Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Θεοδωράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωάννης Θεοδωράτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΠΑΝΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΤΟΝ ΙΝΔΙΚΟ.

Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος – Αμυντικός Αναλυτής

Ο Ινδικός Ωκεανός αποτελούσε ένας από τους γεωγραφικούς χώρους στον οποίο επιχειρούσαν τα πλοία του Οθωμανικού Ναυτικού, προστατεύοντας και ελέγχοντας τις θαλάσσιες γραμμές επικοινωνίας και εμπορίου μεταξύ της Ινδίας και της οθωμανικής επικράτειας αλλά και των λοιπών μουσουλμανικών χωρών. Σήμερα μετά από την παρέλευση μερικών αιώνων ο στόλος της νεοθωμανικής Τουρκίας επανέρχεται στο προσκήνιο, υπογραμμίζοντας το στρατηγικό ενδιαφέρον της Άγκυρας για την περιοχή. Δεν είναι το εμπόριο μπαχαρικών που προσελκύει τους Τούρκους, αλλά το γεγονός ότι από τα ελεγχόμενα από ισλαμικά κράτη ύψιστης γεωστρατηγικής σημασίας στενά του Ορμούζ και του Άντεν (που συνδέουν μέσω του Σουέζ την Ευρώπη με τις ασιατικές αγορές και τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες του Κόλπου), διέρχεται το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου δικτύου θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου και των εμπορευμάτων από και προς την Κίνα. Ήδη στην θαλάσσια περιοχή νοτιανατολικά της Αραβίας και ανατολικά της Σομαλίας υπάρχει έντονη ναυτική παρουσία στόλων από τις μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις της υφηλίου, με αφορμή της καταπολέμηση της πειρατείας. Η Τουρκία διατηρεί τη δική της ναυτική παρουσία (στο πλαίσιο της Τask Force 151) υπό τη διοίκηση του υποναυάρχου Σινάν Ερτογρούλ.


Στις 2 Ιουλίου κατέπλευσαν στο λιμάνι Καράτσι του Πακιστάν μοίρα τεσσάρων πολεμικών σκαφών προκειμένου να πραγματοποιήσουν τριήμερη προγραμματισμένη επίσκεψη και να συμμετάσχουν σε ασκήσεις με το Πακιστανικό Ναυτικό και στη συνέχεια με το Ινδικό Ναυτικό. Πρόκειται για τις φρεγάτες «Barbaros» (F-244), «Gemlik» (F-492), «Gelibolu» (F-493) και το πλοίο λογιστικής υποστήριξης «Gungor» (A-595). Η τουρκική μοίρα εκτέλεσε σειρά εκπαιδευτικών αντικειμένων όπως ασκήσεις κατά πλοίων επιφανείας, αντιαεροπορικής άμυνας, ανθυποβρυχιακές, ενώ μετά το Πακιστάν θα επισκεφθεί το ινδικό λιμάνι της Βομβάης όπου το διήμερο 11-12 Ιουλίου θα συμμετάσχει σε κοινή άσκηση με το Ινδικό Ναυτικό. Έτσι θα καταγραφεί μιαν εντυπωσιακή αποστολή επίδειξης σημαίας, σε μια περίοδο που το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) κατέβαλλε αγωνιώδες προσπάθειες να εξασφαλίσει στοιχειώδη επάρκεια καυσίμων…

Το γεωπολιτικό ενδιαφέρον των Τούρκων για την θαλάσσια περιοχή που εκτείνεται μεταξύ των Στενών του Άντεν, της Ερυθράς Θάλασσας και του Ινδικού Ωκεανού χρονολογείται από τα τέλη του 15ου αιώνα. Οι βασικοί γεωπολιτικοί αντίπαλοι ήταν οι Οθωμανοί και οι Πορτογάλοι.
Το 1509 η Οθωμανική Αυτοκρατορία επί σουλτάνου Βαγιαζήτ Β΄ (1481-1512) απέστειλε πολεμικά πλοία (γαλέρες) στους υποτελείς Μαμελούκους προκειμένου εκείνοι να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις πειρατικές επιθέσεις των Πορτογάλων, άλλοτε συνεταίρων τους στο εμπόριο μπαχαρικών. Τα πλοία μεταφέρθηκαν από την Μεσόγειο στην Ερυθρά και επανδρώθηκαν με Έλληνες ναύτες, Οθωμανούς αξιωματικούς και πρώην Χριστιανούς εξωμότες. Τον Φεβρουάριο του 1509 οι ενωμένες ναυτικές δυνάμεις των Μαμελούκων και των Οθωμανών συνετρίβησαν από τις καλύτερα εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες ναυτικές μονάδες και άνδρες των Πορτογάλων. Οι Οθωμανοί είχαν αντιληφθεί ότι απαιτείτο η ενδυνάμωση της ναυτικής τους παρουσίας στην περιοχή προκειμένου να ελεγχθούν τα στρατηγικά περάσματα των Στενών του Άντεν και του Ορμούζ από τους Πορτογάλους.

Το 1525 ο πλοίαρχος Σαλμάν Ρεϊς υπέβαλλε αναφορά προς τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Α΄(1520-1566), για τη δράση των Πορτογάλων στον Ινδικό Ωκεανό. Πρότεινε την υπαγωγή της ευρύτερης Αβησσυνίας (Αιθιοπίας), την οποία οι Οθωμανοί ονόμαζαν «Χαμπές», υπό μόνιμο στρατιωτικό-ναυτικό έλεγχο, καθώς είχε συνειδητοποιήσει την γεωστρατηγική σημασία της περιοχής για τον έλεγχο των Στενών του Άντεν. Στόχος ήταν ο αποκλεισμός των Πορτογάλων από την Ερυθρά Θάλασσα, που τελικά επιτεύχθηκε το 1557, κατά τη διάρκεια του δεύτερου Οθωμανο-πορτογαλικού πολέμου (1538-1557), δίνοντας στους Οθωμανούς τον πολυπόθητο έλεγχο των τελωνειακών δασμών που επιβάλλονταν στα πολύτιμα εισαγόμενα προϊόντα προς την Δύση. Το Οθωμανικό Ναυτικό πραγματοποίησε επιχειρήσεις στην Ερυθρά Θάλασσα, τις ακτές της Ανατολικής Αφρικής και στον Ινδικό Ωκεανό, αλλά δεν κατάφερε να εκτοπίσει τους Πορτογάλους από την Ινδία. Σημειώνεται ότι η κύρια φάση της σύγκρουσης ξεκίνησε το 1538 όταν στόλος εκ 54 οθωμανικών πλοίων υπό τον Χουσεΐν Πασά πολιόρκησε ανεπιτυχώς την πορτογαλική αποικία Diu. Οι μάχες και οι ναυμαχίες συνεχίστηκαν με αποκορύφωμα το 1542 στη ναυμαχία της Βόφλα συνελήφθη αιχμάλωτος ο Πορτογάλος ναύαρχος Κριστομπάλ ντε Γκάμα (υιός του Βάσκο ντε Γκάμα), ο οποίος εκτελέσθηκε καθώς αρνήθηκε να εξισλαμιστεί. Το Πορτογαλικό Ναυτικό είχε νικήσει αρκετές φορές (1541, 1545, 1549) τους Οθωμανούς στην Αραβική Θάλασσα έξω από την περιοχή του Diu. Το 1547 ο γνωστός Πίρι Ρέις επικεφαλής Οθωμανο-αιγυπτιακού στόλου κατέπλευσε στον Ινδικό Ωκεανό ανακαταλαμβάνοντας πολλά σημαντικά λιμάνια, ενώ έθεσε υπό οθωμανικό έλεγχο τα Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο το 1552. Μεταξύ 1558-1563 διεξήχθη ο τρίτος Οθωμανο-πορτογαλικός πόλεμος ενώ την περίοδο 1580-1589 οι Οθωμανοί επιχείρησαν για τελευταία φορά να εκδιώξουν τους γεωπολιτικούς αντιπάλους τους από τον Ινδικό και τις ακτές της Ανατολικής Αφρικής.

Σήμερα η ημισέληνος κυματίζει ξανά στα πελάγη που έδρασε ο Πίρι Ρέις, υπενθυμίζοντας στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της περιοχής ότι η νεοθωμανική Τουρκία επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Όταν μάλιστα ολοκληρωθεί το ευμέγεθες πρόγραμμα ναυτικών εξοπλισμών, τότε η παρουσία των τουρκικών πολεμικών σκαφών αναμένεται να αποκτήσει μόνιμο χαρακτήρα, επιδιώκοντας να βρει ναυτική διευκόλυνση σε μια φίλα προσκείμενη μουσουλμανική αφρικανική χώρα της περιοχής.

πηγή Περί Αλός
Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 28 Ιουνίου 2012

ΕΝΙΣΧΥΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΩΣ Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΑΚΤΟΦΥΛΑΚΗ

Περί Αλός
Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος-Αμυντικός Αναλυτής

Σύντομα στη θάλασσα του Αιγαίου θα δούμε τη νέα κλάση πλοίων έρευνας και διάσωσης ανοικτής θάλασσας όπως το εικονιζόμενο «Dost» (701). Παρατηρείστε τον κύριο οπλισμό στην πλώρη με το δίδυμο πυροβόλο των 40 χλστ. ΦΩΤΟ:


Οι βλέψεις της Τουρκίας στις θαλάσσιες περιοχές του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, υποστηρίζονται από τις ναυτικές μονάδες της Διοίκησης Ναυτικών Δυνάμεων (TDK) και από τα σκάφη της Διοίκησης Ασφάλειας Ακτών. Η Τουρκική Ακτοφυλακή, όπως είναι ευρύτερα γνωστή, αποτελεί έναν από τους πολλαπλασιαστές ισχύος της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής έναντι της χώρας μας, καθώς τα τελευταία χρόνια υλοποιείται ένα μεγαλεπήβολο πρόγραμμα ναυπηγήσεων νέων σκαφών, ορισμένα από τα οποία έχουν εκτόπισμα 1.700 τόνων. Η Διοίκηση Ασφάλειας Ακτών υπαγόταν στο Υπουργείο Εσωτερικών ενώ από το 2003 υπήχθη στο Αρχηγείο Ενόπλων Δυνάμεων ως ανεξάρτητη διοίκηση. Σύμφωνα με το σχέδιο αναδιοργάνωσης που έχει εκπονηθεί το 2014 θα στελεχώνεται από 7.000 άτομα με τελικό στόχο να φθάσει τα 10.000. Η διοίκηση διαθέτει 65 βάσεις και λιμάνια από τα οποία επιχειρούν 14 ελικόπτερα ΑΒ-412 και τρία Αεροσκάφη Ναυτικής Συνεργασίας (ΑΦΝΣ) τύπου CN-235. Εκτός αυτών η Ακτοφυλακή επανδρώνει τουλάχιστον 160 σκάφη και λέμβους.  


Μεταξύ των σκοπών της Ακτοφυλακής είναι η ανάληψη αποστολών έρευνας και διάσωσης (SAR), καθώς και η προστασία των τουρκικών συμφερόντων σε θέματα που άπτονται της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Προκειμένου η Τουρκία να μπορεί να χρησιμοποιήσει και την Ακτοφυλακή της ως εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αποφασίσθηκε η υλοποίηση ενός μεγαλεπήβολου προγράμματος ναυπηγήσεων πλοίων διαφόρων εκτοπισμάτων. Κορωνίδα των προγραμμάτων είναι η κατασκευή τεσσάρων πλοίων έρευνας και διάσωσης ανοικτής θάλασσας εκτοπίσματος 1.700 τόνων, τα οποία μπορούν να φιλοξενήσουν ελικόπτερο. Η σχεδίαση βασίστηκε στην κλάση Sirio των ιταλικών Ναυπηγείων Fincantieri. Το πρώτο πλοίο – που έδωσε και το όνομα στην κλάση – «Dost» (701) (Φίλος) καθελκύστηκε από τα Ναυπηγεία RMK τον Ιούνιο του 2010 και αναμένεται να ενταχθεί στην δύναμη της Ακτοφυλακής. Το δεύτερο πλοίο ονομάστηκε «Guven» (702) (Εμπιστοσύνη) καθελκύστηκε τον Δεκέμβριο του 2010 και σύντομα θα ξεκινήσει η επιχειρησιακή του αξιοποίηση. Το τρίτο πλοίο της κλάσης «Umut» (703) (Ελπίδα) καθελκύστηκε στις 31 Μαίου 2011 και έχει ξεκινήσει τις δοκιμές εν πλω. Εντός του 2012 αναμένεται η καθέλκυση του τελευταίου σκάφους «Yasam» (704) (Ζωή) που ολοκληρώνει το πρόγραμμα. Τα τέσσερα αυτά σκάφη είναι πολύ μεγαλύτερα από οτιδήποτε πλοίο διαθέτει το Λιμενικό Σώμα, καθώς λόγω μεγέθους (88,4 x 12,2 x 4,6 μέτρα) σχεδιάστηκαν να φιλοξενούν ελικόπτερο και να επιχειρούν υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Αναπτύσσουν ταχύτητα 22 κόμβων και έχουν εμβέλεια 3.500 μιλίων με οικονομική ταχύτητα 14 κόμβων. Το πλήρωμα τους είναι 60 άτομα. Οι αποστολές που αναλαμβάνουν είναι SAR, περιπολία, επιτήρηση ακτών, θαλάσσιος έλεγχος, αποτροπής λαθρεμπορίου και λαθρομετανάστευσης (σ.σ. εδώ διαφαίνεται ο κυνισμός των Τούρκων που ναυπηγούν πλοία με σαφείς επιχειρησιακούς στόχους κατά της χώρας μας, τα οποία στη συνέχεια τα «βαπτίζουν» κυνηγούς λαθρομεταναστών…), αποτροπής ρύπανσης, κατάσβεσης πυρκαγιών. Ο οπλισμός του σκάφους αποτελείται από ένα δίδυμο πυροβόλο των 40 χλστ και δύο σταθεροποιημένα πολυβόλα των 12,7 χλστ, ενώ στο υπόστεγο που φέρει μπορεί να φιλοξενήσει ένα ελικόπτερο AB-412 EP. Εντός του 2012 καθώς έχουν σημειωθεί καθυστερήσεις θα ενταχθούν σε υπηρεσία τα δύο πρώτα πλοία της κλάσης Dost και οι νέες «γκιουβενλίκες» θα αποτελέσουν το νέο καύχημα της Διοίκησης Ασφάλειας Ακτών.

Το αλίευσα ΕΔΩ

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ ΚΑΙ ΠΛΟΙΑ ΑΕΡΑΜΥΝΑΣ, ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΝ

Περί Αλός


Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος
Δημοσιογράφος-Αμυντικός Αναλυτής

Παρακολουθώντας την πορεία υλοποίησης των τουρκικών ναυτικών εξοπλισμών σε συνδυασμό με την ανάγκη διαμόρφωσης ενός αξιόπιστου δόγματος ναυτικής ισχύος – το οποίο σήμερα δεν υφίσταται – για το Πολεμικό Ναυτικό (ΠΝ) σε συνάρτηση με την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, προκύπτει αβίαστα ένα τεχνοκρατικό ερώτημα: Tι είδους-τύπους πλοία πρέπει να διαθέτει το ΠΝ ώστε να είναι επιχειρησιακά ικανό κατά την κρίσιμη περίοδο 2012-2022 να αντιμετωπίσει την αναδυόμενη τουρκική ναυτική απειλή;

Είναι γεγονός ότι οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις έχουν εισέλθει σε τροχιά σύγκρουσης, η οποία θα λάβει χώρα κάποια χρονική στιγμή στο προσεχές μέλλον και θα έχει ως σημείο αναφοράς το εύρος της ελληνικής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και ειδικότερα την άρνηση εκμετάλλευσης των υποθαλάσσιων ενεργειακών κοιτασμάτων (φυσικό αέριο, πετρέλαιο) από την Αθήνα. Συνεπώς δεν αποτελεί παράδοξο η τάση που χαρακτηρίζει την τουρκική στρατηγική να επενδύει με διαρκώς αυξανόμενο ρυθμό στους ναυτικούς εξοπλισμούς και στην υλοποίηση ενός πρωτοφανούς προγράμματος ναυπηγήσεων, παράλληλα με την αναβάθμιση της αεροπορικής ισχύος των Τουρκικών Αεροπορικών Δυνάμεων.

Ωστόσο η Τουρκία με προσεκτικούς σχεδιασμούς δεν αναπτύσσει μόνο το Ναυτικό της αλλά και την Ακτοφυλακή, την οποία μετατρέπει σε μια αξιόλογη δύναμη επιφανείας (πλοία έρευνας και διάσωσης), η οποία θα δράσει συμπληρωματικά με τους εθνικούς της σχεδιασμούς. Εκείνο που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι το κέντρο βάρος της μελλοντικής τουρκικής επιχειρησιακής σχεδίασης εντοπίζεται:

α) στην απόκτηση σειράς σκαφών διαφόρων κλάσεων μεσαίου και μεγάλου εκτοπίσματος με σκοπό την μεταφορά ισχυρής αποβατικής δύναμης μεγέθους ενισχυμένου τάγματος πεζοναυτών, συν μιας τουλάχιστον επιλαρχίας αρμάτων, καθώς και στην κατασκευή πλοίων υποστήριξης αυτής (πλοίο αμφιβίων επιχειρήσεων, αρματαγωγά ανοικτού και κλειστού τύπου),

β) στη ναυπήγηση ενός αεροπλανοφόρου εκτοπίσματος 25.000 τόνων από το οποίο θα επιχειρούν αεροσκάφη τύπου STOVL και ελικόπτερα,

γ) στην εγχώρια ναυπήγηση έξι υποβρυχίων Type 214,

δ) στην εγχώρια σχεδίαση και ανάπτυξη τεσσάρων έως έξι πλοίων με δυνατότητες αεράμυνας περιοχής,

ε) στην σταθερή υλοποίηση του υφιστάμενου προγράμματος ναυπήγησης Milgem το οποίο θα αποδώσει συνολικά 12 σκάφη.

 Αποτυπώνοντας το σύνολο των τουρκικών ναυτικών εξοπλιστικών προγραμμάτων διαπιστώνουμε ότι το επίκεντρο της «φρενίτιδος» ναυπηγήσεων και αναβαθμίσεων (αισθητήρες, οπλικά συστήματα) των ήδη υπαρχόντων μονάδων επιφανείας και υποβρυχίων της Διοίκησης Ναυτικών Δυνάμεων, αποκαλύπτει ξεκάθαρα τις προθέσεις των Τούρκων επιτελών και συγκεκριμένα:

α) επίτευξη ναυτικής υπεροπλίας σε σκάφη και συστήματα, η οποία απαιτείται για να ελεγχθεί ο χώρος της Ανατολικής Μεσογείου μεταξύ Κύπρου και Κρήτης-Ρόδου-Καστελορίζου (συν ο εναέριος χώρος υπεράνω αυτού) και παράλληλα να αποτραπεί το ΠΝ από το να επιχειρήσει στην συγκεκριμένη περιοχή,

β) συγκρότηση μιας ισχυρής δύναμης-ομάδας μάχης (task force) από σκάφη επιφανείας και υποβρύχια για την προστασία του πλοίου αμφιβίων επιχειρήσεων, της εν γένει αποβατικής δύναμης και του αεροπλανοφόρου που ενδεχομένως θα αποκτηθεί,

γ) αποτελεσματική και εναρμονισμένη διακλαδική συνεργασία Ναυτικού και Αεροπορίας για την υποστήριξη αποβατικών και γενικά αμφίβιων επιχειρήσεων με στόχο ελληνικά νησιά υψηλής γεωστρατηγικής αξίας, η κατοχή των οποίων μεταβάλλει δραστικά επ΄ωφελεία των τουρκικών συμφερόντων τα όρια της ΑΟΖ (βλ. Καστελόριζο, Κάσος, Κάρπαθος και μεσομακροπρόθεσμα Ρόδος, Ανατολική Κρήτη).

Αφού διαπιστώσαμε και καταγράψαμε το τι συμβαίνει στην «άλλη πλευρά του λόφου» ερχόμαστε να προτείνουμε τρόπους αντιμετώπισης της νέο-οθωμανικής ναυτικής απειλής. Σήμερα το ΠΝ και υπό την πίεση της οικονομικής κρίσης δεν μπορεί παρά μόνο περιστασιακά και οριακά να ανταποκριθεί σε αποστολές ανατολικά της γραμμής Κρήτης-Καστελορίζου. Τα μέσα που πρέπει να διαθέτει – πέραν των καυσίμων και της επαρκούς υποστήριξης σε ανταλλακτικά, αναλώσιμα των πλοίων και των οπλικών συστημάτων/αισθητήρων που φέρουν – διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: α) υποβρύχια και β) πλοία με δυνατότητες αεράμυνας περιοχής. Η πρώτη απαίτηση ύπαρξης υποβρυχίων με κατάλληλες δυνατότητες καλύπτεται μερικώς καθώς υφίστανται μόλις ένα σκάφος Type 214 με δυνατότητες AIP και αυτό χωρίς σύγχρονες τορπίλες (!) και επτά άλλα παλαιότερα σκάφη (Type 209/1100 και Type 209/1200 εκ των οποίων ένα – το «Ωκεανός» S118 – έχει εκσυγχρονισθεί/αναβαθμιστεί αλλά δεν έχει παραληφθεί). Η δεύτερη απαίτηση δεν καλύπτεται από τον υπάρχοντα στόλο επιφανείας καθώς το ΠΝ δεν διαθέτει πλοία με ικανότητες αντιαεροπορικής άμυνας περιοχής, στοιχείο απαραίτητο για την επιβίωση μιας ναυτικής δύναμης που θα επιχειρεί στην καρδιά της Ανατολικής Μεσογείου, υπό την δαμόκλεια σπάθη της Τουρκικής Αεροπορίας. Άρα πως πρέπει να δράσουμε προκειμένου να είμαστε σε θέση να υπερασπίσουμε στην πράξη και όχι στα λόγια τα εθνικά συμφέροντα στην προσφιλή μας από την αρχαιότητα υδάτινη περιοχή της Μεσογείου;

Τα υποβρύχια που φέρουν σύστημα AIP – όπως τα Type 214 –  αποτελούν το μοναδικό όπλο που επιτρέπουν στο ΠΝ και στην ελληνική πολιτικο-στρατιωτική διπλωματία να προασπίσουν τα εθνικά συμφέροντα καθώς και να πλήξουν πρώτα τον εχθρό. Αθόρυβα και απροειδοποίητα «περιβεβλημένα» με την κατάλληλη πολιτική εντολή που θα έχει δοθεί εγκαίρως (σ.σ. όχι όπως συνέβη με καθυστέρηση εις διπλούν το 1974…) τα Type 214 ουσιαστικά έχουν την επιχειρησιακή δυνατότητα να προσβάλλουν την όποια αμφίβια δύναμη κινηθεί κατά νήσου ή νήσων και να λειτουργήσουν αποτρεπτικά σε κάθε άλλη «ειρηνική» αντιπαράθεση στο πλαίσιο προβολής διεκδικήσεων κατά της ΑΟΖ, ή δυναμικά αν απαιτηθεί. Αναγνωρίζοντας τα προφανή πλεονεκτήματα της κλάσης Type 214 οι Τούρκοι επέλεξαν να προμηθευτούν έξι μονάδες ώστε να αποκτήσουν αριθμητική υπεροχή έναντι του ΠΝ. Το δυστύχημα είναι ότι η ελληνική πλευρά έχει εμπλακεί σε μια πολιτικο-οικονομική αντιπαράθεση και αντί να έχει προχωρήσει στην παραλαβή και των υπολοίπων τριών υποβρυχίων Type 214, χάνει πολύτιμο χρόνο, τον οποίο κερδίζει η αντίπαλη πλευρά.

Το ΠΝ δεν μπορεί να προχωρήσει στην απόκτηση νεότευκτων πλοίων ικανότητας αεράμυνας περιοχής καθώς δεν είναι μόνο θέμα χρημάτων, αλλά και επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Το ΓΕΝ αναγνωρίζει ότι στην Ανατολική Μεσόγειο μπορούν να «σταθούν» αποτελεσματικά και να επιβιώσουν μόνον σκάφη που φέρουν ολοκληρωμένο σύστημα αντίστοιχων δυνατοτήτων με αυτές που παρέχει το Aegis του Αμερικανικού Ναυτικού. Συνεπώς το πλοίο που μπορεί να εκτελέσει άκρως επικίνδυνες αποστολές δεν μπορεί παρά να είναι μια κλάση όσο το δυνατόν εγγύτερα στις επιχειρησιακές ανάγκες του ΠΝ. Ένα τέτοιο πλοίο είναι η κλάση Arleigh Burke και όχι τα καταδρομικά τύπου Ticonderoga. Ο μοναδικός τρόπος απόκτησης είναι μέσω παραχώρησης από τις ΗΠΑ με πολιτική απόφαση, η οποία θα χρησιμοποιήσει όλη την ισχύ των lobbies προκειμένου να καμφθούν οι όποιες αντιδράσεις μπορούν να εγερθούν, καθώς θα αποτελεί ιδιαίτερη συμβολική ενέργεια ύψιστης πολιτικής σημασίας. Τα αντιτορπιλικά κλάσης Arleigh Burke θα παρέχουν μέσω του συστήματος Aegis και των βλημάτων SM-2 την κατάλληλη κάλυψη για υλοποίηση επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Υπό ιδανικές συνθήκες θα πρέπει να αποκτηθούν τέσσερα σκάφη με έδρα τον Ναύσταθμο Κρήτης, ο οποίος πρέπει να εξελιχθεί και να αναβαθμιστεί σε κύρια έδρα του Στόλου και της δύναμης που θα κληθεί να προασπίσει και να επιβάλλει τον σεβασμό των εθνικών συμφερόντων στις θαλάσσιες εκτάσεις μεταξύ Κρήτης, Ρόδου, Καστελορίζου και Κύπρου.

Ολοκληρώνοντας την σύντομη ανάλυση συνοψίζουμε ότι για την καλύτερη και ταχύτερη δυνατή ενίσχυση των εθνικών αμυντικών δυνατοτήτων στον επίπεδο της ναυτικής ισχύος, η Αθήνα οφείλει να πραγματοποιήσει δύο βήματα. Το πρώτο είναι να παραλάβει τα εναπομείναντα τρία υποβρύχια Type 214, να τα εξοπλίσει με τορπίλες βαρέως τύπου και να εκμεταλλευτεί την παρούσα γεωπολιτική συγκυρία-ευκαιρία στις ΗΠΑ, για να εξασφαλίσει την αποδέσμευση 2-4 αντιτορπιλικών Arleigh Burke με το ανάλογο απόθεμα βλημάτων SM-2. Η επιτυχής ολοκλήρωση των δύο αυτών στόχων θα συμβάλει κάθετα και με αποφασιστικό τρόπο στην εμπέδωση κλίματος ασφάλειας, σταθερότητας και θα λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής δύναμης υπέρ των εθνικών γεωστρατηγικών συμφερόντων στην περιοχή, με την οποία έχουμε χιλιάδες χρόνια στενούς ιστορικούς δεσμούς, από την εποχή του Τρωϊκού Πολέμου και της πανάρχαιας «Γεωπολιτικής των Αχαιών». Μιας γεωπολιτικής στρατηγικής που παρότι μας χωρίζουν από την απαρχή της εξύφανσης αυτής προ 3.500 χρόνια, οι βασικοί μοχλοί σχεδίασης και υλοποίησης συνεχίζουν να παραμένουν ζωντανοί και ενεργοί μέχρι και σήμερα. Διαχρονικά οι Έλληνες (από την θαλασσοκρατορία του Μίνωα) χρησιμοποίησαν τη ναυτική ισχύ για να μεγαλουργήσουν και να επιβάλλουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Ας μην το ξεχνούμε, γεγονός που μας το επιβεβαιώνει και επισημαίνει ο Θουκυδίδης μέσα από τα κείμενά του, καθότι η Ιστορία με την Γεωγραφία αποτελούν τις δύο αναγκαίες και ικανές συνθήκες για την σχεδίαση των πεπρωμένων του έθνους μας. Να ενεργήσουμε όπως μας προτρέπει η ιστορία και να εκμεταλλευτούμε τα οφέλη που τόσο ζηλότυπα διαφύλαξε για εμάς και τους απογόνους μας η γεωγραφία. Στόλος θαλάσση κρατείν.
Το αλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης