Λένε για τον μακάριο Αντώνιο ότι ποτέ του δε σκέφθηκε να κάνει κάτι πού να ωφελεί τον εαυτό του πιότερο από τον πλησίον του κι αυτό, γιατί πίστευε πώς το κέρδος του πλησίον του είναι γι’ αυτόν άριστη εργασία.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γεροντικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γεροντικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 21 Αυγούστου 2012
Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011
Λογισμοί, λογισμοί, λογισμοί...και κατάκριση!
Ενας μοναχός ρωτησε τον Αββάν Ιωσήφ:
-Ούτε στην άσκηση τα καταφέρνω, ούτε στα έργα της αγάπης και στον κόπο της ιεραποστολής πετυχαίνω. Τι να κάνω;
Ο σοφός γέροντας με την πλούσια πείρα της ασκήσεως στην έρημο απαντάει:
-Κι αν δεν μπορείς, από κόπο ή αδυναμία, να κάνεις τίποτε απ' αυτά τα θεάρεστα έργα, τήρησε τουλάχιστον τη συνείδηση ανένοχη από κάθε κακό για τον αδελφό σου. Ούτε πράξη ούτε λογισμός εναντίον του να τη βαραίνει ...;
Τόσο δύσκολο! Πώς να το πετύχει κανείς;
Στροφή στον εσωτερικό κόσμο, το μάτι στις δικές μας αμαρτίες, στα καθημερινά πταίσματα, στις πτώσεις και την ασυνεσία μας.
Τότε ίσως πιάνεις αμυδρότερα τα λάθη των άλλων και λιγότερο απασχολούν το λογισμό και την κρίση σου ή τουλάχιστον λιγότερο σ' ενοχλούν.
Όμως είναι σκληρή η πραγματικότητα. Ο άλλος είναι ζωντανός κοντά μας, στο σπίτι, στο Πανεπιστήμιο, στο γραφείο, στη συνεργασία.
Με τη στάση, με το λόγο του, με τη συμπεριφορά του μας ενοχλεί, μας πιέζει, μας συκοφαντεί, μας αδικεί, μας κουράζει με το χαρακτήρα του. Αγωνιζόμαστε να μην ανταποδώσουμε ίσως κάτι κακό με πράξη και λόγο, αλλά ο λογισμός δουλεύει, δε χαλιναγωγείται εύκολα η σκέψη.
Και ο Αββάς Μωυσής, διαπιστώνοντας πόσο βαθιά φθείρει την πνευματική ζωή ο λογισμός, που φτάνει στην κατάκριση, οδηγείται στο συμπέρασμα:
« ...οφείλει άνθρωπος αποθανείν από του εταίρου αυτού του μη κρίνειν αυτόν έν τινι».
Ο άγιος ερημίτης προτείνει ακραίες λύσεις για ν' αποφύγει ο αγωνιζόμενος το λογισμό της κατακρίσεως.
Θεώρησε νεκρό τον εαυτό σου κι έτσι δεν έχεις πια καμιά δύναμη να κατακρίνεις τον άλλο, να σκέφτεσαι τα του άλλου.
«Έλεγον περί του Αββά Ποιμένος ότι, όταν ήμελλεν εις σύναξιν ελθείν, εκάθητο κατ' ιδίαν διακρίνων τους λογισμούς αυτού, ωσεί ώραν μίαν και ούτω εξήρχετο ...».
Όχι μια ώρα, αλλά έστω αν ένα λεπτό, λίγες στιγμές, πριν από τις συναντήσεις μας με τους φίλους, τους συνεργάτες, τους συναδέλφους, τους αδελφούς, ελέγχαμε τους διαλογισμούς μας, πόσο πιο σωστοί θα είμαστε στις σχέσεις μας.
«Είπεν ο Αββάς Ισαάκ, ότι ουδέποτε εισήνεγκα εις το κελλίον μου λογισμόν κατά αδελφού θλίψαντός με ...;».
Τι σπάνια, άγια μαρτυρία!
Με ένα τέτοιο αγώνα τηρεί κανείς τη συνείδηση «από του πλησίον από παντός κακού και σώζεται ...;»!
Το αλίευσα ΕΔΩ
Labels:
γεροντικά,
λόγοι αββάδων
Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011
Φλόγα φόβου Θεού
Διηγήθηκε κάποιος μαθητής σχετικά με το γέροντά του ότι είκοσι ολόκληρα έτη δεν κοιμήθηκε στο πλευρό του, αλλά στο κάθισμά του στο οποίο εργαζόταν εκεί κοιμόταν καθισμένος. Έτρωγε δε ή κάθε δύο μέρες ή κάθε τέσσερις ή κάθε πέντε και έτσι έκανε είκοσι χρόνια.
Και όταν έτρωγε, το ένα του χέρι ήταν τεντωμένο σε προσευχή και με το άλλο έτρωγε. Και όταν εγώ του είπα
-Τι είναι αυτό, γιατί κάνεις έτσι, αββά; μου αποκρινόταν
-Έχω την Κρίση του Θεού μπροστά στα μάτια μου και δεν μπορώ να υπομείνω.
Έγινε δε κάποτε όταν αρχίζαμε την ακολουθία, μου ξέφυγε και έκανα λάθος κάποια λέξη στον ψαλμό όταν τελειώσαμε τη σύναξη, αποκρίθηκε ο Γέροντας και μου είπε:
-Εγώ όταν αρχίζω την ακολουθία, σα φωτιά νοιώθω από κάτω μου να καίγεται και δεν μπορεί ο λογισμός μου να ξεφύγει δεξιά ή αριστερά. Πού ήταν ο λογισμός σου, όταν αρχίσαμε την ακολουθία, γιατί έκανες λάθος μια λέξη στον ψαλμό; Δεν ξέρεις ότι ενώπιον του Θεού στάθηκες και στο Θεό μιλούσες;
Γεροντικό Το αλίευσα ΕΔΩ
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες,
λόγοι γερόντων
Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011
Συνάθληση...Γι' αυτό δε λαμβάνουμε τη χάρη!!!
Ενας μοναχός ρώτησε κάποιο Γέροντα:
-Πώς
γίνεται και τώρα κάποιοι κοπιάζουν πολύ με την άσκηση, αλλά δε
λαμβάνουν τη χάρη όπως οι παλιοί;. Και αποκρίνεται ο Γέροντας.
-Τότε
υπήρχε αγάπη, και καθένας τραβούσε τον πλησίον του προς τα πάνω, ενώ
τώρα ψυχράθηκε η αγάπη και ο καθένας τον πλησίον του τον σέρνει προς τα
κάτω.
Γι' αυτό δε λαμβάνουμε τη χάρη!!!
Labels:
γεροντικά,
λόγοι γερόντων
Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011
Πόθος Χριστού έσβεσε πόθον γονέων!!
Διηγήθηκε κάποιος Πατέρας για τον αββά Ποιμένα και τους αδελφούς του ότι κατοικούσαν στην Αίγυπτο και, ενώ επιθυμούσε η μητέρα τους να τους δει, δεν μπορούσε. Τους παρακολούθησε όμως μια μέρα, όταν έφευγαν στην εκκλησία και τους συνάντησε.
Αυτοί
μόλις την είδαν γύρισαν και της έκλεισαν την πόρτα στο πρόσωπο. Εκείνη
έκραζε μπροστά στην πόρτα και έλεγε με κλάματα και πολύ πόθο.
-Να σας δω, παιδιά μου αγαπημένα.
Όταν την άκουσε ο αββάς Ανούβ ήρθε στον αββά Ποιμένα και του είπε.
-Τι θα
κάνουμε με τη γριούλα αυτή που κλαίει έξω από την πόρτα; Σηκώθηκε τότε ο
αββάς Ποιμήν και ήρθε στην πόρτα και από μέσα στάθηκε και την άκουσε να
κλαίει με πόθο πολύ και της είπε:
- Τι φωνάζεις έτσι, γριά;
Αυτή όταν άκουσε τη φωνή του πολύ περισσότερο φώναζε και έλεγε.
- Θέλω να
σας δω, παιδιά μου. Τι πειράζει, αν σας δω; Μήπως δεν είμαι μητέρα σας,
μήπως εγώ δε σας θήλασα; Λευκασμένη είμαι ολόκληρη κι άκουσα τη φωνή σου
και ταράχτηκα.
- Εδώ θέλεις να μας δεις ή στον άλλο κόσμο;
- Αν δε σας δω εδώ, παιδί μου, θα σας βλέπω εκεί;
- Αν πιέσεις τον εαυτό σου να μη μας δεις εδώ, θα μας βλέπεις εκεί.
Έφυγε τότε χαρούμενη και έλεγε:
-Αν θα σας βλέπω εκεί μια για πάντα, δε θέλω να σας δω εδώ.
Το αλίευσα ΕΔΩ 1myblog
Labels:
γεροντικά,
λόγοι αββάδων
Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011
Ο Μοναχός και το όμικρον... στη μέση!
Έλεγαν
για τον αββά Σιλουανό ότι είχε κάποιο μαθητή με το όνομα Μάρκο, ο
οποίος είχε μεγάλη υπακοή. Αυτός ήταν καλλιγράφος, ο δε Γέροντας τον
αγαπούσε για την υπακοή του.
Ο
Γέροντας είχε άλλους ένδεκα μαθητές, οι οποίοι θλίβονταν γιατί αγαπούσε
το Μάρκο περισσότερο από αυτούς. Όταν το έμαθαν αυτό οι Γέροντες
λυπήθηκαν. Κάποια μέρα λοιπόν ήρθαν προς αυτόν οι Γέροντες και τον
ήλεγχα.
Τότε,
τους πήρε ο αββάς Σιλουανός, βγήκε και χτύπησε όλα τα κελιά λέγοντας
«Αδελφέ τάδε, έλα, γιατί σε χρειάζομαι». Και κανείς απ' αυτούς δεν τον
ακολούθησε αμέσως. Ήλθε και στο κελί του Μάρκου και χτύπησε λέγοντας
«Μάρκε».
Αυτός
όταν άκουσε τη φωνή του Γέροντα αμέσως πήδησε έξω, ο δε Γέροντας τον
έστειλε σε διακονία. Και λέει στους Γέροντες «Πού είναι οι υπόλοιποι
αδελφοί, Πατέρες;».
Και
μπήκε στο κελί του Μάρκου και ψηλάφησε το εργόχειρό του. Και βρήκε ότι
έβαλε το χέρι να κάνει το ο (ομικρον ) και όταν άκουσε το Γέροντα, δεν
έστρεψε το καλάμι... να το ολοκληρώσει.
Του λένε τότε οι Γέροντες: «Όντως, αυτόν που αγαπάς, αββά, κι εμείς τον αγαπάμε, γιατί κι ο Θεός τον αγαπά».
Το αλίευσα ΕΔΩ 1myblog
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες
Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011
Nα κοιτάμε προσεκτικά τον εαυτό μας
Ρωτήθηκε κάποτε ένας ερημίτης.
Πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τους επαίνους και τα εγκώμια;
Και απάντησε.
Να έχετε ταπείνωση και να γνωρίζεται καλά τον εαυτό σας.
Να σας πω ένα παράδειγμα.
Όταν σκαλίζω στο ξύλο την μορφή αγίου και τελειώνω, νομίζω ότι είναι καλή.
Την ξανακοιτάω μετά από λίγο και βλέπω ότι έχει ελλείψεις.
Αν βάλω τον φακό θα δω ότι δεν είναι τίποτα το σπουδαίο.
Το
ίδιο πάλι και με τα χέρια. Βλέπουμε ότι είναι καθαρά. Αν βάλουμε όμως
τον φακό, θα δούμε ότι έχουν βρωμιά και πολλά μικρόβια.
Έτσι, να κοιτάμε προσεκτικά τον εαυτό μας και θα βλέπουμε ότι δεν είμαστε τίποτα κι ας λέει ο κόσμος.
Labels:
γεροντικά,
λόγοι γερόντων
Δευτέρα 3 Οκτωβρίου 2011
Η ΚΑΤΑΝΥΞΗ ΤΟ ΠΕΝΘΟΣ KAI ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ. ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ.
Από το
Γεροντικό σ' όλη του τη ζωή, όποτε καθόταν στο εργόχειρο του, ο αββάς
Αρσένιος είχε ένα πανί στον κόρφο του, για (να σκουπίζει) τα δάκρυα πού
έτρεχαν συνεχώς από τα μάτια του. Βλέποντας αυτό το πράγμα ο ξακουστός
ανάμεσα στους μοναχούς (αββάς) Ποιμήν, του έλεγε:Είσαι μακάριος,
Αρσένιε, γιατί δεν θα έχεις ανάγκη από δάκρυα στην άλλη ζωή, μια και
πένθησες για τον εαυτό σου σ' αυτόν τον κόσμο.
Ένας
αδελφός ρώτησε τον αββά Άμμωνα: Πες μου ένα λόγο, για το πώς (μπορώ) να
σωθώ. Πήγαινε, απάντησε ο γέροντας, και σκέψου όπως σκέφτονται οι
κακοποιοί, πού βρίσκονται στη φυλακή. Εκείνοι δηλαδή ρωτάνε τους
ανθρώπους πού τους πλησιάζουν: Που είναι ο δικαστής; και πότε έρχεται;.
και με την αναμονή της δίκης και των τιμωριών, κλαίνε. Έτσι κι εσύ,
οφείλεις να προσέχεις πάντα την ψυχή σου και να λες: Αλίμονο μου! Πώς θα
παρουσιαστώ στο φοβερό βήμα του αδέκαστου Κριτή; και τι θα Του
απολογηθώ; Αν σκέφτεσαι έτσι ακατάπαυστα, μπορείς να σωθείς.
Ό αββάς
Λογγίνος είπε:Ή νηστεία ταπεινώνει το σώμα. Ή αγρυπνία καθαρίζει το νου.
Ή ησυχία φέρνει το πένθος. και το πένθος βαπτίζει τον άνθρωπο (στα
δάκρυα του) και τον κάνει αναμάρτητο.
Ό άββάς
Μωυσής είπε: Νικηθήκαμε σωματικά από κάποιο πάθος; Ας μην παραμελήσουμε
τη μετάνοια και το πένθος για τον εαυτό μας, πριν μας προλάβει το πένθος
της Κρίσεως.
Ό ίδιος
(άββάς) είπε: Οι αμαρτίες συγχωρούνται με τα δάκρυα. Όταν όμως κλαις, μη
στενάξεις δυνατά· και «μη γνώτω ή αριστερά σον», δηλαδή ή κενοδοξία,
«τι ποιεί η δεξιά σον» (Ματθ. 6:3).
Ένας
αδελφός ρώτησε τον άββά Μωϋσή: Τι πρέπει να κάνει ο άνθρωπος σε κάθε
πειρασμό πού τον βρίσκει ή σε κάθε λογισμό πού του σπέρνει ο εχθρός; Και
ο γέροντας αποκρίθηκε: Πρέπει να κλαίει μπροστά στην αγαθοσύνη του Θεού
για να τον βοηθήσει· και αν παρακαλεί με επίγνωση, σύντομα βρίσκει
ανάπαυση. Γιατί είναι γραμμένο: «Εγγύς Κύριος πάσι τοις έπικαλουμένοις
αυτόν» (Ψαλμ. 144:18) και τα υπόλοιπα.
Ό άββάς
Ισαάκ διηγήθηκε:Κάποτε, Όταν βρισκόμουνα κοντά στον άββά Ποιμένα, τον
είδα να πέφτει σε έκσταση και κατάνυξη. Επειδή λοιπόν είχα θάρρος μαζί
του, του έβαλα μετάνοια και τον παρακάλεσα: "Πες μου, που ήσουνα;". Κι
εκείνος, κάτω από την πίεση μου, μου είπε: "Ό λογισμός μου ήταν εκεί,
οπού ή αγία Θεοτόκος Μαρία στάθηκε και έκλαιγε - δίπλα στο Σταυρό του
Σωτήρος. Ήθελα κι εγώ πάντα έτσι να κλαίω".
Ένας
γέροντας είπε:Όπως κουβαλάμε μαζί μας παντού την κακία μας, δηλαδή τα
πάθη και τις αμαρτίες μας, έτσι πρέπει να έχουμε συνεχώς μαζί μας, όπου
κι αν βρισκόμαστε, το πένθος και την κατάνυξη.
Άλλος
γέροντας είπε:Όπως κάθε αμαρτία πού θα κάνει ο άνθρωπος βρίσκεται έξω
από το σώμα του, ενώ αυτός πού πορνεύει, αμαρτάνει στο ίδιο του το σώμα
(Α' Κορ. 6:18), γιατί απ' αυτό βγαίνει ή ακαθαρσία, έτσι και κάθε έργο
(αρετής) πού θα κάνει ο άνθρωπος βρίσκεται έξω από το σώμα του εκείνος
όμως πού χύνει δάκρυα, καθαρίζει (μ'αυτά) την ίδια του την ψυχή και (το
ίδιο του) το σώμα γιατί τα δάκρυα, καθώς κυλούν από πάνω (προς τα κάτω),
πλένουν και αγιάζουν ολόκληρο το σώμα.
Είπε ένας
άλλος γέροντας: Αν δεν έχεις κατάνυξη, μάθε ότι πάσχεις είτε από
κενοδοξία είτε από φιληδονία γιατί αυτές είναι πού δεν αφήνουν την ψυχή
να νιώσει κατάνυξη.
Είπε πάλι
(ο ίδιος γέροντας): Αν υπάρχουν μνήματα στον τόπο πού κατοικείς, πήγαινε
εκεί συχνά και φέρνε στο νου σου όσους είναι θαμμένοι σ' αυτά,
προπαντός όταν έχεις σαρκικό πόλεμο. και όταν μάθεις ότι κάποιος αδελφός
βρίσκεται στα τελευταία του, πήγαινε και μείνε κοντά του, για να δεις
πώς χωρίζεται ή ψυχή από το σώμα· γιατί κι άπ' αυτό αποκτάς κατάνυξη.
Είπε πάλι (ο ίδιος): Απ' όλα (τα πάθη) περισσότερο ο θυμός εξαφανίζει την κατάνυξη και την ταπείνωση της ψυχής.
Labels:
γεροντικά,
μοναχισμός,
ορθοδοξία
Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ (Από το Γεροντικό)
Ήταν
ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον
χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους
δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν
και αποκάλυψιν εκ Θεου.
Και
ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν
αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η
εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ
και να ιδώ κανένα μυστήριον».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».
Ταύτα
του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ
Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα
εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας ληστής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας ληστής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Διότι
ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και
πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην
υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα
φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντίδα και
μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην
χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον
παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κάμνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κάμνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Όμως
ευχαριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις
την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και
με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως».
Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και
ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυμίας να
πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει
ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις
το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του
γέροντος να πίη.
Και
εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως
απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και
έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά
τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή
επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως
αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση.
Και
αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν
κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας
υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέσα εις
τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν,
εθαύμασε και εξεπλάγη.
Και
σηκώνοντας τα χέρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φιλάνθρωπε, εάν
ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κάτω.
Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο».
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Λοιπόν
θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και
έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη
νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον
εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής.
Και η
ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν
θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το
πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε
χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου
και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από
αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον.
Ήξευρε
δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον
του Θεού· διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να
μην έλθη έμπροσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν.
Το αλίευσα ΕΔΩ ΕΔΩ
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες
Τρίτη 19 Ιουλίου 2011
Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΚΑΙ Ο ΛΗΣΤΗΣ (Από το Γεροντικό)
Ήταν
ένας γέροντας ασκητής και αναχωρητής, όστις ασκήτευσεν εις τόπον έρημον
χρόνους εβδομήκοντα με νηστείαν και παρθενίαν και αγρυπνίαν. Εις τόσους
δε χρόνους όπου εδούλευε τον Θεόν δεν αξιώθη να ιδή καμμίαν οπτασίαν
και αποκάλυψιν εκ Θεου.
Και
ελογίασε και έβαλε τούτο εις τον νουν του λέγων: «Μήπως δια καμμίαν
αφορμήν όπου δεν ηξεύρω εγώ δεν αρέσει του Θεου η ασκησίς μου, και η
εργασία μου θέλει είναι απαράδεκτος· δια τούτο δεν δύναμαι να αποκαλυφθώ
και να ιδώ κανένα μυστήριον».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».
Ταύτα διαλογιζόμενος ο γέρων άρχισε να δέεται και να παρακαλή τον Θεόν περισσότερον, προσευχόμενος και λέγων: «Κύριε εάν άρα σε αρέση η άσκησίς μου και δέχεσαι τα έργα μου, δέομαι, σου ο αμαρτωλός και ανάξιος, ίνα χαρίσης και εις εμέ ένα σταλαγμόν από τα χαρίσματά σου, να πληροφορηθώ με μίαν φανέρωσιν ενός μυστηρίου ότι ήκουσας την δέησίν μου, δια να περνώ θαρρετά και πληροφορημένα την ασκητικήν μου ζωήν».
Ταύτα
του αγίου γέροντος δεομένου και παρακαλούντος, ήλθε προς αυτόν φωνή εκ
Θεου λέγουσα: «Αν είναι και αγαπάς να ιδής την δόξαν μου, πήγαινε μέσα
εις την βαθυτάτην έρημον και θέλεις αποκαλυφθή μυστήρια».
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας ληστής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Ως ήκουσε ταύτην την φωνήν ο γέρων, εξέβη από το κελλίον του και, ωσάν εμάκρυνεν εκείθεν, τον απάντησεν ένας ληστής, ο οποίος, καθώς είδε τον αββάν, ώρμησε με βίαν προς αυτόν θέλοντας να τον φονεύση. Και ωσάν τον επίασεν, είπε προς αυτόν: «Εις καλήν ώραν σε απάντησα, Γέροντα, να τελειώσω την εργασίαν μου να σωθώ.
Διότι
ημείς oι λησταί έχομεν τοιαύτην συνήθειαν και τοιούτον νόμον και
πίστιν, ότι όποιος ημπορέσει να κάμη εκατόν φόνους, κατά πάσαν ανάγκην
υπάγει εις τον παράδεισον. Λοιπόν εγώ, πολλά κοπιάσας έως τώρα, έκαμα
φόνους εννενήκοντα εννέα και λείπωντάς με ένας είχα πολλήν φροντίδα και
μέριμναν να τελειώσω την εκατοντάδα μου να σωθώ. Λοιπόν έχω σε μεγάλην
χάριν και σε ευχαριστώ, οτι σήμερον δια εσένα απολαμβάνω τον
παράδεισον».
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κάμνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Ταύτα λέγοντος του ληστού, ως τα ήκουσεν ο γέρων, εξεπλάγη και ετρόμαξεν εις τον εξαφνικόν και ανέλπιστον πειρασμόν. Και ατενίσας τα όμματα του νοός του προς τον θεόν τοιαύτα διαλογιζόμενος έλεγεν: «Αυτή είναι η δόξα σου, Δέσποτα Κύριε, όπου έταξες να δείξης εις εμέ τον δούλον σου; Τοιαύτην βουλήν με έδωκες τον αμαρτωλόν, να εξέβω από το κελλίον μου να με πληροφορήσης τοιούτον φοβερόν μυστήριον; Με τοιαύτας δωρεάς κάμνεις την αμοιβήν δια τους κόπους της ασκήσεως όπου έσυρα δια λόγου σου; Τώρα εγνώρισα αληθώς, Κύριε, ότι όλος μου ο κόπος της ασκήσεως ήταν μάταιος· και πάσα προσευχή μου ελογίσθη έμπροσθεν σου ώς σίγχαμα και βδέλυγμα.
Όμως
ευχαριστώ την φιλανθρωπίαν σου, Κύριε, ότι, καθώς γνωρίζεις, παιδεύεις
την άναξιότητά μου, καθώς με πρέπει, διά τας αμέτρους άμαρτίας μου και
με παρέδωκες εις χείρας ληστού και φονέως».
Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Τοιαύτα λέγων ο γέρων και λυπούμενος εδίψησε πολλά και είπε προς τον ληστήν: «Επειδή, ώ τέκνον, με το να είμαι αμαρτωλός, με επαρέδωκεν ο Θεός εις τας χείρας σου να με θανατώσης και γίνεται και η επιθυμία σου, καθώς ηγάπησας, και στερεύομαι την ζωήν, ωσάν κακός άνθρωπος όπου είμαι, δια τούτο παρακαλώ σε κάμε μου μίαν χάριν και ένα θέλημα παραμικρόν και δος μοι ολίγον νερόν να πίω, είτα αποκεφάλισόν με».
Και
ώς ήκουσεν ο ληστής τον λόγον του γέροντος, θέλοντας μετά προθυμίας να
πληρώση το ζητημά του, έβαλεν εις την θήκην την σπάθην, όπου εκράτει
ξεγυμνωμένην, και έβγαλεν από τον κόλπον του ένα αγγείον και επήγεν εις
το ποτάμι όπου ήτον εκεί σιμά και έσκυψε να το γεμώση, διά να φέρη του
γέροντος να πίη.
Και
εκεί όπου ήθελε να γεμίση το αγγείον, εξεψύχησε και απέθανεν. Λοιπόν, ως
απέρασεν ολίγη ώρα και δεν ήλθεν ο ληστής, διελογίζετο ο γέρων και
έλεγε: «Μήπως και ήτον νυστασμένος και έπεσε και απεκοιμήθη και διά
τούτο αργεί και έχω άδειαν να φύγω και να υπάγω εις το κελλίον μου. Αμή
επειδή και είμαι γέρων, φοβούμαι, διότι δεν έχω δύναμιν να δράμω και ως
αδύνατος θέλω κουρασθή, να με φθάση.
Και
αφού τον θυμώσω με τούτον τον τρόπον, θέλει με τυραννήση χωρίς λύπησιν
κόπτοντάς με ζωντανόν εις πολλά κομμάτια. Λοιπόν ας μη φύγω, αμή ας
υπάγω εις τον ποταμόν, να ιδώ τι κάμνει». Υπήγε λοιπόν ό γέρων μέσα εις
τοιούτους διαλογισμούς και ευρήκεν αυτόν αποθαμένον και, ως τον είδεν,
εθαύμασε και εξεπλάγη.
Και
σηκώνοντας τα χέρια του εις τον ουρανόν έλεγε: «Κύριε φιλάνθρωπε, εάν
ουκ αποκαλύψης μοι το μυστήριον τούτο, δεν βάνω τα χέρια μου κάτω.
Λυπήσου λοιπόν τον κόπον μου και φανέρωσόν μου το πράγμα τούτο».
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Ταύτα προσευχομένου του γέροντος, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και είπε προς αυτόν: «Βλέπεις, αββά, τούτον κείτεται έμπροσθέν σου αποθαμένος; Διά λόγου σου αναρπάσθηκεν αιφνιδίω θανάτω, διά να γλυτώσης εσύ και να μη σε θανατώση.
Λοιπόν
θάψε τον ως ένα σωσμένον. Διότι ή υπακοή όπου έκαμε προς εσένα και
έκρυψε την φονεύτριαν σπάθην εις την θήκην της, διά να υπάγη να σε φέρη
νερόν, να καταπαύση την φλόγα της δίψης σου, με αυτό το έργον
εκαταπράυνε την οργήν του Θεού και τον εδέχθη ως εργάτην της υπακοής.
Και η
ομολογία των εννενήκοντα εννέα φόνων εις εξομολόγησιν ελογίσθη. Λοιπόν
θάψε τον και έχε τον με τούς σωσμένους. Και γνώρισε διά τούτου το
πέλαγος της φιλανθρωπίας και ευσπλαγχνίας του Θεού. Και πήγαινε
χαίροντας εις το κελλίον σου και ας είσαι πρόθυμος εις τας προσευχάς σου
και μη λυπήσαι και να λέγης, ότι πως είσαι αμαρτωλός και άμοιρος από
αποκάλυψιν. Ιδού γαρ απεκάλυψέ σε ό Θεός ένα μυστήριον.
Ήξευρε
δε και τούτο, ότι όλοι oι κόποι της ασκήσεώς σου είναι δεκτοί ενώπιον
του Θεού· διότι δεν είναι κανένας κόπος όπου γίνεται δια τον Θεόν και να
μην έλθη έμπροσθεν αυτού». Ταύτα ακούσας ο γέρων έθαψε τον νεκρόν.
Το αλίευσα ΕΔΩ ΕΔΩ
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες
Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011
Ας αποκτήσουμε αγάπη
«Ας
αποκτήσουμε αγάπη· Ας αποκτήσουμε συμπόνια για τον πλησίον, ώστε να
αποφύγουμε τη φοβερή καταλαλιά και το να καταδικάζουμε κάποιον ή να τον
εξουθενώνουμε. Ας βοηθούμε ο ένας τον άλλον σαν να είναι δικό μας μέλος,
γιατί είμαστε μέλη του ιδίου σώματος, όπως λέει ο Απόστολος· όλοι
είμαστε ένα σώμα και ο καθένας μας είναι μέλος του σώματος στο οποίο
ανήκουν και οι άλλοι ως μέλη (Ρωμ. 12,5). Και όταν πάσχει ένα μέλος
συμπάσχουν όλα τα άλλα».
Γεροντικό
Labels:
γεροντικά,
λόγοι γερόντων
Δευτέρα 30 Μαΐου 2011
Ο υπερήφανος δε μετανοεί ειναι...νους αμεταμέλητος!
Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, στην Καλύβα «Γέννησις του Χριστού» με εγκράτεια και άσκηση ζούσε ο Μοναχός Ιλαρίων, σαν υποτακτικός στην Συνοδεία του Γέροντος Αρτεμίου και Παντελεήμονος Μοναχού.
Ο Μοναχός Ιλαρίων είχε ευστροφία και ετοιμότητα στο μυαλό, ήταν εγκρατής και άκρως ασκητικός, είχε πολύ μελέτη στα Πατερικά βιβλία, έκανε τον Κανόνα του ανελλιπώς και απέφευγε τις συναντήσεις και συναναστροφές με τους άλλους ερημίτες Μοναχούς.
Σιγά, σιγά και χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει πίστεψε στην ιδέα και στο λογισμό του, ότι αυτός σαν έξυπνος και μελετηρός που ήταν, δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές των Πατέρων και γι' αυτό τους απέφευγε.
Οι Πατέρες τον εκτιμούσαν για την εξυπνάδα του αυτή και τον θεωρούσαν, σαν μεγάλο εργάτη της αρετής και πραγματικά ήταν περιβόητος από όλους και φημισμένος σαν ενάρετος Μοναχός.
Εκεί κοντά, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» έμενε και με πραγματική ασκητική ζωή, αγωνίζονταν και ο πνευματικός και εξομολόγος Παπα - Ιγνάτιος, με τους επίσης ασκητικούς αδελφούς και υποτακτικούς του, Πατέρα Νεόφυτο και Παπα - Ιγνάτιο τον νεώτερο.
Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος παρακολουθούσε, από μακριά βέβαια, με πραγματικό πνευματικό ενδιαφέρον, τη ζωή του ερημίτη και ασκητή μοναχού Ιλαρίωνα, και μια μέρα που πήγε να τον επισκεφθεί άκουσε από έξω από το Καλύβι του να λέει ο Π. Ιλαρίων τα ρητά της αγίας Γραφής: «Τίς ό ανιστάμενός μοι, αντιστήσω μοι άμα», έλεγε και ξανάλεγε φωναχτά τα λόγια αυτά πολλές φορές.
Ο πνευματικός νόμισε πώς ο Π. Ιλαρίων μιλούσε με κανένα επισκέπτη αδελφό, ή κανένα γείτονα και γύρισε να φύγει. Τότε άκουσε πάλι τον Π. Ιλαρίωνα να λέει τα ίδια λόγια δυνατά και κτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, χωρίς να παίρνει απάντηση από άλλον αδελφό. Έτσι κατάλαβε ότι κάτι το ιδιαίτερο θα συμβαίνει στον αδελφό και εξαναγκάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα του και αφού είπε το «Δι' ευχών των αγίων πατέρων...» και περίμενε λίγο να ακούσει «Αμήν», αλλά αντί για απάντηση άκουσε να του λέει ο Μοναχός Ιλαρίων «όποιος κι αν είσαι έλα μέσα δεν φοβάμαι κανέναν».
Ο Πνευματικός Παπα - Ιγνάτιος τότε έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα, φαίνεται έλειπαν οι άλλοι αδελφοί και ήταν ο Π. Ιλαρίων μόνος του, και υποδέχθηκε τον πνευματικό με τα ίδια λόγια: «Τίς ό ανιστάμενός μοι αντιστήσω μοι άμα».
Ο πνευματικός κατάλαβε ότι πρόκειται για σατανική πλάνη και εωσφορική υπερηφάνεια, οπότε με επιτακτικό ύφος του είπε: «Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που λες τέτοια πράγματα και φοβερίζεις;»
Ο Μοναχός Ιλαρίων, προφανώς υπό την επήρεια του Σατανά βρισκόμενος, με στόμφο και αγριεμένη όψη, αλλά και με πολλή αυθάδεια στον πνευματικό είπε: «Εγώ είμαι η υπερηφάνεια» και σε ερώτηση του Πνευματικού: «Τι είναι και Τι θα πει υπερηφάνεια;» ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός ή μάλλον ο δαίμονας πιεζόμενος από την αρετή και ταπείνωση του Πνευματικού, απάντησε και είπε: «Υπερηφάνεια είναι νους αμεταμέλητος» δηλαδή νους αμετανόητος και αδιόρθωτος.
Ο Πνευματικός μετά από την απόκριση αυτή του δαιμονισμένου και φαντασμένου εκείνου μοναχού, άρχισε να κλαίει, να εξορκίζει τον δαίμονα και να παρακαλεί τον Μοναχό να εξομολογηθεί, να ταπεινωθεί και να μετανοήσει.
Ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός Ιλαρίων, δεν δέχονταν καμία συμβουλή από τον πνευματικό, ο οποίος με πολύ πόνο στην καρδιά και λύπη αφόρητη για την φοβερή εκείνη πλάνη του αδελφού Ιλαρίωνα, είπε τα λόγια αυτά της αγίας Γραφής: «Ανήρ ασύμβουλος καθ' εαυτού πολέμιος» (Σοφ. Σολομώντος) Αλίμονο δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι και μάλιστα οι Μοναχοί ότι η σωτηρία γίνεται εν πολλή βουλή, δηλαδή όπως λέγει και ο άγιος Ηλίας ο Μηνιάτης «ήγουν σωτηρία γίνεται εν πολλή συμβουλή».
Όταν είπε αυτά ο Πνευματικός έφυγε βαθύτατα συγκινημένος και λυπημένος και άρχισε να κάνει θερμή προσευχή στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να λυπηθεί το πλάσμα των χειρών Του, να συγχωρέσει τον αδελφό Ιλαρίωνα και να του χαρίσει μετάνοια και ψυχική σωτηρία.
Ύστερα από αυτό με ενέργειες του Πνευματικού Παπα - Ιγνάτιου, πήγαν τον αδελφόν αυτόν στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, που έχουν το χέρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, για να θεραπευθεί, επειδή η Αγία αυτή έχει το χάρισμα να βγάνει τα δαιμόνια.
Εκεί οι Πατέρες με πολλές παρακλήσεις και θείες Λειτουργίες και ακατάπαυστη προσευχή, βοήθησαν τον αδελφό Ιλαρίωνα, ο οποίος μετανοιωμένος και κάπως διορθωμένος κοιμήθηκε στο Μοναστήρι αυτό το 1955 σωτήριο έτος.
Το αλίευσα ΕΔΩ http://1myblog.pblogs.gr/.............................
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Ο μάγειρας είπε τον άλλο χρόνο... δεν έρχομαι! Γεροντικό
Στην ησυχαστική Καλύβα «Κοίμησις της Θεοτόκου» στα Κατουνάκια λίγα χρόνια πρίν να φύγουν απ' αυτήν, ο Παπα - Ιγνάτιος με την συνοδεία του, στην εορτή της Παναγίας που έκαναν πανηγυρική αγρυπνία, είχαν για μάγειρα τον Μοναχό Παΐσιο, στον οποίο παρέδωσαν τα ψάρια για να τα παρασκευάσει.
Τα ψάρια, τα οποία μετά βίας έφταναν να φάνε 25 - 30 άτομα, ήταν πολύ λίγα για να φάνε όλοι οι πατέρες που είχαν συντρέξει από ευλάβεια στην πανηγυρική εκείνη αγρυπνία, διότι πριν από 50 χρόνια, που έγινε το θαύμα αυτό, το Άγιον Όρος είχε πολλούς Μοναχούς και έτσι βρέθηκαν από 30, που υπολόγισαν οι πανηγυρίζοντες περισσότεροι από εκατό Μοναχοί.
Οι γέροντες της Καλύβης αυτής όταν είπαν στο μάγειρα Γερο -Παΐσιο ότι στο τραπέζι θα καθίσουν να φάνε περισσότεροι από εκατό μοναχοί, τότε ο μάγειρας είπε: «δεν μου λέτε γεροντάδες μου, πώς θα ταΐσω τόσον κόσμο; τι να τους δώσω να φάνε; Τα ψάρια, όπως ξέρετε, δεν φτάνουν πουθενά, τι άλλο φαγητό να τους κάνω να φάνε; Πάντως γεροντάδες μου σας δηλώνω επίσημα να το ξέρετε από τώρα και να κανονίσετε την πορεία σας, διότι, του χρόνου στην πανήγυρη σας δεν πρόκειται να έλθω, να είσθε γι' αυτό σίγουροι ότι δεν θα με έχετε άλλη φορά στην πανήγυρή σας».
Τούτο είπε προφητικά, ο μάγειρας Πάτερ Παΐσιος, διότι δεν πέρασαν ούτε 15 ήμερες από το πανηγύρι αυτό της Παναγίας, που έγινε με πολλή μεγαλοπρέπεια και τα ψάρια έφτασαν και περίσσευσαν και για την άλλη ήμερα, επειδή με την προσευχή των Πατέρων, τα ευλόγησε ο Θεός και έμειναν όλοι ευχαριστημένοι ,αλλά ο γερο - Παΐσιος, ο μάγειρας δεν ξαναπήγε στην επίγεια αυτή πανήγυρη, διότι τον πήρε η Κυρία Θεοτόκος από την ψεύτικη αυτή ζωή και αξίωσε αυτόν της αιωνίου μακαριότητας να χαίρεται με τους Αγγέλους και όλους τους Αγίους και να πανηγυρίζει αιώνια στην Βασιλεία των ουρανών.
(Γεροντικό Αγίου Όρους - Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου)
Το αλίευσα ΕΔΩ ΕΔΩ
Σάββατο 7 Μαΐου 2011
Mην κρίνεις
Ένας άγιος άνθρωπος, όταν είδε κάποιον να αμαρτάνει, δάκρυσε και είπε: «Αυτός σήμερα και εγώ σίγουρα αύριο». Ακόμη κι αν πραγματικά αμαρτήσει κάποιος μπροστά σου, μην τον κρίνεις, αλλά να θεωρείς τον εαυτό σου πιο αμαρτωλό απ' αυτόν, έστω κι αν είναι κοσμικός.
Labels:
γεροντικά,
λόγοι γερόντων
Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011
Αγάπη σε όλους....
Λένε και για τον Αββά Ιωάννη τον Πέρση οι Πατέρες, πως κάποτε πήγαν στην καλύβι του κακοποιοί με φανερή πρόθεση να τον σκοτώσουν. Εκείνος ο μακάριος ετοίμασε νιπτήρα και έσκυψε να τους πλύνει τα πόδια, όπως θα έκανε στους πιο καλούς του φίλους. Τότε οι κακοποιοί, ντροπιασμένοι, τον άφησαν και έφυγαν.
Από το Γεροντικό
Το αλίευσα ΕΔΩ Δευτέρα 7 Μαρτίου 2011
Μέσα στην πολυμάθεια κολλάει η οίησης
Είπε γέρων, ο παπα – Βαρθολομαίος, ετών 106, που φορούσε, όταν τον επισκεφτήκαμε, μια ζακέτα με χίλια μπαλώματα.
Μέσα στην πολυμάθεια κολλάει η οίησης. Όταν κολλήσει η οιήσεις φεύγει ο Θεός και μένει ο άνθρωπος μόνος με την οίηση.
Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011
Τί είναι ταπείνωση;
Τί είναι ταπείνωση, Αββά; Ρώτησαν κάποιο Γέροντα οι αδελφοί της σκήτης.
*
Ταπείνωση, παιδία μου, αποκρίθηκε εκείνος, είναι να σου φταίξει ο άλλος και εσύ να τον συγχωρέσεις παρευθύς, χωρίς να περιμένεις να σου ζητήσει συγνώμη.
Το αλίευσα ΕΔΩ Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011
Γι αυτό στο εξής να μην πολυεξετάζεις τις κρίσεις του Θεού
Ένας ασκητής βλέποντας την αδικία πού υπάρχει στον κόσμο προσευχόταν στο Θεό και του ζητούσε να του αποκαλύψει το λόγο που δίκαιοι και ευλαβείς άνθρωποι δυστυχούν και βασανίζονται άδικα, ενώ άδικοι και αμαρτωλοί πλουτίζουν και αναπαύονται.
Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου.
Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.
Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.
Θα γνωρίσεις τότε ότι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος.
Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.
Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε.
Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.
Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.
Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του.
Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα.
Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε.
Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε.
Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία.
Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
Ενώ προσευχόταν ο ασκητής να του αποκαλύψει ο Θεός το μυστήριο, άκουσε φωνή που του έλεγε:
- Μη ζητάς εκείνα που δε φτάνει ο νους σου και η δύναμη της γνώσης σου.
Ούτε να ερευνάς τα απόκρυφα, γιατί τα κρίματα του Θεού είναι άβυσσος.
Αλλά, επειδή ζήτησες να μάθεις, κατέβα στον κόσμο και κάθισε σ' ένα μέρος και πρόσεχε αυτά που θα δεις, για να καταλάβεις από τη μικρή αυτή δοκιμή, ένα μικρό μέρος από τις κρίσεις του Θεού.
Θα γνωρίσεις τότε ότι είναι ανεξερεύνητη και ανεξιχνίαστη η προνοητική διακυβέρνηση του Θεού για όλα.
Ο γέροντας, όταν τ' άκουσε αυτά, κατέβηκε με πολλή προσοχή στον κόσμο κι έφτασε σ' ένα λιβάδι που το διέσχιζε ένας πολυσύχναστος δρόμος.
Εκεί κοντά ήταν μία βρύση κι ένα γέρικο δέντρο, στην κουφάλα του οποίου μπήκε ο γέροντας και κρύφτηκε καλά.
Μετά από λίγο πέρασε ένας πλούσιος πάνω στο άλογό του. Σταμάτησε για λίγο στη βρύση, για να πιει νερό και να ξεκουραστεί.
Αφού ξεδίψασε, έβγαλε από την τσέπη του ένα πουγκί με εκατό φλουριά και τα μετρούσε.
Όταν τελείωσε το μέτρημα, θέλησε πάλι να τα βάλει στη θέση τους. Χωρίς όμως να το καταλάβει, το πουγκί έπεσε στα χόρτα.
Έφαγε, ξεκουράστηκε, κοιμήθηκε και μετά καβαλίκεψε το άλογο κι έφυγε χωρίς ν' αντιληφθεί τίποτα για τα φλουριά.
Μετά από λίγο ήρθε άλλος περαστικός στη βρύση, βρήκε το πουγκί με τα φλουριά, το πήρε κι έφυγε τρέχοντας μέσ' απ' τα χωράφια.
Πέρασε λίγη ώρα και φάνηκε άλλος περαστικός. Κουρασμένος, όπως ήταν, σταμάτησε κι αυτός στη βρύση, πήρε λίγο νεράκι, έβγαλε και λίγο ψωμάκι από ένα μαντήλι και κάθισε να φάει.
Την ώρα, που ο φτωχός εκείνος έτρωγε, φάνηκε ο πλούσιος καβαλάρης εξαγριωμένος, με αλλοιωμένο το πρόσωπο από οργή, και όρμισε επάνω του.
Με θυμό φώναζε να του δώσει τα φλουριά του. Ο φτωχός, μη έχοντας ιδέα για τα φλουριά, διαβεβαίωνε με όρκους πως δεν είδε τέτοιο πράγμα.
Εκείνος όμως, όπως ήταν θυμωμένος, άρχισε να τον δέρνει και να τον χτυπά, μέχρι που τον θανάτωσε.
Έψαξε μετά όλα τα ρούχα του φτωχού, δεν βρήκε τίποτα και έφυγε λυπημένος.
Ο γέροντας εκείνος τα έβλεπε όλα αυτά μέσα άπ' την κουφάλα και θαύμαζε.
Λυπόταν πολύ κι έκλαιγε για τον άδικο φόνο που είδε και προσευχόμενος στον Κύριο, έλεγε:
Κύριε, τι σημαίνει αυτό το θέλημά Σου; Γνώρισε μου, Σε παρακαλώ, πώς υπομένει η αγαθότητα Σου τέτοια αδικία.
Άλλος έχασε τα φλουριά, άλλος τα βρήκε κι άλλος άδικα φονεύθηκε!
Labels:
γεροντικά,
διδακτικές ιστορίες
Τρίτη 30 Νοεμβρίου 2010
Η Δύναμη της συγνώμης!!
Δύο αδέλφια πήγαν μαζί στην έρημο κι ασκήτευαν στην ίδια καλύβη. Ο διάβολος, φθονώντας την αγάπη τους, βάλθηκε να τους χωρίση.
'Ενα βράδυ ο νεώτερος πήγε ν'ανάψη το λυχνοστάτη, τον αναποδογύρισε και χύθηκε το λάδι. Ο μεγαλύτερος θύμωσε και του έδωσε ένα μπάτσο. Τότε ο πιο μικρός, χωρίς να ταραχτεί, έσκυψε, του έβαλε μετάνοια και είπε ταπεινά:
-Συγχώρησε την απροσεξία μου, Αδελφέ. Τώρα αμέσως θα ετοιμάσω άλλο.
Την ίδια νύχτα ένας ειδωλολάτρης ιερεύς, που έτυχε να βρίσκεται μέσα στο ειδώλειο, άκουσε τα δαιμόνια να κάνουν δικαστήριο μεταξύ τους. 'Ενα απ' αυτά ομολόγησε ντροπιασμένο στον αρχηγό του:
Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






