίζεται περισσότερο στις αρετές. Και αφού πήγε σε έναν σημειοφόρο ασκητή, που ησύχαζε σε παράμερο τόπο και ονομαζόταν Δομέτιος, έμεινε μαζί του σχεδόν τρία χρόνια, εργαζόμενος όλες τις αρετές με τόση προθυμία και ακρίβεια, ώστε αξιώθηκε να ακούσει και θεία φωνή που του έλεγε: « Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητάς μόνο το δικό σου συμφέρον, αλλά και των άλλων». Τότε αμέσως άφησε το Άγιο Όρος και πηγαίνοντας στα όρη του Ολύμπου κήρυττε στα χωριά που βρίσκονται εκεί τον λόγο του Θεού με λαμπρή φωνή, διδάσκοντας και παρακινώντας τους Χριστιανούς να μετανοήσουν και να απέχουν από τις αδικίες και από όλες τις άλλες κακίες, και να τηρούν τις εντολές του Θεού εργαζόμενοι τα καλά και θεάρεστα έργα.
Αλλά ο μισόκαλος διάβολος παρακίνησε πολλούς από τους λεγόμενους Χριστιανούς, που ήταν ασεβείς και στις πράξεις τους,  και κατηγορούσαν τον Άγιο, λέγοντας πως είναι πλάνος και απατεώνας και τον κατέτρεχαν με διάφορους τρόπους, σχεδιάζοντας και να τον φονεύσουν. Ο Άγιος όμως, μιμούμενος τον Χριστό, έδωσε τόπο στην οργή και αφού αναχώρησε από εκεί, πήγε στα μέρη του Κισσάβου και της Λάρισας, και κήρυττε τον λόγο του Θεού. Κι αφού έπαθε κι εκεί τα ίδια, αναχώρησε για τα ψηλά μέρη των Αγράφων, και εκεί δίδασκε τους Χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην πίστη τους και να τηρούν τις εντολές του Κυρίου. Ο διάβολος όμως δεν ησύχασε, αλλά κι εκεί ξεσήκωσε κατά πάνω του Αγίου μερικούς ανευλαβείς και αθεόφοβους και τον κατέτρεχαν, ονομάζοντάς τον πλάνο και ψευδομοναχό. Κι έτσι, αφήνοντας κι αυτά τα μέρη ο Άγιος, γύρισε στον Κίσσαβο και για να μην υπάρχουν ταραχές, έκτισε εκεί ένα Μοναστήρι, και μαζί με άλλους μοναχούς, ανέπεμπε στον Θεό τις ευχές του κάθε μέρα. Όμως κι εκεί πήγαιναν πολλοί για να ωφελούνται στην ψυχή από τις ψυχωφελείς διδασκαλίες του, διότι ήταν πολύ γνωστικός και γεμάτος από θεία χαρίσματα.
Πηγαίνοντας όμως μια φορά, για κάποιες ανάγκες του Μοναστηριού, σε ένα χωριό που ονομάζεται Βουλγαρίνη, πιάστηκε από μερικούς Αγαρηνούς και παραδόθηκε στον εξουσιαστή της Λάρισας, στον οποίο ανέφεραν ότι εμποδίζει τους Χριστιανούς να μην πουλάν και να μην αγοράζουν την Κυριακή, και τους διδάσκει να μένουν σταθεροί στην πίστη του Χριστού. Τότε ο εξουσιαστής πρόσταξε να τον δείρουν άγρια, να του βάλουν βαριές αλυσίδες στον τράχηλο και τα πόδια και να τον ρίξουν στη φυλακή. Και δεκαπέντε μέρες τον βασάνιζε με σκληρά και διάφορα βασανιστήρια, και πότε με φοβέρες, πότε με κολακείες και ταξίματα τον παρακινούσε να αρνηθεί την πίστη του Χριστού. Κι αφού δεν μπορούσε να τον μεταπείσει σε αυτό, αλλά βλέποντάς τον μάλιστα να ελέγχει με γενναιότητα τη θρησκεία και τον προφήτη τους, και με πολλή παρρησία κήρυττε τον Χριστό αληθινό Θεό, και πως είναι πρόθυμος να υπομείνει για την αγάπη του μύρια βάσανα, άναψε ολόκληρος από θυμό και αμέσως προστάζει να θανατωθεί πρώτα με τη φούρκα, κι έπειτα να ριχτεί στη φωτιά. Παίρνοντάς τον λοιπόν οι δήμιοι τον κρέμασαν. Επειδή όμως ένας από αυτούς χτύπησε τον Μάρτυρα στο κεφάλι με ένα τσεκούρι, κόπηκε το σκοινί και έπεσε ο Μάρτυρας στη γη μισοπεθαμένος. Κι εκείνοι παίρνοντάς τον ακόμα ζωντανό, τον έριξαν στη φωτιά και τη στάχτη του την έριξαν στον ποταμό Πηνειό, και έτσι έλαβε ο μακάριος Οσιομάρτυρας Δαμιανός τον στέφανο του Μαρτυρίου. Με τις πρεσβείες του μακάρι να γλυτώσουμε κι εμείς από τις παγίδες του εχθρού και να αξιωθούμε τη Βασιλεία των ουρανών. Αμήν.
Απόδοση στα νέα Ελληνικά από τον Συναξαριστή Νεομαρτύρων
των Εκδόσεων  Ορθοδόξου Κυψέλης

Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος

Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

Ο Άγιος νεομάρτυς και μεγαλομάρτυς Κωνσταντίνος ο Υδραίος


Μαρτύρησε στη Ρόδο στις 14 Νοεμβρίου 1800
Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από την νήσο Ύδρα. Οι γονείς του ονομάζονταν Μιχαλάκης και Μαρίνα. Η Ύδρα είναι άγονο νησί γι’ αυτό και οι κάτοικοί της ασχολήθηκαν με τη ναυτιλία. Έτσι ο άγιος σε ηλικία δεκαοχτώ ετών βρέθηκε στη Ρόδο. Εκεί συναναστρεφόταν τον πασά της Ρόδου Χασάν, ένα εξωμότη Γεωργιανό. Ο πασάς πρόσεξε την εξυπνάδα και τον καλό χαρακτήρα του νεαρού Υδραίου και έβαλε όλη του την τέχνη να τον εξισλαμίσει.Τελικά τον κατάφερε ο μιαρός με κολακείες και πολλά δώρα. Για τρία χρόνια έμεινε στο Ισλάμ, στην υπηρεσία του πασά, με πολλές δόξες και τιμές, όμως δοκίμαζε την απόρριψη από τους άλλους Χριστιανούς και το σπουδαιότερο της μητέρας του, η οποία όταν κάποτε ο Κωνσταντίνος επισκέφτηκε την Ύδρα δεν του άνοιξε καν την πόρτα του σπιτιού λέγοντάς του ότι δεν τον αναγνωρίζει για παιδί της.
Άρχισε όμως η συνείδησή του να τον ελέγχει ακατάπαυστα με αποτέλεσμα να θρηνεί για το μεγάλο κακό που είχε πάθει. Τελικά πήγε σε κάποιο πνευματικό και εξομολογήθηκε. Όσα χρήματα έπαιρνε τα μοίραζε στους φτωχούς. Ποθούσε δε να παρουσιαστεί και να ομολογήσει τον Χριστό μπροστά στον πασά αλλά ο πνευματικός του τον απέτρεπε επειδή φοβόταν μήπως δειλιάσει λόγω της νεαρής του ηλικίας. Έτσι τον συμβούλεψε να φύγει και να πάει σε άλλο τόπο ώσπου να ανδρωθεί, να σκληραγωγηθεί και τότε να παρουσιαστεί για ομολογία. Υπακούοντας στον πνευματικό έφυγε και πήγε στην Κωνσταντινούπολη. Αναζήτησε έμπειρο πνευματικό στο Πατριαρχείο όπου με συντετριμμένη καρδιά και θερμή κατάνυξη εξομολογήθηκε την άρνησή του και τον πόθο του για μαρτύριο. Ο πνευματικός τον παρουσίασε στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε’ ο οποίος τον νουθέτησε πατρικά και τον έστειλε στο Άγιο Όρος για να αρματωθεί πνευματικά με τις ευχές των αγιορειτών Πατέρων Στη Μονή Ιβήρων συνδέθηκε με τον περίφημο και κοινό πνευματικό του Όρους παπα Σέργιο της Σκήτης των Ιβήρων. Είχε δε μεγάλη ευλάβεια στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου την Πορταΐτισσα, την οποία παρακαλούσε να τον ενισχύσει για να υπομείνει το μαρτύριο για χάρη του Υιού της. Οι Πατέρες της Μονής προσπαθούσαν να τον εμποδίσουν εκείνος όμως είχε τόσο μεγάλο πόθο για το μαρτύριο που κυριολεκτικά φλεγόταν. Τελικά με τις ευχές των Πατέρων αναχώρησε για τη Ρόδο όπου είχε εξωμόσει. Φθάνοντας στη Ρόδο και πάλι εξομολογήθηκε σε ένα πνευματικό τον σκοπό του. Εκείνος προσπάθησε να τον εμποδίσει φοβούμενος την έκβαση. Το ίδιο έκαναν και άλλοι Χριστιανοί. Εκείνος όμως όσο εμποδιζόταν τόσα περισσότερο ποθούσε να μαρτυρήσει. Έτσι μετά από προσευχή ξεκίνησε για τον αγώνα του.
Πήγε μόνος του και παρουσιάστηκε στον πασά και τον χαιρέτησε. Ο πασάς αρχικά δεν τον γνώρισε διότι ο άγιος φορούσε ράσο και αγιορείτικο σκούφο. Ο άγιος του θύμισε:
Εγώ είμαι εκείνος ο Κωνσταντίνος που τον έπεισες να αρνηθεί τον Χριστό και να πιστέψει στον Μωάμεθ.
Ο πασάς του απάντησε :
Εγώ δεν σε γνωρίζω ποιος είσαι, γιατί είσαι καλόγερος. Αλλά εάν είσαι δικός μου γιατί φοράς αυτό το μαύρο ρούχο που δεν είναι της θρησκείας μας; Ο δικός μας νόμος λέει να φοράμε άσπρα ενδύματα και λαμπρά, για να ξεχωρίζουμε από τους Χριστιανούς. Βγάλτα λοιπόν αυτά τα καταφρονεμένα μαύρα που φοράς κι εγώ θα σε ντύσω με άσπρα και λαμπρά και θα σου δώσω κι όσα χρήματα χρειάζεσαι για να απολαμβάνεις τον κόσμο και να χαίρεσαι μαζί μου και οι Χριστιανοί να σε φοβούνται και να σε προσκυνούν.
Ο Άγιος τότε με πολύ θάρρος του αποκρίθηκε:
Έλα κι εσύ, ηγεμόνα, να πιστέψεις και να ομολογήσεις τον Χριστό Θεό αληθινό, να σε φωτίσει να δεις το αληθινό φως, να κερδίσεις την Βασιλεία των Ουρανών. Να δεις τα καλά του Παραδείσου, να χαίρεσαι και να ευφραίνεσαι μ’ όλους τους αγγέλους και τους αγίους.
Ποιος σου έμαθε όλες τις φλυαρίες αυτές , του λέγει ο πασάς. Εγώ σ’ έκαμα γιο μου, να σε παντρέψω, να με κληρονομήσεις κι εσύ τα περιφρόνησες όλα αυτά κι έγινες καλόγερος;
Τότε ο πασάς διέταξε να ρίξουν τον Άγιο στη φυλακή και αγανακτισμένος κλείστηκε στο χαρέμι του από το κακό του και μετά τρεις ημέρες, πυρ και μανία κατά του μάρτυρος, ζήτησε να τον φέρουν μπροστά του. Τον ρώτησε :
Τι ήταν αυτά τα λόγια που τόλμησες προχτές να πεις εναντίον μου;
Σου είπα, του απάντησε ο μάρτυς, να πιστέψεις στον Χριστό, γιατί η δική σας πίστη είναι βρώμικη και ψεύτικη. Πιστεύετε σ’ ένα ψεύτη που δεν έκανε κανένα θαύμα ούτε δίδαξε καμιά αλήθεια και κανένα καλό παρά μόνο μυθολογίες, κακίες και διαφθορά. Κι εσείς τον ακολουθείτε ως προφήτη γι’ αυτό θα πάτε μαζί του στην κόλαση και θα κατακαίεστε μαζί με τους αδελφούς σας τους δαίμονες. Έλα λοιπόν να γίνεις Χριστιανός, για να χαίρεσαι αιώνια στον Παράδεισο.
Τότε διέταξε ο πασάς να τον δείρουν, να του ξεριζώσουν τις τρίχες της κεφαλής του , να του ξεσκίσουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια και να του σπάσουν τα σαγόνια με πέτρες για να μάθει να μιλάει καλύτερα στους ηγεμόνες. Οι στρατιώτες τον άρπαξαν και με πολύ μίσος εκτελούσαν την εντολή του κυρίου τους, φτύνοντάς τον στο πρόσωπο και βρίζοντάς τον ενώ συγχρόνως τον ειρωνεύονταν: Ας έλθει ο Χριστός σου, να σε σώσει από τα χέρια μας.
Ο άγιος τα υπέμεινε όλα αυτά λέγοντας Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου. Τέλος μισοπεθαμένο τον έριξαν στη φυλακή δεμένο με βαριές αλυσίδες στα πόδια και το λαιμό.
Την άλλη μέρα τον έφεραν πάλι μπροστά στον δικαστή.
Μετανόησες για τις χτεσινές σου φλυαρίες, Χασάνη; τον ρώτησε ο πασάς.
Εγώ δεν είμαι Χασάνης αλλά είμαι Χριστιανός, Κωνσταντίνος το όνομά μου και δεν λέω φλυαρίες αλλά πιστεύω και ομολογώ Πατέρα Υιό και Άγιο Πνεύμα, τρία Πρόσωπα, ένα Θεό αληθινό. Τούτον προσκυνώ, τούτον δοξάζω, την δε θρησκεία σας αναθεματίζω.
Τότε οι στρατιώτες, με διαταγή του πασά, του έδωσαν πεντακόσιους ραβδισμούς στη ράχη και πεντακόσιους στα πόδια, τόσο που έπεσαν τα νύχια των ποδιών του και το αίμα έτρεχε ποτάμι.
Νομίζοντας ότι πέθανε τον σήκωσαν αναίσθητο και τον πέταξαν στη φυλακή. Εκεί ο τρισμακάριστος αξιώθηκε θείας αντιλήψεως. Ο ίδιος ο Χριστός παρουσιάστηκε και θεράπευσε τις πληγές του και τον απεκατέστησε υγιή. Μετά από τρεις ημέρες τον οδήγησαν πάλι στον πασά.
Σου άρεσε, Χασάνη, αυτό που σου έκανα; τον ρώτησε ο πασάς. Έλα το γρηγορότερο στην πίστη μας, για να σου χαρίσω όσα σου έταξα.
Ξέρεις πολύ καλά, πασά, πριν από λίγες μέρες τι βασανιστήρια μου έκανες. Που είναι τώρα εκείνες οι πληγές; βλέπεις κανένα σημάδι; Κοίταξε, λείπει κανένα μου νύχι; Ο Δεσπότης μου Χριστός με επισκέφτηκε στη φυλακή και με θεράπευσε ως αληθινός Θεός που είναι. Αυτόν προσκυνώ και λατρεύω, τον δε δικό σας Μωάμεθ αποστρέφομαι γιατί είναι διεφθαρμένος και όποιος τον ακολουθεί πάει μαζί του στην κόλαση.
Πίστεψε λοιπόν στον Χριστό, όπως πιστεύουν μέχρι τώρα και οι δικοί σου γονείς.
Ο πασάς διέταξε να τον βάλουν πάλι στη φυλακή και τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο, το λεγόμενο τουμπρούκι. Εκείνες τις ημέρες φυλάκισαν δύο ιερείς από το χωριό Σορόνι , κάποιους Χριστιανούς και Τούρκους. Μια νύχτα, θέλοντας ο Χριστός να δοξάσει τον μάρτυρά Του και προ του τέλους, έστειλε μέσα στο βαθύ σκοτάδι της νύχτας και έλαμψε φως μέγα και ο Άγιος λύθηκε θαυματουργικά από τις αλυσίδες και το τουμπρούκι. Στάθηκε δε και προσευχόταν προς την Ανατολή. Το ίδιο έκαναν και οι ιερείς και οι Χριστιανοί , οι δε Τούρκοι φώναζαν αλλάχ αλλάχ, διότι όλοι έβλεπαν το εξαίσιο εκείνο φως. Το ουράνιο αυτό φως είδαν και έξω από τη φυλακή οι φρουροί και έτρεξαν νομίζοντας πως η φυλακή έπιασε φωτιά. Όταν οι φρουροί πληροφορήθηκαν το γεγονός , το ανέφεραν στον πασά. Εκείνος τους είπε να μη το ανακοινώσουν γιατί είναι εις βάρος της θρησκείας τους. Παρομοίως φοβέρισε και τους αυτόπτες φυλακισμένους.
Από τότε δεν τον έφερε μπροστά του πάλι ο πασάς αλλά τον βασάνιζαν οι υπηρέτες της πλάνης μέσα στη φυλακή. Ένας ιμάμης μια μέρα σήκωσε το μιαρό του χέρι να τον χαστουκίσει και αμέσως το χέρι του έγινε κατάμαυρο. Από τότε κανείς δεν τολμούσε να τον πειράξει. Έμεινε στη φυλακή πέντε μήνες ταλαιπωρούμενος από την πείνα, την δίψα, τη βρωμιά, τις ψείρες και την όλη δυστυχία της φυλακής. Μόνο ένας ευλαβής Χριστιανός τον επισκεπτόταν και του έφερνε την Θεία Κοινωνία. Ο πασάς φοβόταν να εκτελέσει τον Άγιο εξαιτίας της μεγάλης επιρροής των Υδραίων στον αρχιναύαρχο του στόλου του Αιγαίου.
Έγραψε σε κάποιον επιφανή Υδραίο ζητώντας τη γνώμη του για την υπόθεση. Ο Άγιος, μαθαίνοντάς το μέσα από τη φυλακή, του έγραψε κι εκείνος ζητώντας να μη τον υποστηρίξει αλλά, αν αγαπάει τον συμπατριώτη του, να τον αφήσει να πεθάνει για την αγάπη του Χριστού. Έτσι ο καπετάν Γιώργης απάντησε στον πασά να τον κάνει ό,τι θέλει.
Κάποια μέρα ο πασάς τον έβγαλε από τη φυλακή και τον διέταξε να μεταφέρει πέτρες. Σε μια στιγμή ο Άγιος προσποιήθηκε πως δραπετεύει για να τον αναγκάσει να τον θανατώσει. Ένας χριστιανομάχος παραστεκόμενος του πασά τον έπιασε και τον χτυπούσε με μανία με τη μαχαίρα του σε όλο του το σώμα .Και πάλι τον έκλεισαν στη φυλακή.
Αφού απηύδησε ο ηγεμόνας να παιδεύει μάταια τον αθλητή του Χριστού, τον έφερε μπροστά του, τελευταία φορά, και τον ρώτησε αν αρνείται τον Χριστό. Ο Άγιος του απάντησε:
Σου είπα ότι Χριστιανός είμαι και τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι ακόμη κι αν κατακόψεις σε μύρια κομμάτια. Κάμε λοιπόν ό,τι θέλεις μια ώρα αρχύτερα γιατί ο Κύριος με προσμένει.
Προγνωρίζοντας ο Άγιος τον θάνατό του ζήτησε από εκείνον τον ευλογημένο Χριστιανό να του φέρει τα Άχραντα Μυστήρια. Πράγματι, χαράματα της Τετάρτης , 14 Νοεμβρίου, τον στραγγάλισαν μέσα στη φυλακή.
Μετά το μαρτύριο του Αγίου, ο Τούρκος που τον έπνιξε βρήκε κακό θάνατο. Χτυπήθηκε εκεί που κοιμόταν από αστροπελέκι, το οποίο κατέκαυσε αυτόν ενώ οι άλλοι που ήσαν δίπλα του έμειναν αβλαβείς.
Το πρωί έδωσε την άδεια ο πασάς στους Χριστιανούς να τον θάψουν. Το άγιο λείψανό του ενταφιάστηκε στον ναό της Υπεραγίας Θεοτόκου στο Βαρούσι.
Πλήθος θαύματα ακολούθησαν. Όποιος πήγαινε και προσκυνούσε τον τάφο του μάρτυρος θεραπευόταν δι’ αυτού, με την χάρη του Θεού, από οποιοδήποτε νόσημα ασθενούσε.
Η μητέρα του, η οποία ζούσε και έμαθε για το μαρτύριο του γιου της και δόξαζε τον Θεό, πήγε η ίδια στη Ρόδο, όπου έκανε την ανακομιδή των ιερών του λειψάνων, τα οποία μετέφερε στην Ύδρα.
πηγή:http://vatopaidi.wordpress.com/Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 26 Ιουνίου 2012

Ο Νεομάρτυς χατζή- Θεόδωρος



Στις 30 Ιανουαρίου 1784,
Μαρτύρησε ο χατζή-Θεόδωρος στη Μυτιλήνη.

