Στην καρδιά της Κωνσταντινούπολης, στην κεντρική οδό του Πέραν (Μπεΐογλου) βρίσκεται το Σισμανόγλειο Μέγαρο. Δωρήθηκε το 1939 στο ελληνικό κράτος από την οικογένεια Σισμανόγλου, που έχει ευεργετήσει πολλαπλώς τον ελληνισμό με γνωστότερα τα δύο νοσοκομεία που φέρουν το όνομά της στην Αθήνα και στην Κομοτηνή.
Η περίοδος της κατοχής και του εμφυλίου εμπόδισαν την αξιοποίηση του. Το 1972 η τουρκική πλευρά έδωσε τη συγκατάθεσή της να πωληθεί το κτήριο και το τίμημα να χρησιμοποιηθεί για την ανέγερση πρεσβευτικού μεγάρου στην Άγκυρα. Παράλληλα, έσπευσε να χαρακτηρίσει το κτήριο ως διατηρητέο μνημείο με αποτέλεσμα η εμπορική αξία του να μειωθεί σημαντικά. Το ελληνικό δημόσιο αποφάσισε να διατηρήσει το ακίνητο. Ευτυχώς, διότι ουδέποτε εδόθη άδεια να κτισθεί το κτήριο στην Άγκυρα.
Το 2000 οι Τούρκοι επέτρεψαν την αποκατάσταση του Σισμανογλείου. Δεν είναι απολύτως σαφές τί ακριβώς είχαν στο μυαλό τους όσοι επισκεύασαν το κτήριο. Πιθανόν να ήθελαν να επαναφέρουν την ατμόσφαιρα του παλαιού αρχοντικού. Για αυτό δεν δημιούργησαν χώρους για γραφεία αλλά έφτιαξαν πολλές αίθουσες δεξιώσεων. Τελικώς, δημιουργήθηκε ένα φαραωνικής πολυτέλειας μέγαρο. Η υπερβολή του μεταπολιτευτικού ελληνικού κράτους φαίνεται από το γεγονός ότι μέχρι και στις αποθήκες καυσίμων και στους λέβητες έχουν γίνει ορθομαρμαρώσεις με λευκό μάρμαρο. Το κτήριο χρησίμευσε σχεδόν αποκλειστικώς για κατοικία του εκάστοτε έλληνα γενικού προξένου. Κάποιες φορές φιλοξενούσε πολιτιστικές εκδηλώσεις. Τον υπόλοιπο καιρό οι άδειες ψηλοτάβανες αίθουσες του θύμιζαν μαυσωλείο. Παρά την αποκατάστασή του, το κτήριο δεν έδειχνε να ξεφεύγει από τη μοίρα των υπολοίπων ιστορικών μεγάρων ελληνικής ιδιοκτησίας στην Πόλη που μένουν άδεια και αδρανή.