Ο Θεόδωρος μαρτυρήσας προφρόνως,
Και προφρόνως δέδεκται άφθαρτον στέφος.
Αυτός ο μακάριος ήταν από τη Μυτιλήνη και είχε γυναίκα και παιδιά. Κι αφού θύμωσε για κάποια περίσταση που του έτυχε, αρνήθηκε – αλίμονο! -  τον Χριστό και δέχτηκε τον μωαμεθανισμό.
Αφού λοιπόν κάποτε καθάρισε ο νους του και ήρθε στον εαυτό του, μετανόησε για το κακό που έπαθε. Κι έτσι αναχώρησε από εκεί και κατέφυγε στο Άγιο ¨Όρος.  Εκεί, αφού πέρασε αρκετό καιρό, εξομολογήθηκε την αμαρτία του και κάνοντας τον πρέποντα κανόνα χρίστηκε με το Άγιο Μύρο και μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια, και έτσι δυναμωμένος επέστρεψε στην πατρίδα του και με ευχή και οδηγίες του πνευματικού του πατέρα, πήγε στον δικαστή και τον ρωτά: «Αν ίσως αδικηθεί κάποιος, ή ξεγελαστεί, μπορεί να βρει πάλι το δίκαιό του;». του απαντά ο δικαστής «βέβαια μπορεί». Και ο Μάρτυρας του λέει: «εγώ είχα την πίστη μου, που είναι ένα καλό και άδολο μάλαμα, και αφού σκοτίστηκε το μυαλό μου από τον διάβολο, ξεγελάστηκα και την άφησα και πήρα την δική σας για καλύτερη. Τώρα όμως ήρθα στα συγκαλά μου και βλέπω ότι η δική μου πίστη είναι το καλό μάλαμα και η δικιά σας είναι το μπακίρι». Και με τα λόγια του αυτά, βγάζει το σαρίκι που φορούσε, το ρίχνει μπροστά στον δικαστή και φοράει έναν μαύρο σκούφο που κρατούσε στον κόλπο του.
Ο δικαστής του λέει: «Βρε τρελέ, τι κάνεις; Έχασες το νου σου;». Και ο Μάρτυρας απαντάει «όχι, αλλά ήρθα στον εαυτό μου με όλη μου τη γνώση.». κι ο δικαστής του έλεγε τα ίδια πολλές φορές, και ο Μάρτυρας του έλεγε ότι «είμαι στον εαυτό μου και μιλάω πολύ καλά». Τότε ο δικαστής πρόσταξε και τον φυλάκισαν και ξανά και ξανά τον έφερνε στο δικαστήριο και δοκίμαζε με πολλούς τρόπους να τον επιστρέψει στη θρησκεία του. Βλέποντας όμως αυτόν να είναι σταθερός στην πίστη του Χριστού και ασάλευτος, αποφάσισε να τον θανατώσει και έτσι τον έστειλε στον Ναζίρη Ομέρ αγά, όπως ονομάζονταν, ο οποίος δοκίμασε πολλές κολακείες και υποσχέσεις για να του αλλάξει τη γνώμη. Αλλά ο Μάρτυρας σε όλα αυτά τίποτε άλλο δεν απαντούσε, παρά μόνο ότι «γελάστηκα, πρόδωσα την πίστη μου, το καλό μάλαμα, και πήρα την δική σας, το μπακίρι.
Τώρα ήρθα στον εαυτό μου, κατάλαβα το λάθος μου και για αυτό ομολογώ ότι είμαι Χριστιανός, Θεόδωρος το όνομά μου». Παίρνοντάς τον λοιπόν οι υπεύθυνοι υπηρέτες, τον έδειραν αλύπητα και τον χτύπησαν με μαχαίρι στον μηρό και αφού τον γκρέμισαν από τη σκάλα του σαραγιού, ξεκίνησαν να τον πάνε στον τόπο της καταδίκης χωρίς να αντιμιλήσει καθόλου, αλλά έχοντας μάλιστα ο ευλογημένος φαιδρό και χαρούμενο πρόσωπο, συνομιλούσε με εκείνους που επρόκειτο να τον σκοτώσουν, με τέτοιο τρόπο, σαν να μην ήταν για αυτόν ο θάνατος θάνατος, αλλά ζωή.
Έπειτα του λένε «τώρα θα σε κρεμάσουν» κι ο Μάρτυρας τους λέει με χαρά «και που είναι το σκοινί»; Οι δήμιοι του έδωσαν το σκοινί και αυτός το πήρε και το φίλησε και αφού το έβαλε στο λαιμό του, τους λέει «πηγαίνετέ με τώρα όπου θέλετε». Και αφού τον πήραν τον πήγαν στον τόπο της καταδίκης, που λέγεται παρμάκ καπί. Και μπροστά φώναζε ο τελάλης ότι όποιος αρνείται την πίστη του, αυτά παθαίνει.
Αφού λοιπόν προσευχήθηκε ο Μάρτυρας και ζήτησε συγχώρεση από όλους τους Χριστιανούς που βρέθηκαν εκεί, ανέβηκε μόνος του σε μια ψηλή πέτρα και παραδίνοντας τον εαυτό του στους δήμιους έλαβε ο μακάριος τον στέφανο του Μαρτυρίου. Το τίμιό του λείψανο το έριξαν στη θάλασσα, αλλά μετά από μέρες η θάλασσα το έβγαλε έξω. Έτσι οι Χριστιανοί πήραν άδεια από τον δικαστή και το ενταφίασαν με τιμές στο Ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, έξω στον Μόθονα. Και ενώ αργότερα το αναζήτησαν, δεν έχει βρεθεί ως σήμερα. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε.
Απόδοση στα νέα Ελληνικά από τον Συναξαριστή Νεομαρτύρων
των Εκδόσεων  Ορθοδόξου Κυψέλης

Γεώργιος Τέζας - Φιλόλογος
Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου

Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης o Βλάχος (12 Μαΐου 1662)

Ο Άγιος Νεομάρτυς Ιωάννης καταγόταν από την Βλαχία , γι’ αυτό και ονομάζεται Βλάχος.

Βλαχία εννοούμε μία από τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, Μολδαβία και Βλαχία. Την εποχή εκείνη ο Βοεβόδας ( ηγεμόνας) Μίχνα επανεστάτησε εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας λόγω της βαριάς φορολογίας. Ο Σουλτάνος όμως έστειλε τους συμμάχους του Τατάρους μαζί με τον δικό του στρατό και κατέστειλαν την επανάσταση. Ο Βοεβόδας έφυγε και οι Τούρκοι με τους Τατάρους κατέστρεψαν τα πάντα και πήραν σκλάβους πλήθος ανδρών και γυναικών.

Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ο Άγιος Ιωάννης. Ένα όμορφο αγόρι , ηλικίας 15 ετών, από αρχοντική γενιά. Βλέποντάς τον κάποιος στρατιώτης Τούρκος τον αγόρασε με σκοπό να κοιμάται μαζί του. Ο άγιος αντέδρασε και δεν δεχόταν να εκπληρώσει την επιθυμία του κυρίου του. Για να πετύχει τον σκοπό του ο Τούρκος στρατιώτης τον έδεσε σε ένα δέντρο και τον υπέβαλε στους έσχατους εξευτελισμούς. Μη μπορώντας να αντέξει την καταισχύνη ο Ιωάννης βρήκε ευκαιρία και σκότωσε τον αφέντη του. Τον συνέλαβαν οι συστρατιώτες του κυρίου του, τον έδεσαν και τον πήγαν στην Πόλη, στη σύζυγο του σκοτωμένου στρατιώτη. Εκείνη , με τη σειρά της, τον παρέδωσε στον βεζίρη, στον οποίο ο άγιος ομολόγησε την αλήθεια. Ο βεζίρης τον έδωσε πίσω στη γυναίκα να τον κάνει ό,τι θέλει. Η κυρία , βλέποντάς τον τόσο όμορφο, προσπαθούσε με ποικίλους τρόπους να τον πείσει να γίνει μουσουλμάνος και να τον παντρευτεί. Του υποσχόταν μάλιστα ολόκληρη την περιουσία της και διάφορες τιμές. Όταν ο άγιος τ’ άκουσε όλα αυτά έκανε το σημείο του σταυρού και παρακαλούσε τον Χριστό να τον κρατάει σταθερό στην πίστη.

Αφού αρνήθηκε τις προτάσεις της κυρίας του, εκείνη τον παρέδωσε στον έπαρχο, ο οποίος , με τη σειρά του, τον έκλεισε στη φυλακή και διέταξε να τον βασανίσουν.

Του έκαναν φριχτά βασανιστήρια, τα οποία δεν αναφέρονται στο συναξάρι. Αναφέρεται μόνο η παρατήρηση ότι και να τα σκεφτεί ο άνθρωπος φρίττει. Κατά τα βασανιστήρια δεν παρέλειπε η άσεμνη εκείνη γυναίκα να πηγαίνει κάθε μέρα στη φυλακή και να τον προτρέπει σε εξωμοσία με σκοπό τον γάμο μαζί της.

Αντιλαμβανόμενος τελικά ο βεζίρης πως ο άγιος παρέμενε σταθερός στην πίστη του Χριστού και αντιστεκόταν γενναία σε όλες τις επιθέσεις και του πόνου και της ηδονής διέταξε την εκτέλεσή του.

Τον απαγχόνισαν στο Παρμάκ Καπί κοντά στο Μπεζεστένι ( κλειστή αγορά) και έτσι έλαβε ο μακάριος τον στέφανο της αθλήσεως από το χέρι του αθλοθέτου Κυρίου.


http://vatopaidi.wordpress.com
Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Οσιομάρτυς Αντώνιος Καρεώτης (†1516)



 Γεννήθηκε στην Ουκρανία και στο άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Ονούφριος. Στη νεότητά του παρασύρθηκε κι έφθασε να διαπράξει φόνο. Σύντομα μετανόησε ειλικρινά και θέλησε να μονάσει. Οδηγήθηκε προς τούτο στη μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στο Σούπρασλ, στην υπακοή του ιερομονάχου Παφνουτίου Σέγκεν (†1510), από τον οποίο εκάρη μοναχός και ονομάσθηκε Αντώνιος.
Η μνήμη όμως της μεγάλης του αμαρτίας δεν τον αφήνει να ησυχάσει. Έτσι αποφασίζει να μεταβεί στο Άγιον Όρος με απώτερο σκοπό να μαρτυρήσει. Κατά τον βιογράφο του κατοίκησε στο Κελλί του Αγίου Σάββα των Σέρβων στις Καρυές, γνωστό ως Τυπικαριό. Εκεί αγωνιζόμενος αυστηρά δεν έπαυε να επιποθεί το μαρτύριο προς εξάλειψι των αμαρτιών του. Αναχωρεί προς τον σκοπό αυτό για τη Θεσσαλονίκη. Εισέρχεται στο ναό της Παναγίας της Αχειροποιήτου, όπου οι Τούρκοι τον είχαν μετατρέψει σε τζαμί. Κάνει το σταυρό του και εκεί προσευχόμενοι μουσουλμάνοι εξοργίζονται, τον συλλαμβάνουν και τον βασανίζουν φρικτά. Τον οδηγούν στον διοικητή της πόλεως, ο οποίος προσπάθησε να τον μεταπείσει δίχως αποτέλεσμα. Τελικά οδηγήθηκε στον διά πυράς θάνατο. Οι Τούρκοι σκόρπισαν και τη στάχτη του στον αέρα, για να μην την παραλάβουν και την τιμήσουν οι χριστιανοί.
Το μαρτύριό του τοποθετείται στις 4.2.1516, ημέρα και της μνήμης του412.
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ
ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ

Το αλίευσα ΕΔΩ

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Ο Άγιος Πολύδωρος

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΕΚ ΚΥΠΡΟΥ

Εξωμότης
       Ο Πολύδωρος καταγόταν από την Κύπρο και μάλιστα από την Λευκωσία. Ο πατέρας του ωνομαζόταν Λουκάς και η μητέρα του Λουρδανώ.
       Αφού έμαθε γράμματα, ασχολήθηκε με το εμπόριο και έκανε πολλά ταξίδια. Ιδίως στην Αίγυπτο.
       Το 1793 ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο έτυχε να προσκληθή από ένα αρνησίχριστο Κιεσίφη Ζακύνθιο και να γίνη γραμματικός του.
       Κάποια μέρα ήταν σε γλέντι μαζί με τον Κιεσίφη και παρασυρόμενος μέθυσε. Αποτέλεσμα ήταν να αρνηθή την πίστι του και να δεχθή τον Μωαμεθανισμό.

Μετάνοια
       Ο Πολύδωρος όμως ήταν άνθρωπος με αγαθή διάθεσι, γι' αυτό, όταν κατάλαβε το σφάλμα του, μετανόησε και μόλις βρήκε ευκαιρία πήγε στην Βηρυττό στον Αρχιερέα και εξωμολογήθηκε την αμαρτία του. Ο Αρχιερέας τον συγχώρησε και τον έστειλε σ' ένα μοναστήρι στον Λίβανο, για να μείνη την Μεγάλη Τεσσαρακοστή και μετά το Πάσχα να τον μυρώση. Αλλά επειδή κινδύνευσε εξ αιτίας του ο Αρχιερέας, ο Πολύδωρος έφυγε και πήγε στο Άκρι (Πτολεμαΐδα) για να κάνη την ομολο­γία του. Εκεί βρήκε τα πράγματα αντίθετα και σαν άκουσε ότι πρέπει να κάμη την ομολογία πίστεως εκεί όπου έκαμε την άρνησι, έφυγε πάλι για την Αίγυπτο.
       Αλλά στο δρόμο εμποδίστηκε από τρικυμία και βγήκε στη Γιάφα, από εκεί με ένα Σάμιο πλοίο έφτασε στη Χίο, αλλά και εδώ εμποδίσθηκε να κάμη ομολογία.
       Έπειτα από μερικές μέρες πήγε στη Σμύρνη. Οι εκεί Χριστιανοί όμως του είπαν να φύγη, γιατί οι Τούρκοι της περιοχής ήταν εξαγριωμένοι κατά των Χριστιανών, γιατί είχε αρνηθή εκείνες τις ημέρες τον Μωαμεθανισμό και είχε μαρτυρήσει κάποιος δερβίσης, έτσι μια νέα άρνησι θα ήταν κίνδυνος για τους Χριστιανούς.
       Ο Πολύδωρος έπειτα από όλες αυτές τις άκαρπες προσπάθειες γύρισε πάλι στη Χίο. Εκεί συνάντησε κάποιο πνευματικό πατέρα, που του έδωσε μια σοβαρή συμβουλή. Τον συμβούλευσε να οπλισθή με πνευματικά όπλα, διότι επρόκειτο για την πίστι του ν' αντιμετωπίση την εξουσία.
       Άρχισε, λοιπόν, ν' αγωνίζεται με νηστείες, προσευχές και παρακλήσεις στην Θεοτόκο. Είχε πλέον πλήρως συναισθανθή το σφάλμα του και με δάκρυα ζητούσε την θεία άφεσι.
       Έπειτα από σαράντα μέρες άσκησι έκαμε την ομολογία του και χρίσθηκε με το Άγιο Μύρο κοινωνώντας και των Αχράντων Μυστηρίων.

Στον κριτή
       Συνοδευόμενος από ένα άλλο ζηλωτή της πίστεως ήλθε στην Νέα Έφεσο με μοναδικό σκοπό να δώση τη ζωή του στο Χριστό με μαρτύριο. Ο διάβολος φυσικά με πολλές σκέψεις προσπαθούσε να τον αποτρέψη, αλλά ο Πολύδωρος με πολλή προσπάθεια και προσευχή νικούσε.
Ήταν η πρώτη Σεπτεμβρίου όταν πήγε στον μουφτή1 και του λέγει:
        - Εγώ, αφέντη, αγόρασα δυο πιστόλες. Η μια είναι πολύ καλή και στέρεα, η δε άλλη είναι ελαττωματική και τα στολίδια που έχει απ' έξω, για να φαίνεται ωραία, τα δοκίμασα και είναι κίβδηλα. Γι' αυτό δεν την θέλω, αλλά νομίζω ότι είναι νόμιμο να την δώσω πίσω. Εσύ τί λες αφέντη;
        - Ναι, είναι νόμιμο, απάντησε ο μουφτής.
        - Δος μου φετφά2, του λέγει ο Πολύδωρος.
Ο μουφτής του δίνει τον φετφά και ο Άγιος φεύγει για να συναντήση τον κριτή.
        - Έχω μια υπόθεσι, του λέγει.
        - Ποια υπόθεσι; ρωτά ο κριτής.
Ο Πολύδωρος του διηγείται τότε την υπόθεσι της πιστόλας.
Ο κριτής τον ξαναρωτά:
        - Ποιος είναι ο αντίδικός σου;
        - Εσύ είσαι ο αντίδικός μου, του λέγει ο Πολύδωρος.
        - Τί σου έκαμα; ρωτά έκπληκτος ο κριτής. Εγώ άλλη φορά δεν σε είδα.
        - Σήμερα, είναι δέκα χρόνια, που με γέλασες και με έκανες ν' αρνηθώ την πίστι μου και μου έδωσες την δική σου, κάνοντάς με Τούρκο. Εγώ έφυγα από 'δω μακριά και άνοιξαν τα μάτια μου και είδα ότι έσφαλα αφήνοντας την πίστι μου. Τώρα ήλθα να σου δώσω πίσω την σφραγίδα που μου έδωσες και να πεθάνω Χριστιανός.
        - Εγώ δεν σε γνωρίζω, ούτε σε είδα άλλη φορά, απάντησε ο κριτής. Πώς λες, ότι εγώ σε  έκανα Τούρκο;
Ο Μάρτυρας τότε αποκρίθηκε:
        - Ναι, δεν με είδες άλλη φορά, αλλά εδώ που τώρα κάθεσαι συ, καθόταν άλλος προηγουμένως, ίδιος στο αξίωμα με σένα, γι' αυτό θεωρώ ότι συ με έκανες τέτοιον.
Του λέγει τότε ο κριτής:
        - Παιδί μου, αφού θέλης να είσαι άπιστος, πήγαινε όπου θέλεις και ζήσε όπως θέλεις. Γίνε Φράγκος, Αρμένιος, ό,τι σ' αρέσει. Κράτησε όποια θρησκεία είχες.
        - Χριστιανός θέλω να είμαι, αποκρίθηκε ο Πολύδωρος.
        - Καλά, κάμε ό,τι θέλεις, του λέγει ο κριτής.
Και ο μάρτυρας:
         - Τούτο το σημείο, που έβαλες πάνω μου δεν μπορώ να το βλέπω και ήρθα να σου το επιστρέφω.
Λέγοντας σημείο ο Πολύδωρος εννοούσε την περιτομή.
Ο κριτής έκπληκτος απαντά:
         - Μήπως έχασες το νου σου;
         - Όχι, εγώ το νου μου τον έχω και ξέρω τι ζητώ.
        Άρχισε έπειτα από τον διάλογο ο κριτής να τον έρωτα για την καταγωγή του, για τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο, που αρνήθηκε την πίστι του και έγινε Μωαμεθανός. Κατά την συνομιλία άλλοτε τον κολάκευε και άλλοτε τον απειλούσε με βασανιστήρια, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον μεταπείση.
       Αλλά ο γενναίος στρατιώτης του Χριστού μιλούσε με παρρησία και τόνιζε την απόφασί του, ότι αρνείται τον Μωαμεθανισμό και ότι τα βασανιστήρια καθόλου δεν τον τρομάζουν. Ο κριτής σκληρύνθηκε από την στάσι του Πολυδώρου και διέταξε να τον φυλακίσουν.
       Στο μεταξύ ο κριτής παρήγγειλε στο μουφτή ότι δεν έπρεπε να δώση τέτοιο φετφά, γιατί τους ντρόπιαζε και τους ταπείνωνε.
       Στη φυλακή του μάρτυρα ήταν κι ένας νέος, που επρόκειτο να αποφυλακισθή. Σ' αυτόν έδωσε ο Μάρτυρας το σταυρό του, για να μην τον καταπατήσουν οι αλλόπιστοι και λίγα χρήματα, που είχε πάνω του, λέγοντας:
        - Δος τα αυτά στους ιερείς και πες τους να παρακαλούν τον Θεό να με στηρίξη.
        Την άλλη μέρα τον έβγαλαν και τον έστησαν εμπρός σ' όλους τους εκπροσώπους της εξουσίας, μουφτή, Εμίρ εφέντη, Βοϊθόδα κι άλλους.
        Τον ρωτούν, λοιπόν, πρώτα αν σκέφθηκε σοβαρά και μετανόησε, κι ο μάρτυρας απαντά:
        - Εγώ και καλά σκέφτηκα και τον νου μου τον έχω. Ζητώ και διψώ τον εσταυρωμένο Ιησού Χριστό και δεν τον αρνούμαι ποτέ πια.
Όλοι μαζί οι Τούρκοι επίσημοι τότε του είπαν:
         - Αφού θέλης να είσαι άπιστος, φύγε και πήγαινε όπου θέλεις, δεν σε εμποδίζει κανείς.
       Αλλά ο μάρτυρας ζητούσα να επιστρέψη την σφραγίδα. Εκείνοι του έλεγαν να σκεφθή καλά, αλλά ο Άγιος ετόνιζε ότι δεν φοβάται τον θάνατο και θέλει να μάχεται για την ευσέβεια και όχι για την ασέβεια (αυτά δε τα λόγια τα είπε σε αραβική γλώσσα). 0ι Τούρκοι απόρησαν και του επρότειναν να τον νυμφεύσουν και να του δώσουν χρήματα πολλά, αλλά εκείνος αρνήθηκε λέγοντας ότι τον Ιησού θέλει και είναι πρόθυμος να πεθάνη γι' Αυτόν.

Βασανιστήρια
       Και πάλι οι κριτές προσπάθησαν να τον δελεάσουν υποσχόμενοι δώρα ή απειλώντας με θάνατο, μάταια όμως. Τέλος τον έρριξαν πάλι στη φυλακή και έδωσαν την άδεια στο πλήθος να τον βασανίση, όπως ήθελε. Η θηριωδία και η βαρβαρότητά τους βρήκε πολλούς τρόπους μαρτυρίων.
       Άλλοι του έβαζαν στους ώμους και στις μασχάλες πυρακτωμένα κεραμίδια, άλλοι του φορούσαν στο κεφάλι πυρακτωμένο στεφάνι, και άλλοι τον κτυπούσαν και τον πλήγωναν.
       Την άλλη ημέρα ήταν Κυριακή, πάλι βγάζουν τον Άγιο από την φυλακή και τον φέρνουν στους δικαστές. Εκείνοι τον ρωτούν:
       -  Ήλθες στον εαυτό σου; Μετανόησες;
       - Εγώ σας είπα, λέγει ο μάρτυρας, στον εαυτό μου είμαι, τον νου μου τον έχω. Τί με πειράζετε;
Τότε του λένε:
        - Άλλο περιθώριο δεν έχεις για να σκεφθής. Έφθασε το τέλος σου.
        - Εγώ τον Ιησού μου δεν αρνούμαι. Χριστιανός γεννήθηκα και Χριστιανός θα πεθάνω.
Και πάλι οι κριτές:
        - Παιδί μου, να η αγχόνη, στοχάσου τι έχεις να χάσης.
Κι ο μάρτυρας τους λέει:
        - Αυτό ζητώ κι εγώ.
Πεισμωμένοι οι δικαστές έλεγαν μεταξύ τους:
        - Αυτοί οι Χριστιανοί, όταν πουν τον λόγο δεν τον παίρνουν πίσω.
Ένας φανατικός Τούρκος πείραζε τον μάρτυρα λέγοντάς του:
       - Δέκα χρόνια που ήσουν Τούρκος δεν προσκύνησες στο προσκύνημά μας;
       - Όχι, όχι, απάντησε ο Άγιος.
       - Αλλά του Μπαϊραμίου το προσκύνημα δεν το έκαμες;
Ο Πολύδωρος έβλεπε ότι είναι ανώφελο να συζητά μαζί του και να αποσπάται από την προσευχή, γι' αυτό του λέγει:
        -  Τί με πειράζεις, άνθρωπέ μου;
        -  Δεν βλέπεις την αγχόνη; ρωτά ο Τούρκος.
        -  Αυτή ζητώ κι εγώ, ας πάμε όσο γίνεται γρηγορώτερα.
 
Μαρτυρικό τέλος
       Τον άρπαξαν τότε με αγριότητα, του έβγαλαν τα ενδύματα, του έδεσαν πίσω τα χέρια και τον παρέδωσαν για να κρεμασθή.
       Με εξευτελιστικά λόγια και με έργα θηριωδίας τον έφεραν στον τόπο των καταδίκων. Τον ρώτησαν πάλι μήπως μετάνοιωσε και πήραν την απάντησι:
        - Ταλαίπωροι, η πίστι σας είναι πλάνη, είναι ματαιότητα. Η πίστι των Χριστιανών είναι αλήθεια. Με όσα μου κάνετε θα πάω πιο νωρίς στον Παράδεισο. Χριστιανός, Χριστιανός, Χριστιανός είμαι.
       Τότε εξαγριωμένοι οι Τούρκοι τράβηξαν το σχοινί της αγχόνης και ο Πολύδωρος βρήκε μαρτυρικό τέλος.
       Εκείνη τη νύχτα έμεινε στην αγχόνη και οι άπιστοι του αφαίρεσαν τα ενδύματα και τον άφησαν γυμνό.
       Έμεινε το άγιο λείψανό του τρεις μέρες στην αγχόνη. Τέλος διέταξαν ένα Χριστιανό να τον κατεβάση και τον έθαψαν πάνω από τα μνήματα των Αρμενίων.
       Ο Μάρτυς έγινε στήριγμα ευσεβείας για τους Χριστιανούς και εντροπή για τους Μωαμεθανούς.

Η Εκκλησία μας εορτάζει και τιμά το μαρτύ­ριό του και την μνήμη του στις 3 Σεπτεμβρίου.

(1) μουφτής: Νομοδιδάσκαλος των Μουσουλμάνων.
(2) Φετφάς:   έγγραφος διαταγή
 ΑΠΟΛΥΤIΚION
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.
Μετανοίας τοις δάκρυσι προεκάθηρας είτα στίγμασι μάκαρ του Μαρτυρίου σαυτόν, ως εν ακτίσι φαειναίς κατελάμπρυνας. όθεν ως Μάρτυρα στερρόν, και παθημάτων κοινωνόν, Χριστού του Θεού εν ύμνοις, Πολύδωρε αθλοφόρε, σε ευφημούντες μεγαλύνομεν.
 
ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω.

Της ημετέρας γενεάς το ακροθίνιον, δεύτε συμφώνως οι πιστοί ανευφημήσωμεν, τον πανένδοξον Πολύδωρον τον εκ Κύπρου, εν Εφέσω δε τη Νέα εναθλήσαντα, και τους Άγαρ απογόνους καταισχύναντα, και δοξάσαντα, το Χριστού θείον όνομα.
 
ΠΗΓΗ: ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ
«Ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΑΡΝΑΒΑΣ»

Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 30 Μαΐου 2012

Ο νέος Οσιομάρτυρας Νικόδημος

Ο Βίος και το μαρτύριο του νέου Οσιομάρτυρα Νικοδήμου του ράπτη που ασκήθηκε στην Σκήτη της Αγίας Άννης του Αγ. Όρους και εμαρτύρησε στην πόλι Βεράτι της σημερινής Αλβανίας  στις  11 Ιουλίου του 1722.

       Ο νέος αυτός μάρτυρας του Χριστού Νικόδημος είχε πατρίδα την κωμόπολι Βυθικούκι, που βρίσκεται κοντά στα όρια της Κορυτσάς. Γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς, και εγνώριζε την τέχνη του ράπτη. Ήλθε και έμεινε στην πόλι Βεράτιο της σημερινής Αλβανίας, και εργαζόταν την ραπτική του τέχνη. Εκεί παντρεύτηκε, αλλά επειδή πέθανε η γυναίκα του, επήρε δεύτερη, αλλά πέθανε και αυτή∙ και έλαβε τρίτη γυναίκα η οποία και αυτή πέθανε. Σκεπτόταν δε και τέταρτη να πάρη γυναίκα, διότι τέτοια δύναμι έχουν τα πάθη στον άνθρωπο και η κακή συνήθεια, ώστε αχόρταγος γίνεται στα κακά η όρεξίς του. Μόλις λοιπόν σκέφτηκε να κάνη αυτό, έμαθε ότι κάποιος Αγαρηνός άρχοντας έχει κάποια χριστιανή υπηρέτρια ωραία. Ετόλμησε δε και απέστειλε στον άρχοντα εκείνον μεσίτες, για να δώση σε αυτόν αυτήν σε γάμου κοινωνία. Εκείνος δε ο ακάθαρτος, έχοντας προθυμία να μεταδώση την μιαρά του θρησκεία σε Χριστιανό περισσότερο και να αυξήση αυτήν παρά να έχει μόνον την υπηρέτρια, τον πληροφόρησε ότι αυτό είναι εύκολο, εάν αρνηθή τον Χριστό και δεχθή την θρησκεία των Αγαρηνών. Ευρισκόμενος σε μέθη από τον σαρκικό έρωτα, κανένα δεν βρέθηκε εμπόδιο σε αυτόν, αλλά αφού δέχθηκε τον λόγο του Αγαρηνού, αμέσως κατεφρόνησε Θεό και ψυχή, και με θάρρος εφώναξε εκείνη την ελεεινή φωνή στο κριτήριο, το: Αγαρηνός, είμαι από τώρα και όχι Χριστιανός. Κατ' αυτόν τον τρόπο έπεσε πτώσι ελεεινή ένεκα της φιληδονίας. Σε αυτήν την κατάσταση βρισκόταν πολλές ημέρες, ζώντας σαν τον άσωτο υιό μέσα στις ηδονές, χωρίς να συλλογίζεται καθόλου από πιο ύψος θεογνωσίας έχει πέσει σε καταχθόνιο κρημνό αθεΐας.
       Και αυτά μεν αυτός έκανε με την συνεργεία του διαβόλου, ο πανάγαθος όμως Θεός που είναι μακρόθυμος και πολυέλεος και δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, αλλά περιμένει την επιστροφή του, για να έχη ζωή και ο Οποίος πάντοτε επιδιώκει και εργάζεται την σωτηρία μας∙ Αυτός, λέγω, δεν άφησε των χεριών Του το πλάσμα να απολεσθή τελείως, αλλά τον εφώτισε με θαυμαστό τρόπο. Διότι κάποια ημέρα, σαν να σηκώθηκε από μέθη, και αφού ήλθε στον εαυτό του και σκεπτόμενος όλα όσα κακώς έπραξε και έπαθεν, αναστέναζε από το βάθος της ψυχής του, εταλάνιζε τον εαυτό του, και θρηνούσε οδυνηρά την απώλεια της ψυχής του και έλεγε αλλοίμονο σε μένα τον άθλιο και ταλαίπωρο, για ποια αιτία άραγε τυφλώθηκα τόσο κατά τον νου ο άμυαλος; Πως σκοτίσθηκα στην διάνοια; Πως προτίμησα το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως; Πως χωρίστηκα από την δόξα του Χριστού; Πως θεληματικά απέρριψα τον εαυτό μου από την συναυλία της χριστωνύμου κλήσεως των ευσεβών, και έγινα δούλος και αιχμάλωτος του παμπόνηρου διαβόλου; Αλλοίμονο στο ταλαίπωρο, ποια απολογία πρόκειται να αποδώσω κατά την ημέρα της κρίσεως; Ποιος θα με σώση από την κόλασι που με περιμένει; Σε τι θα μου ωφελήση τότε η μάταιη ηδονή, όταν αποδιωχθώ από προσώπου του φοβερού Βασιλέως και Κριτού; Όταν ακούσω την φρικτή και φοβερή εκείνη απόφαση του δικαίου και απροποσωλήπτου Κριτού Χριστού του Θεού;
       Όταν θα μου πη «αποστραφήτω ο ασεβής εις τον Άδην»; Ποιος τότε θα με λυτρώση από εκείνη την ανάγκη; Ώ της δείνης συμφοράς! Ώ των εμών κακών! Αυτά με θερμά δάκρυα έλεγε ελεεινά οδυρόμενος και μετανοώντας για όσα κακώς έπραξε. Γι' αυτό και πάλι έκραζε με αναστεναγμό. Συ Κύριε, που έκλινες ουρανούς και κατέβηκες στην γη, για να σώσης το ανθρώπινο γένος από την τυραννίδα το Άδου. Συ, ο οποίος ήλθες στην γη, για να καλέσης αμαρτωλούς σε μετάνοια, δέξου και εμένα τον ταλαίπωρο μετανοούντα κατά το μέγα σου έλεος.
       Έτσι  λοιπό μέρα και νύκτα και ώρα δεόμενος, εμελέτησε να φύγη και να έλθη στο αγιώνυμον Όρος το κοινό λιμάνι της σωτηρίας, για να διορθώση το μεγάλο αμάρτημα της αρνήσεως. Πρωτύτερα έστειλε και τον υιό του εκεί, ο οποίος και ντύθηκε το άγιο σχήμα των μοναχών, το οποίον, όταν το έμαθε ο πατέρας του, τόσο πολύ χάρηκε, ώστε με όλη του την ψυχή και καρδιά επεχείρησε την φυγή του. Αφού λογάριασε τα κινητά και ακίνητα της περιουσίας του, αλλά εχάρισε σε πτωχούς υπέρ της ψυχικής του σωτηρίας και με μερικά, που πήρε μαζί του, ανεχώρησε με προθυμία για το Άγιον Όρος. Στο Άγιον Όρος βρήκε τον ενάρετον πνευματικόν π. Σάββα στον οποίον και εξομολογήθηκε όλες του τις αμαρτίες. Έπειτα ανεχώρησε από τον πνευματικό και επήγε στην ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, όπου παρέδωσε τον εαυτό του στον πνευματικό Φιλόθεο, ενάρετο πατέρα της τότε εποχής, ο οποίος είχε την καλύβη του κοντά στο Κυριακό, η οποία και μέχρι σήμερα τιμάται στο όνομα της Αναλήψεως του Χριστού. Σε αυτή την καλύβη έμεινε, και αφού διδάχθηκε κάθε τάξη της μοναχικής ζωής και τους κανόνες, έλαβε και από τον Γέροντα του Φιλόθεο το αγγελικό σχήμα, και από Δέδες που λεγόνταν, μετωνομάσθηκε Νικόδημος μοναχός.
       Από τότε, λοιπόν, επιτελούσε ο θείος αυτός Νικόδημος κάθε αρετή. Προσευχόταν συνέχεια, νήστευε και αγρυπνούσε, έχοντας και την μακαρία ταπέινωσι σαν τον τελώνη, με την οποία αξιώθηκε και του ποθουμένου. Κοντά με τα άλλα είχε και την κατάνυξι, επειδή συνέχεια την πτώσι του ενθυμούμενος, θρηνούσε με πικρία. Τροφή και πιοτό ήταν ψωμί και νερό, από τα οποία πολύ λίγο εδοκίμαζε, και με ένα λόγο όλες τις αρετές μετερχόμενος, ξερίζωσε όλες τις κακίες των παθών, διότι δεν ελυπήθη την σάρκα, ούτε κάποια άνεσι δίδοντας σ' αυτήν, και την φιλαυτία δεν ασπάσθηκε, ούτε την κενοδοξία, πώς να μην αποκτήση τις αρετές ο τοιούτος; Διότι γι' αυτό ακριβώς εβασάνιζε τον εαυτό του με νηστείες και αγρυπνίες, με σκληραγωγίες και προσευχές, ώντας με σώμα σαν ασώματος, και  αφού είχε υποτάξει όλα τα  μέλη και όργανα της σάρκας και έκανε αυτά δούλα στο πνεύμα. Αυτά βλέποντες και οι εκεί αγωνισταί στον θείο αυτόν Νικόδημον, εθαύμαζαν την θεϊκή σε αυτόν μεταβολή και αλλοίωσι, για την οποία έτυχε από το Θεό και της συγχωρήσεως, όπως θα φανερώση ο λόγος στην συνέχεια.
       Σε αυτά τα θεάρεστα αγωνίσματα έκανε ο γενναίος πράγματι Νικόδημος τρία ολόκληρα χρόνια και αφού φάνηκε σταθερός, αναγνωρίστηκε ανώτερος από τις διαμονικές προσβολές, και από όλους δεχόταν τον έπαινο. Κατόπιν αφού πρόσθεσε αρετές στις αρετές, τις διπλασίασε αυτές και πολλαπλασίασε τόσο, ώστε βλέποντας τον εαυτό του να είναι έτσι, δεν δίστασε αλλά εζήτησε από τον Θεό και από την αγιωτάτη Μητέρα του Θεού, όπου ορεγόταν η ψυχή του∙ δηλαδή να καταξιωθή να διανύση την ζωή του με τέλος μαρτυρικό, για να ντροπιάση το διάβολο, που ένεκα της φιληδονίας του τον είχε υποσκελίση, και το μεγάλο του αμάρτημα της αρνήσεως, με τα  ίδια του αίματα, να ξεπλύνη και έτσι καθαρός στον μόνο Θεό με παρρησία να μπορή να παρουσιασθή. Και αυτά μεν ο Όσιος προσευχόταν παρακαλώντας νύκτα και ημέρα, ο Θεός όμως, που εκπληρώνει το θέλημα των πιστών που τον φοβούνται και σέβονται, και που απαντά στις δεήσεις τους και τους σώζει, σύμφωνα με τον Προφήτη Δαβίδ∙ δεν παρέβλεψε την δέησι του, αλλά άκουσε την δέησι του σαν πολυεύσπλαχνος.
       Δι' αυτό κάποια νύκτα που ο Νικόδημος ήταν προσευχόμενος και αγρυπνώντας από την μεγάλη  κούρασι αποκοιμήθηκε∙ Ενώ λοιπόν κοιμόταν τον φαίνεται σε όνειρο η Παντάνασσα Θεοτόκος, η οποία άστραπτε περισσότερο από τον ήλιο, να στέκεται στο μέσο δύο φωτεινών αγγέλων και έχοντας στο δεξί της χέρι κάποιο ποτήρι ωραιότατο από κρύσταλλο, λέγει στον Νικόδημο, γνωρίζεις άραγε ποια είμαι εγώ; Ο δε Νικόδημος αφού έπεσε κάτω με πολύ φόβο και τρόμο προσκύνησε  την Παρθενομήτορα λέγοντας∙ ναι Δέσποινα, γνωρίζω ότι συ είσαι η Μητέρα του Κυρίου και Θεού μας Ιησού Χριστού, η προστασία και μεσίτρια του γένους μας. Εκείνη δε είπε προς αυτόν. Να, έχει εισακουσθή η δέησις σου, διότι εγώ αφού παρακάλεσα τον μονογενή Υιόν μου και Θεόν, και  αφού ανάγκασα Αυτόν, έχει συγχωρήσει όλες τις αμαρτίες σου γι΄ αυτό αγωνίζου στο εξής με θεάρεστη ζωή, για να επιτύχης και της αιωνίου μακαριότητος. Ο δε Νικόδημος αφού γέμισε από άπειρη χαρά, πάλι προσκύνησε την Θεοτόκο δεόμενος προς αυτήν, για να δεχθή στον μονογενή Υιό Της, ώστε να καταξιωθή μαρτυρικού τέλους μέχρι αίματος, για να γίνη και μιμητής του αχράντου Του πάθους, προς διόρθωσι της αρνήσεως που προηγουμένως έγινε από αυτόν. Η δε Παντάνασσα Θεοτόκος απεκρίθη εις αυτόν∙ ας γίνη σε σένα όπως θέλεις∙ έπειτα πάλι είπε εις αυτόν∙ πήγαινε, λοιπόν όπου αρνήθηκες κακώς προηγουμένως, να ομολογήσης εκεί καλώς, και η χάρις του εξ εμού τεχθέντος να είναι μαζί σου, Μη λοιπόν δειλιάσης τα βάσανα των ασεβών ούτε να διστάσης καθόλου, διότι η χάρις μου θα σε δυναμώση. Και αφού είπε αυτά προσέφερε εις αυτόν το ποτήρι λέγοντας∙ άνοιξε μου το στόμα και δέξου ποτήριο σωτηρίου και του μαρτυρίου εις όνομα του Πατρός και Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ο δε γευσάμενος αυτό, αισθάνθηκε το πιοτό αυτό πιο δριμύ και από το ξύδι∙ και πάλι η Θεοτόκος λέγεις σε αυτόν∙ το μεν ποτήρι του μαρτυρίου είναι δριμύ προς ώραν, αλλά γλυκειά είναι η αιώνιος απόλαυσις του παραδείσου. Έπειτα ο θείος Νικόδημος αφού προσκύνησε την Θεομήτορα και ευχαριστών την μεγάλη της ευεργεσία και το έλεος, έχαιρε πνευματικά, η δε Θεοτόκος ανέβηκε στους ουρανούς.
       Μετά από αυτά δεν εσταμάτησε η πηγή της ευσπλαχνίας Δέσποινα  Θεοτόκος μέχρις εδώ μόνον, αλλά ακόμη και σε μεγαλύτερες θεωρίες τον Όσιο καταξίωσε. Ενώ κοιμόταν ακόμη ο μακάριος Νικόδημος, αρπάχτηκε σε οπτασία από άγγελο Θεού, ο οποίος έδειξε σε αυτόν όλους τους βασανιζομένους στον Άδη, ξεχωριστά δε τον αρχηγό της πλάνης των Αγαρηνών, τον ψευδοπροφήτη Μωάμεθ, διότι βρισκόταν αυτός δεμένος με πύρινες αλυσίδες εις την φλόγα της κολάσεως, βασανιζόμενος φοβερά επίσης και όλο το πλήθος των ασεβών, οι οπαδοί δηλαδή αυτού και των λοιπών πρωταρχηγών κάθε ασεβείας και αιρέσεως, όλοι εκεί βασανιζόμενοι. Κατόπιν ωδηγήθηκε και στον παράδεισο από τον ίδιο θείο άγγελο, ο οποίος έδειξε σε αυτόν όλη την τερπνότητα και την δόξα αυτού και την εκεί χαρά και αγγαλίασι των δικαίων.
       Αυτά αφού εθεώρησε αρκετά ο θείος Νικόδημος, εξύπνησε δοξάζοντας τον Θεό και την Πανάχραντον Αυτού Μητέρα, και πότε θρηνούσε θερμά, συλλογιζόμενος την απώλειαν των ασεβών και αμαρτωλών, πότε χαιρόταν υπερβολικά για την δόξαν των δικαίων. Δι' αυτό έτρεξε προς τον πνευματικόν του πατέρα Φιλόθεον, και εφανέρωσε σε εκείνον όλα όσα πιο πάνω διηγηθήκαμε. Ο δε ιερός εκείνος πνευματικός πατέρας, όταν άκουσε αυτά, είπε σε αυτόν∙ πρόσεξε καλά, παιδί μου και, γνώρισε ότι το μεν πνεύμα του ανθρώπου είναι πρόθυμον, αλλά η σάρκα ασθενής∙ επειδή ο άνθρωπος βασανιζόμενος δεν πάσχει κατά το πνεύμα, αλλά μόνον κατά το σώμα. Δι' αυτό το μεν πνεύμα χαίρετε σε όλα τα πνευματικά και θεϊκά έργα, το δε σώμα προβλέποντας τις διάφορες κακουχίες, φοβάται και τρέμει και  στρέφεται προς τα πίσω∙ πλην πήγαινε με ειρήνη, παιδί μου, βάδιζε τον δρόμο της σωτηρίας σου, όπως σε έχει αποκαλύψει ο Κύριος και σε προσκαλεί στον δρόμο της σωτηρίας έτσι και συ ακολούθησε με προθυμία πίσω από Αυτόν∙ διότι η πληροφορία σου δεν έγινε από τους ανθρώπους, για να διστάζης, αλλά από το Θεό της Μητρός Αυτού Παρθένου, για να απομακρύνη από σένα κάθε δισταγμό και φόβο. Πήγαινε λοιπόν κατά το θεϊκό πρόσταγμα, διότι αυτός ο Θεός θα σε διατηρήση ανώτερον από όλους τους εχθρούς, ορατούς και αοράτους. Αφού είπε αυτά ο Γέροντας στο δικό του τέκνον Νικόδημο, και αφού έκανε κοινή προσευχή με όλους τους πατέρας και αδελφούς στην ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης, τον έστειλε με ειρήνη.
       Εκκίνησε λοιπόν ο θείος Νικόδημος προς τον δρόμο του μαρτυρίου, εφοδιασμένος πρώτον από τις θεϊκές αποκαλύψεις, δεύτερον από τις ευχές το Γέροντος του και των λοιπών πατέρων στης Σκήτεως, θέλησε να λάβη και τις ευλογίες του μεγάλου ασκητικού πατρός αγίου Ακακίου, που ζούσε τότε στην ιερά Σκήτη των Καυσοκαλιβίων. Διότι η συμβουλή των μεγάλων τέτοιων Αγίων, λεγομένη και μαρτυρουμένη με ζωντανή φωνή, είναι πιο ασφαλέστερη από τις οπτασίες και όλων εκείνων των αδελφών που δεν έχουν μαρτυρημένη αγιότητα. Οι οπτασίες μερικές φορές γίνονται και σφαλερές, αν και ο λόγος δεν αφορά στις θείες οπτασίες του οσίου Νικοδήμου. Αφού επήγε ο θείος Νικόδημος στον Όσιον Ακάκιον, έπεσε στα πόδια του και θρηνούσε ώρα αρκετή. Ο άγιος όμως Ακάκιος τον πήρε από το χέρι και αφού τον κάλεσε με το όνομα του, που ποτέ δεν είδε, τον εσήκωσε και ενεθάρρυνε, και τον ωμίλησε τα αρμόζοντα για την σωτηρία του. Έπειτα τον άφησε εκεί ο Όσιος και απομακρύνθηκε λίγο και προσευχήθηκε νοερά γι' αυτόν. Μερικοί δε τότε που βρέθηκαν εκεί, είδαν φως σε είδος λαμπρού αστεριού, το οποίο αφού κατέβηκε ήλθε προς τον Όσιον αυτόν Ακάκιον που προσευχόταν∙ και αφού έγινε αυτό, το μεν άστρο εκείνο έγινε άφαντο, το δε πρόσωπο του Οσίου έλαμψε σαν ήλιος.
       Μετά γύρισε πίσω, πλησίασε στον Νικόδημον και τον είπε κάποιο λόγο μυστικόν και ενώ τον ωμιλούσε αμέσως η μεν λάμψις του προσώπου του έφυγε από τον Όσιο, κατάνυξις δε μεγάλη εισήλθε στην καρδιά του Νικοδήμου, από την οποία κατάνυξι εποτίστηκε και, αφού από θεϊκό ζήλο εμέθυσε, εφώναξε μεγαλόφωνα, σημείο αυτό του υπερβολικού θείου έρωτα, διότι, αφού έπήγε κάτω από το σπήλαιο, έκλαυσε εκφώνως μεγάλο κοπετό και γοερό. Έπειτα επήγε πάλι στον Όσιο, ζητώντας την ευλογία και άδεια δια να απέλθη στον δρόμο του μαρτυρίου. Ο δε Όσιος αφού του ευχήθηκε του έδωσε έπειτα κάποιο ραβδί στα χέρια του, λέγοντας του∙ πήγαινε παιδί μου μαζί με αυτό μπρος στους απίστους κριτές, και με την δύναμι και χάρι του Χριστού θέλεις τελειώσει τον μαρτυρικόν σου αγώνα.
      
Λαβών λοιπόν ο θείος Νικόδημος το ραβδί εκείνο σαν από το χέρι του Κυρίου, και με τις ευχές του Οσίου Ακακίου ασφαλισθείς, όλος έγινε αιχμάλωτος του μαρτυρίου και ετοιμαζόταν για τη οδοιπορία. Επειδή όμως ήταν αδύνατος από τις μεγάλες του νηστείες για να περπατήση τόσο διάστημα δρόμου, ζήτησε άδεια από τον Όσιο να φάγη κάτι για να μπορέσει να περπατή. Ο Όσιος όμως Ακάκιος είπε σε αυτόν∙ τώρα περισσότερο αδελφέ, έχεις ανάγκη να νηστεύης, διότι μέλλεις να αγωνισθής τον τελευταίον αγώνα υπέρ Χριστού του Θεού. Δι'  αυτό όσο υπάρχει σου η δύναμις αυτή της νηστείας, τόσο περπάτα, και ο Δεσπότης μας που είπε: «ούκ επ' άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ' εν παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού» (Ματθ. δ' 4). Αυτός θα σε ενδυναμώση να πας χωρίς κόπο όλο τον δρόμο σου. Απαντώντας δε ο Νικόδημος λέγει στον  Γέροντα∙ Ο κύριος ημών Ιησούς Χριστός με τις θείες σου ευχές, άγιε πάτερ, να κάνη το έλεός Του σε εμένα, και να με καταξιώση της καλής Του ομολογίας, πλην δειλών τις πανουργίες του διαβόλου. Λέγει σε αυτόν ο Όσιος∙ να έχης θάρρος αδελφέ, και μη φοβηθής τον ανίσχυρο δαίμονα, να φοβείσαι μόνον τον Θεό, να τηρής τις εντολές Του και προς Αυτόν να επιρρίψης τις ελπίδες σου. Και όταν άκουσε αυτά τα τελευταία ο θείος Νικόδημος από το στόμα του Αγίου Ακακίου, έκλαυσε αρκετά, μετά, αφού πήρε από το χέρι του το ραβδί μαζί με την ευχή, και αφού ασπάστηκε αυτού το χέρι και το ραβδί, ανεχώρησε χαρούμενος.
       Κατά αυτόν τον τρόπο νηστεύοντας και εγκρατευόμενος ο θείος Νικόδημος όσον μπορούσε, καθόλου δεν ατόνισε αλλά περισσότερο ενδυναμώθηκε με την θεία χάρι του Χριστού, επήγε χωρίς κόπο μέχρι την πατρίδα του. Αλλά κι ο Σωτήρ μας φάνηκε στο δρόμο ενισχύοντας και στηρίζοντας αυτόν∙ διότι έδειξε σε αυτόν τα μέλλοντα, δηλαδή εφανέρωσε σε αυτόν τα όσα έμελλε να πάθη και που, ακόμη δε και αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου του, και ότι πρέπει να τελειωθή δια ξίφους. Και ο μεν Κύριος ανέβηκε στους ουρανούς, ο δε θείος Νικόδημος αφού ενδυναμώθηκε πάρα πολύ, δια το τόσο μεγαλείο, που αξιώθηκε από τον Θεό, με χαρά εβάδιζε τον δρόμο προς το μαρτύριο.
       Φθάνοντας λοιπόν στην πόλι του Βερατίου, στην οποία προεξώμοσε, έγινε γνωστός σε πολλούς. Πηγαίνοντας όμως στο εργαστήριο του ανάμεσα από τους εκεί ευρισκομένους και τους συντεχνίτας του, μετά των οποίων κάποτε εργαζόταν, πιο πολύ έγινε γνωστός σε όλους, και όλοι για αυτόν μιλούσαν. Για τον λόγον αυτόν βλέποντας του και οι εκεί Αγαρηνοί, άρχισαν να λένε μεταξύ τους∙ δεν είναι αυτός εκείνος που αρνήθηκε το Χριστό προ καιρού σε αυτήν την πόλι; Πως πάλι φρονώντας τα των Χριστιανών, ήλθε προς εμάς, και είναι μαζί μας και φανερός σε όλους παρουσιάζεται; Και ενώ αυτά έλεγαν οι Αγαρηνοί, και το Όσιον δακτυλοδεικτούσαν, λέγει σε αυτούς ο Όσιος∙ για εμένα τα λόγια αυτά λέτε ή για κάποιον άλλον; Εκείνοι δε είπαν για σένα αυτά λέμε και όχι για κάποιον άλλον, εάν πράγματι συ είσαι, εκείνος που δέχτηκες την θρησκεία μας. Προς αυτά ο Όσιος αποκρίθηκε∙ εγώ είμαι βέβαια και όχι άλλος, εκείνος που πλανήθηκα από εσάς ανοήτως, αλλά από τώρα, μη γένοιτο να με θεωρείτε του Χριστού αρνητή, ούτε λατρευτή της μιαράς των Αγαρηνών θρησκείας διότι μέσα στον Χριστό ζω και θα ζήσω, και με Αυτόν και υπέρ Αυτού θα πεθάνω από ευγνωμοσύνη, και γι' αυτό ήδη ευρίσκομαι εμπρός σας.
       Όταν άκουσαν εκείνοι αυτά, και μη υποφέροντας το θάρρος του, σηκώθηκαν αμέσως και αφήνοντας τα εργαστήριά τους, έκαμαν συνωμοσία αναμεταξύ τους εναντίον του Οσίου, όπως αυτόν τον παιδεύσουν καθώς τον πρέπει. Γι' αυτό έτρεξαν όλοι μαζί, κατά την συνήθεια τους, και έσυραν αυτόν βίαια στο βήμα του ηγεμόνα. Ο δε Άγιος επήγαινε αγαλλόμενος, διότι έμελλε να πάθη υπέρ του Χριστού, γι' αυτό και είχε φαιδρό το πρόσωπο του. Αφού παραστάθηκε λοιπόν ο θείος Νικόδημος στο παράνομο δικαστήριο του ηγεμόνα, αυτούς είχε και ενάγοντας, αυτούς και μάρτυρας αυτούς και κριτάς, σύμφωνα με την ασεβέστατη συνήθεια των Αγαρηνών.
       Ο παράνομος όμως ηγεμόνας, βλέποντας τον μάρτυρα και αφού άκουσε τα εναντίον του, του λέγει, γιατί το έκανες αυτό; Απέβαλες, όπως ακούω το δικό μας σέβας το οποίον παρέλαβες ερχόμενος προς εμάς με τη θέλησί σου, και ήδη προσήλθες πάλιν στον Χριστόν, τον οποίο αρνήθηκες εδώ πριν από λίγο καιρό; Προς αυτά ο Άγιος ανταπάντησε∙ απατήθηκα σαν ανόητος κατά πρώτον από συνεργεία του διαβόλου, απατήθηκα σαν ανόητος από τα απατηλά και βλεσυρά σας λόγια, και έτσι σαν από κάποια μέθη προσήλθα στην πλάνη των ψευδοπροφητών σας∙ αλλ' όμως σε αίσθησι ελθών κατόπιν, τα μεν ιδικά σας σαν ψεύτικα, παραβλέπων και περιφρονήσας, απορρίπτω και αποστρέφομαι σαν από ακαθαρσιών, εις τον δε αληθινόν και μόνον ζώντα Θεόν Ιησού Χριστόν, ολόψυχα πιστεύω και ομολογώ, και γι' Αυτον με προθυμία αποθνήσκω.
       Ο δε ηγεμόνας, αφού άκουσε από τον μάρτυρα Θεόν τον Χριστόν κηρυττόμενον, αποκρίθηκε∙ πως συ τον Χριστόν ενώ είναι άνθρωπος, ομολογείς και κηρύττεις Θεόν; Είπε εις αυτόν ο Άγιος∙ Υιόν Θεού, και Θεόν∙ τέλειον Θεόν και τέλειον άνθρωπον πλην της αμαρτίας ομολογώ τον Χριστό, κτίστην και δημιουργόν του παντός, και κριτήν ζώντων και νεκρών με παρρησία κηρύττω Αυτόν. Ο ηγεμόνας πάλι είπε∙ ο τιμώμενος από εμάς προφήτης τι άρα είναι; Ο Άγιος με θάρρος απάντησε∙ πλάνος ήταν, απατεώνας και δεύτερος από τον διάβολον, αυτόν πρόδρομον του αντιχρίστου ομολογώ και ψευδοπροφήτη κηρύττω. Αυτός μεν ευρισκόμενος δεμένος με πύρινες αλυσίδες, και στην φλόγα της κολάσεως δεινώς βασανιζόμενος μαζί με τους ακολούθους του στεκόμενος, θρηνεί και οδύρεται την απώλειά του∙ εσείς δε σαν ανόητοι και πλανεμένοι τον σέβεσθε και τιμάτε, εκείνον που έζησε με το τόξο, το μαχαίρι και κάθε κακία, και ήδη στη φλόγα του Άδου αθάνατα πυρπολούμενον, καθώς Κύριος ο Θεός μου Ιησούς Χριστός με εφανέρωσε γι' αυτόν και όλον το πλανεμένο γένος σας των αθέων Αγαρηνών.
       Αφού είπε αυτά ο Άγιος, αμέσως όλοι όσοι ευρέθηκαν εκεί εγέμισαν από θυμό και τρίζοντας εναντίον του τα δόντια τους, τον εχαστούκιζαν και εμαστίγωναν, παρακινούμενοι ο ένας από τον άλλον το να κακοποιήσουν τον Μάρτυρα περισσότερον. Έπειτα αφού έβγαλαν αυτόν από το παλάτι με οργή και θυμό, κατεκρήμνισαν αυτόν από το ύψος στα κάτω, ο οποίος όχι μόνον δεν έπαθε κανένα κακόν, αλλά έπεσε έτσι, ώστε βρέθηκε να στέκεται όρθιος στα πόδια του*.
       Αυτό το θαυμάσιο όλοι θεωρήσαντες δεν συνήλθαν οι ασύνετοι, αλλά αμέσως τον συνέλαβαν πάλι και αφού τον ετέντωσαν αρκετά τον εμάστιζαν με σκληρά ραβδιά, όπως επρόσταζε ο ασεβής, οι δε υπηρέτες του διαβόλου άρχισαν να ραβδίζουν με σκληρότητα και επίμονα όσο μπορούσαν. Και αυτά μεν εκείνοι έκαμναν, ο δε Άγιος σαν μάρτυρας του Χριστού δεχόταν τις πληγές με γενναιότητα και με σιωπή, ώστε φαινόνταν σε όσους τον έβλεπαν ότι δεν ήταν αυτός που έπασχε άλλα άλλος. Γι' αυτό με γενναίο και απτόητο φρόνημα νουθετούσε τον εαυτό του και στον αγώνα για τον Χριστό έδιδε θάρρος, ευχόμενος μυστικά και υποψιθυρίζοντας τα εξής έλεγε:
       Επίβλεψε Κύριε, εξ' αγίου κατοικητηρίου σου, και δος μου μετά παρρησίας να λαλώ τον λόγον σου, και ενίσχυσε με εις το να υπομείνω τα βασάνους και θλίψεις του μαρτυρίου, και κατευόδωσέ με εις τέλος της καλής ομολογίας Σου. Έπειτα γύρισε προς αυτούς που τον τιμωρούσαν και τα εξής τους έλεγε∙ κτυπάτε κατά του σώματος  με όση δύναμι έχετε, διότι με αυτόν τον τρόπο γρήγορα θέλετε με στερήσει της ζωής αυτής, και έτσι θέλει με αξιώσει Χριστός ο μόνος Θεός της αιωνίου και μακαρίας ζωής∙ διότι αυτού του Χριστού δούλος είναι εγώ∙ Αυτού οπαδός και ομολογητής και δι' Αυτόν θα πεθάνω, και με Αυτόν θα ζήσω. Ενώ λοιπόν λέγονταν αυτά οργίσθηκαν οι άθεοι και επεχείρησαν γρήγορα να τον μετακινήσουν από κοντά τους∙ δι΄ αυτό τον έπιασαν από τις τρίχες της κεφαλής και τα γένεια, ραβδίζοντες αυτόν και κτυπώντας αυτού το πρόσωπο και όλο το σώμα έκλεισαν στην φυλακή.
       Την επόμενη ημέρα, έβγαλαν τον μάρτυρα από την φυλακή και τον παρουσίασαν στο κριτήριο. Και σαν τον βρήκαν στερεόν όπως και προτύτερα, και λέγοντα πάλιν τα ίδια, κατεδίκασε αυτόν ο τύραννος σε ραβδισμούς, και κατόπιν οι μεν δήμιοι, αφού έρριψαν κάτω τον μάρτυρα, ράβδιζαν αυτόν  με όση δύναμι είχαν∙ ο δε μάρτυρας εσήκωσε τον νου και τα μάτια στον ουρανό, έτσι πεσμένος και υπέψαλλε∙ ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες κ.τ.λ. Και από με τον σώμα του μάρτυρος καταξεσχιθέν όλο από τις μαστιγώσεις, έτρεχε το αίμα άφθονο, το δε έδαφος της γης έγινε κόκκινο από το αίμα. Βλέποντες λοιπόν οι εχθροί ότι με γενναιότητα ο Άγιος υπέμενε τα βασανιστήρια και ότι ενικήθησαν από αυτόν και μη υποφέροντες την καταισχύνη αυτήν, τον έκλεισαν πάλιν στην φυλακή κακουχούμενο σκληρά.
       Τήν τελευταία δε ημέρα έβγαλαν πάλι τον Άγιον από την φυλακή, τον οποίον σαν τον εξέτασαν και τον βρήκαν  σταθερόν όπως ήταν στην αρχή τον κατεδίκασαν στον δια ξίφους θάνατον. Τότε ο μεν Άγιος έχαιρε ευφραινόμενος, οι δε δήμιοι έσυραν τον μάρτυρα με βία και θυμό βαδίζοντες προς τον τόπο της καταδίκης, που είχαν διαταχθή. Σύροντες δε τον άγιον μάρτυρα εις θάνατον, τι δεν έλεγαν και τι δεν έκαμναν εναντίον του. Τον κτυπούσαν, τον εξύβριζαν, τον ερράπιζαν και κάθε ένας από αυτούς ότι και αν ήθελε κακό έκαμνε στο μάρτυρα μέχρις, ότου έφθασαν στον τόπο της καταδίκης. Όταν έφθασαν εκεί, έκαμαν νεύμα οι πρώτοι τους σε έναν από τους δήμιους να αποκεφαλίση τον Μάρτυρα∙ εκείνος δε αφού πλησίασε στον μάρτυρα και απέσπασε την μαχαίρα του, απέκοψε την αγία κεφαλή του μάρτυρος την ενδέκατη του μηνός Ιουλίου του έτους 1722. Και το μεν σώμα του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου έπεσε ύπτιο στην γη, άγγελοι δε από τον ουρανό κατελθόντες και παραλαβόντες την αγία του ψυχή, με αγαλλίαση και πολλή ευφροσύνη, ωδήγησαν αυτήν στους ουρανούς, όπως και τις ψυχές των πριν από αυτόν μαρτύρων. Και πως δεν ήθελαν να χαρούν οι άγιοι άγγελοι σε τέτοια υπηρεσία; Διότι εκείνοι που χαίρονται για την μετάνοια ενός αμαρτωλού, όπως ο ίδιος ο Κύριος λέγει εις τα Ευαγγέλια, πως δεν ήθελαν να χαρούν δια αυτόν που υπέρ Χριστού μαρτυρικά έπαθε και απέθανε; Βέβαια αληθινά ευφράνθησαν και τον ενισχύσαντα τον μάρτυρα Χριστόν τον Θεόν ύμνησαν και εδόξασαν υπερβολικά. Επίσης και το πλήθος των χριστιανών που παρευρέθηκε εκεί, οι οποίοι αφού έδωσαν αργύρια ικανά στον ηγεμόνα, παρέλαβαν το πολυμακάριστον του μάρτυρος Νικοδήμου λείψανον και ψάλλοντες, έφεραν αυτό και κατέθεσαν σε λάρνακα και ενταφίασαν στον άγιον εκεί ναόν της Θεομήτορος. Το άγιον του οσιομάρτυρος Νικοδήμου λέιψανον, τηρείται από τον Θεόν σώον και ακέραιον, εκτελεί πάντοτε διάφορα θαύματα στους προσερχομένους, σ' αυτό με πίστι, δι' αυτό και την μνήμη του Αγίου κάθε χρόνο εορτάζουν πανηγυρίζοντες.

*        *       *

       Αυτός, αγαπητοί, είναι ο ασκητικός βίος και ο αθλητικός αγώνας του νέου αυτού αγίου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου. Έτσι αγωνίστηκε και έτσι ετελείωσε τον δρόμο του μαρτυρίου. Άρχισε με προθυμία τους αγώνας και ο Θεός βλέποντας την καλή του προαίρεσι, ανεπλήρωσε τα ελλείποντα, όσα δηλαδή δεν μπορεί να κάνη κάποιος με μόνη την ανθρώπινη δύναμι. Μήπως λοιπόν και εμείς, δεν έχομε χρέος να τιμάμε αυτόν με ξεχωριστόν τρόπον όπως και οι εκεί πατριώτες του Αγίου και οικείοι;
       Βέβαια το ίδιο χρέος και ακόμη περισσότερον, διότι εκεί μεν γεννήθηκε σωματικά, εδώ όμως αναγεννήθηκε πνευματικά. Εκεί ανατράφηκε κατά το σώμα, και εδώ (εννοεί την ιερά Σκήτη της Αγίας Άννης του Αγίου Όρους) αυξήθηκε κατά το πνεύμα∙ εκεί υπέμεινε τους μαρτυρικούς αγώνες, και εδώ τους ασκητικούς. Η πόλις του Βερατίου εντρυφά και χαίρεται στους μαρτυρικούς του αγώνες και το τέλος, και η ιδική μας Σκήτη κατατρυφά επίσης για τους ασκητικούς του αγώνας. Χωρίς βέβαια των ασκητικών προτύτερα αγώνων ίσως δεν θα ήταν δυνατόν να τελειώση το μαρτύριον. Πράγματι εδώ προετοίμασε, εθεμελίωσε και εστερέωσε όλο το σπίτι, και εκεί αυτό εχρωμάτισε. Ευφρανθείτε όλοι οι αδελφοί αυτής διότι έχομεν αυτόν πρέσβυ προς τον Θεόν και στην τωρινή και την μέλλουσα ζωή. Μάλιστα αληθινά έχομεν Αυτόν πρέσβυν, εάν τον σεβόμεθα και την εορτή του θεάρεστα επιτελούμε. Αληθινά εμείς σήμερα απομακρυνθήκαμε πολύ από της αρετής το προαύλιο. Δια να μη, λοιπόν, απομακρυνθούμε περισσότερο και χειροτερεύσουμε οφείλουμε να εκκλησιαζώμεθα, να έχωμε χρηστοήθεια ομόνοια, ταπεινό φρόνημα, και τις ευαγγελικές αρετές, για να έχωμε καλή ελπίδα σωτηρία μας... Να αποφύγωμε, αδελφοί, τα κακά και να επιτελούμε τα καλά, διά να έχωμε παρρησία προς τον Θεόν και προς τον Άγιον νέον Οσιομάρτυρα Νικόδημον, ο Οποίος πρεσβεύει για εμάς στον Χριστόν και Θεό μας, στον Οποίον ανήκει η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.**
*Σημείωσις εκδότου: Κατά την πρόσφατη επίσκεψι μας, 4 Απριλίου 1998, στο χωριό του Οσιομάρτυρος  Νικοδήμου Βυτσκούτς της περιοχής Κορυτσάς, ο σεβαστός Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος πατήρ Ιωάννης μας ανέφερε το εξής ιστορικό γεγονός που αξίζει να μνημονεύσουμε.
       Λόγω των σκληρών δοκιμασιών των Ορθοδόξων από τους Μουσουλμάνους είχαν έλθη στην πόλι του Βερατίου προύχοντες από χωριά για να δηλώσουν ότι γίνονται μουσουλμάνοι, για να έχουν υλικά προνόμια. Και συνέπεσε να βρεθούν τότε και να πληροφορηθούν την θαυμαστή διάσωσι του βασανιζομένου Οσιομάρτυρος Νικοδήμου, τον οποίον εκρήμνισαν από ύψος 60 μέτρων και στάθηκε όρθιος και αβλαβής. Και αντί να αρνηθούν το Χριστόν, όπως είχαν σκεφθεί, είπαν, μία πίστις που έχει τέτοια θαύματα είναι αληθινή, γι' αυτό και εμείς δεν αλλαξοπιστούμε και μένουμε πιστοί στην αγία πίστι των πατέρων μας, και γύρισαν πίσω στα χωριά τους, στερεωμένοι στην Ορθόδοξο πίστι.
       ** Στην καλύβη της αναλήψεως στην Αγία Άννα, που ασκήθηκε ο Άγιος, ευρίσκεται και μέρος του αγίου λειψάνου του Οσιομάρτυρα Νικοδήμου, ως και το χειρόγραφον της βιογραφίας Του. Η βιογραφία του Οσιομάρτυρος Νικοδήμου εκδίδεται με την συνδρομή του δούλου του Θεού Αλεξάνδρου από το εξωτερικόν, και των εκδόσεων «Ορθόδοξος Κυψέλη».
Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη" Θεσσαλονίκη
Το αλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης