Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίοι γερόντων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βίοι γερόντων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 20 Απριλίου 2012

Ο κυνηγημένος Άγιος και οι Ινδιάνοι.

Chief seattle Papoulakos αρχηγός Σηάτλ ινδιάνος Παπουλάκος
Όλοι οι ευαίσθητοι και προβληματισμένοι σύγχρονοι άνθρωποι συγκινούνται με την απάντηση του Ινδιάνου αρχηγού Seattle στον πρόεδρο των ΗΠΑ Franklin Pierce, το 1854, όπου του εξηγεί γιατί δε μπορεί να του πουλήσει τη γη της φυλής του (που «δεν της ανήκει, αλλά οι άνθρωποι ανήκουν σ’ αυτήν»).
Ακριβώς αυτό έκανε κι ένας Ορθόδοξος μοναχός πριν από έναν αιώνα: υπερασπίστηκε το δικό του πολιτισμό απέναντι στον εισαγόμενο, που τον εισήγαγαν οι ξένοι εξουσιαστές, σε βάρος του δικού του (του δικού μας). Και μάλιστα τα ‘βαλε μ’ ένα παντοδύναμο (μπροστά στον πολίτη) κράτος, με μια ισχυρή Εκκλησία (ισχυρή απέναντί του, κατά τα άλλα όργανο του κράτους) και τελικά θυσίασε τη ζωή του γι’ αυτό. Κι όμως, πολλοί συγκινούνται π.χ. για το Θεόφιλο Καΐρη, μοναχό που τον καταδίκασε σε περιορισμό η Εκκλησία για τις αιρετικές του απόψεις (τις οποίες μάλιστα απέκρυπτε, παριστάνοντας τον ορθόδοξο μοναχό), αλλά θυμώνουν όταν ακούσουν καλό λόγο για τον μοναχό αυτό.
Αν για μας ήταν προτιμότερη η δυτική τεχνολογία από τις δικές μας (οικολογικές) μεθόδους παραγωγής και μετακίνησης και το δικό μας τρόπο ζωής, γιατί δεν είχε λάθος κι ο Ινδιάνος αρχηγός; Ή μήπως οι Ινδιάνοι είχαν ένα σοφό πολιτισμό, ενώ οι Ρωμιοί (εμείς) δεν είχαν σοφία (και φιλοσοφία);
Οποιοσδήποτε λαός στην κόσμο αντιστέκεται στο δυτικό ιμπεριαλισμό και την αποικιοκρατία, και καλά κάνει. Μια εστία αντίστασης ήταν και ο Παπουλάκος (μαζί με τον Κοσμά Φλαμιάτο και άλλους συνοδοιπόρους του, και παλαιότερα τους αγίους Κολυβάδες – άλλο κόκκινο πανί για τους προοδευτικούς).
Όταν ο Daniel Quin γράφει στον Ισμαήλ πως οι άνθρωποι δεν είναι πιο σημαντικοί από τις τσούχτρες, η άποψή του χειροκροτείται διεθνώς ως εναλλακτική και ενδιαφέρουσα – ο μοναχός αυτός, επειδή συμβαίνει να είναι χριστιανός, λοιδωρείται ως σκοταδιστής.
Το 1744 η Ιροκέζικη Ομοσπονδία των Έξι Εθνών απάντησε στους Λευκούς, που πρότειναν να πάνε κάποια Ινδιανόπουλα να σπουδάσουν στο κολλέγιο του Γουΐλλιαμσμπουργκ:
«…Μερικοί από τους νέους μας πήγαν παλαιότερα σε κολλέγια των βόρειων επαρχιών, διδάχτηκαν όλες σας τις επιστήμες, όμως, όταν ξαναγύρισαν πίσω σε μας, ήταν κακοί στο τρέξιμο, αγνοούσαν όλους τους τρόπους επιβίωσης σ’ ένα δάσος, ήταν ανίσχυροι απέναντι στην αρκούδα, το κρύο ή την πείνα, δεν ήξεραν καν πώς να φτιάξουν ένα καλύβι, να πιάσουν ένα ελάφι ή να σκοτώσουν τον εχθρό, δε μιλούσαν καλά τη γλώσσα μας και, επομένως, δεν ήταν κατάλληλοι για κυνηγοί, πολεμιστές ή σύμβουλοι. Δεν ήταν καλοί για τίποτε απολύτως.
Παρότι δεν θα τη δεχτούμε, η ευγενική σας πρόταση οπωσδήποτε δε μας υποχρεώνει λιγότερο απέναντί σας και, για να σας δείξουμε πόσο το εννοούμε αυτό, αν οι κύριοι από τη Βιρτζίνια μας στείλουν έξι αγόρια τους, θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για την εκπαίδευσή τους. Θα τους διδάξουμε όλα όσα γνωρίζουμε και θα τους κάνουμε άνδρες» (Βενιαμίν Φρανκλίνος, Οι Ινδιάνοι, εκδ. «Ελεύθερος Τύπος», Αθήνα 1995, σελ. 11-12).
Αυτό απάντησαν οι σοφοί Ινδιάνοι. Αυτό έλεγε κι ο μοναχός, ο Παπουλάκος, όταν κήρυττε πως «τα άθεα γράμματα θα καταστρέψουν τον τόπο μας». Κοιτάξτε γύρω σας, δείτε τους δρόμους που έχει πάρει η νέα γενιά και η κοινωνία ολόκληρη (μια κοινωνία βουτηγμένη μέχρι τα κατάβαθα της ψυχής της στη σύγχρονη τεχνολογία και επιστήμη) και πείτε στον εαυτό σας με ειλικρίνεια αν είχε ή όχι δίκιο.

Ποιος ήταν ο Παπουλάκος
Ήταν ένας απλός άνθρωπος, ερωτευμένος με το Χριστό, που παράτησε τα πάντα και ασκήτεψε.
Κάποια στιγμή άρχισε να γυρίζει τα χωριά και να μιλάει για το Χριστό και την αγάπη στους ανθρώπους, που είχαν μεσάνυχτα για την ίδια τη δική τους πνευματική κληρονομιά – για τη δική τους πνευματική κληρονομιά τους μιλούσε, μια κληρονομιά που οδήγησε και οδηγεί χιλιάδες ανθρώπους από πολλά έθνη στην αγιότητα. Τα λόγια του στάζανε μέλι (κατά τη διάρκεια ομιλιών του, ληστές έφεραν πίσω τα κλεμμένα, ορκισμένοι εχθροί έδωσαν τα χέρια κ.τ.λ.) και ο λαός τον σεβάστηκε και τον αγάπησε.
Μετά όμως πληροφορήθηκε πως εκείνοι που κυβερνούσαν τη χώρα (η οποία πριν λίγες μόλις δεκαετίες είχε φύγει από τη μακραίωνη τουρκική σκλαβιά) περιφρονούσαν αυτή την πνευματική κληρονομιά -όντας ξένοι και αλλόθρησκοι- και προσπαθούσαν να την υποβαθμίσουν (ακόμα & με τη βία, π.χ. κλείνοντας μοναστήρια, επιβάλλοντας σε μοναχούς και μοναχές να βγάλουν τα ράσα, πετώντας ιερά κειμήλια στα σκουπίδια) και να την αντικαταστήσουν με έναν ξενόφερτο πολιτισμό, με ξενόφερτες κοσμοθεωρίες και μοντέρνο, εκσυγχρονισμένο, τρόπο ζωής, όχι πλέον παραδοσιακό και «υπανάπτυκτο»… Και τότε πόνεσε και θύμωσε πάρα πολύ κι άρχισε να τους ασκεί σκληρή κριτική.

Αυτή και όλες οι εικόνες του Παπουλάκου που δημοσιεύονται εδώ (εκτός από μία), είναι από αυτό το άρθρο, όπου αναφέρεται και πού βρίσκεται καθεμιά (δείτε τις λεζάντες)
Οι άρχοντες του τόπου φοβήθηκαν αυτό τον αγράμματο ασκητικό καλόγερο, γιατί έβλεπαν πως ο λαός τον ακούει (όπως φοβήθηκε ο Ηρώδης τον άγιο Γιάννη τον Πρόδρομο, και δεν καταλάβαινε πως ο Πρόδρομος ήταν ο μοναδικός του φίλος, τον οποίο σκότωσε). Επιστράτευσαν λοιπόν τους ηγέτες της Εκκλησίας της Ελλάδας, που ήταν δικοί τους άνθρωποι, κι εκείνοι τον κάλεσαν (πήγε ολόκληρος στρατός να τον πιάσει, γιατί τον ακολουθούσαν χιλιάδες λαού), τον πέρασαν από εκκλησιαστικό δικαστήριο, τον καταδίκασαν και τον φυλάκισαν στο κελί ενός μοναστηριού, φρουρούμενο, για όλη την υπόλοιπη επίγεια ζωή του.
Το όνομά του: Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, Χριστοφόρος μοναχός ή, όπως έμεινε στην Ιστορία, Παπουλάκος.

Ο Παπουλάκος είναι ακόμη και σήμερα (ενάμισι αιώνα μετά) σημείο αντιλεγόμενο. Οι πιο «ευρωπαϊστές» Νεοέλληνες (είτε άθεοι, είτε χριστιανοί), «προοδευτικοί» και «εκσυγχρονισμένοι», τον θεωρούν ανόητο φανατικό, εχθρό της προόδου, αφού έλεγε στον κόσμο πως «τα άθεα γράμματα» (οι νεοφερμένες στον ελλαδικό χώρο ευρωπαϊκές επιστήμες) «θα καταστρέψουν τον τόπο μας». Οι παραδοσιακοί τον θεωρούν άγιο, όπως τον θεώρησε τον παλιό καιρό μεγάλη μερίδα του ελληνικού λαού – του ορθόδοξου, αν μου επιτρέπετε, ελληνικού λαού, του λαού μας.
Τα τελευταία χρόνια εκφράστηκε δημόσια μια πρόταση για την επίσημη αγιοκατάταξή του. Σ’ αυτή την πρόταση απάντησαν κάποιοι με κραυγές ή χλευασμό: «άγιος» ο Παπουλάκος; Αυτός ο αγύρτης!; Αυτό δα μας έλειπε!
Αν η Εκκλησία αγιοκατατάξει (κατατάξει επίσημα ανάμεσα στους αγίους) τον Παπουλάκο, θα γίνει καινούργιος σάλος: θα έχει «αποδείξει» για μια ακόμα φορά πως είναι φορέας σκοταδισμού, εχθρός της προόδου και του φωτός (φωτός που φυσικά έρχεται από τη δύση και δεν έχει σχέση με κάποιο «θείο Φως» αλλά μόνο με το φως των επιστημών, που μας βοηθάνε να ζούμε όμορφα).
Η άλλη άποψη είναι πως η Εκκλησία ΠΡΕΠΕΙ να αγιοκατατάξει τον Παπουλάκο, όχι μόνο επειδή είναι στ’ αλήθεια άγιος (άρα του αξίζει αυτή η τιμή), αλλά και γιατί αυτό θα ήταν μια σωστή και σοβαρή πράξη αντίστασης στο απόλυτο ξεχαρβάλωμα της κοινωνίας μας – ξεχαρβάλωμα, παρακμή, πόνος, παράνοια, που είναι 100% συνέπειες της παγκόσμιας νίκης αυτού του «εκσυγχρονισμού» ενάντια στον οποίο κήρυττε ο Παπουλάκος. Διότι αυτός ο «εκσυγχρονισμός» δεν ήταν τελικά τίποτ’ άλλο από μια παγίδα: έκρυβε τον καταναλωτισμό, την απομόνωση, τον καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό, την παγκοσμιοποίηση, την εκμετάλλευση των λαών, πρώτου και τρίτου κόσμου! Όλα τα άλλα είναι απλά δολώματα. Κι εμείς είμαστε τα ψάρια, στο τηγάνι των καπιταλιστών.
Ήδη άργησε η Εκκλησία να τον αγιοκατατάξει, λέει αυτή η άποψη (εύκολο είναι να αναγνωρίσει ως άγιο κάποιον που η ίδια η Ιερά Σύνοδος τον καταδίκασε;), αλλά έστω και τώρα, στο παρά 5, είναι καιρός. Αντίσταση χρειαζόμαστε ενάντια στους καινούργιους κατακτητές (που είναι οι ίδιοι οι παλιοί, αλλά τώρα πέταξαν τις γλυκές μάσκες). Και ο Παπουλάκος ήταν μια προφητική φωνή αντίστασης. Είναι άγιος, είναι ένας εξαιρετικά επίκαιρος πνευματικός αγωνιστής, και πρέπει να τον τιμήσουμε ως άγιο.

Διαβάστε ολόκληρο το αφιέρωμα στον Παπουλάκο εδώ.
Πηγή: Ο Νεκρός
Το αλίευσα ΕΔΩ

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: ο Αγιος φίλος των λεπρών, ο Αγιος του Αιγάλεω


Ο Κρυφός Γελαστός Άγιος του Αιγάλεω

 
Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης: ο άγιος φίλος των λεπρών
 Ο π. Ευμένιος γεννήθηκε το 1931 στην Εθιά Μονοφατσίου του νομού Ηρακλείου Κρήτης και ήταν το όγδοο παιδί μιας φτωχής και πιστής οικογένειας. Έγινε μοναχός σε ηλικία 17 χρονών, αγωνίστηκε για την καλλιέγεια της ψυχής του με αγάπη και προσευχή και δοκιμάστηκε σκληρά και από την ασθένεια της λέπρας, αλλά και αργότερα, ενώ ήταν ήδη ιερέας, από δαιμονική επιρροή, με την οποία βασανίστηκε ψυχοσωματικά και ελευθερώθηκε μετά από πολλές προσευχές, αγρυπνίες και εξορκισμούς σε μοναστήρια της Κρήτης, όπως στις μονές Κουδουμά και Παναγίας Καλυβιανής.

Η λέπρα τον έφερε στο Νοσοκομείο Λοιμωδών στην Αγία Βαρβάρα Αθηνών. Εκεί θεραπεύτηκε αλλά, βλέποντας τον ανθρώπινο πόνο, αποφάσισε να παραμείνει στο Νοσοκομείο ως ιερέας, για να βοηθήσει όσο μπορούσε την ανακούφιση των συνανθρώπων του! Εκεί λοιπόν "θα αρχίσει το ποιμαντικό του έργο, που μπροστά του γονατίζουν οι έχοντες θεολογικά πτυχία και εκκλησιαστικά αξιώματα".

Η αγάπη του και ο ασκητικός του αγώνας έφεραν σ' αυτόν τη χάρη του Θεού και ο ταπεινός ιερέας (λειτουργούσε στο ναό των αγίων Αναργύρων Ιατρών Κοσμά και Δαμιανού, μέσα στο Λοιμωδών) έφτασε σε μεγάλο ύψος αγιότητας -το οποίο διατηρούσε κρυφό όσο μπορούσε- και αξιώθηκε να λάβει το προορατικό χάρισμα, να ζήσει υψηλά πνευματικά βιώματα και οράματα και να βοηθήσει πάρα πολλούς ανθρώπους κάθε κοινωνικής τάξης και μορφωτικού επιπέδου, όχι μόνο με τις συμβουλές και την προσευχή του αλλά και με την αγιασμένη παρουσία του. 

Ο Γέροντας αγαπούσε όλο τον κόσμο, κάθε άνθρωπο προσωπικά, και ήταν ένας ιδιαίτερα γελαστός άγιος - το τρανταχτό γέλιο του ήταν ένα από τα...
 χαρακτηριστικά του - όπως και πολλές φορές έβγαινε από το Ιερό, κατά τη λειτουργία, με τα γένια του βρεγμένα από δάκρυα, αφού προσευχόταν για όλους τους πονεμένους και δυστυχισμένους συνανθρώπους μας και είχε προφανώς και το χάρισμα των δακρύων.


Ο παππούλης μας γελούσε, γελούσε πολύ. Γελούσε με εμάς τους ανθρώπους και μας μετέδιδε τη χαρά του. Γελούσε με τους αγίους, με την Κυρία Θεοτόκο, με τους αγγέλους, και μας μετέδιδε πάλι τη χαρά των αγίων, της Κυρίας Θεοτόκου, των αγγέλων, γι' αυτό, όταν πηγαίναμε εκεί, μπορεί να ήμαστε στενοχωρημένοι και κουρασμένοι ψυχικά ή σωματικά, αλλά φεύγαμε ...; πετώντας. 

Ο π. Ευμένιος γελούσε πολλές φορές και κατά τη διάρκεια των ακολουθιών, μπορεί την ώρα που διάβαζε το ιερό ευαγγέλιο ή όταν εθυμίαζε την Κυρία Θεοτόκο στην «Τιμιωτέρα» [σημαντικό τροπάριο για την Παναγία, που ψάλλεται σε ειδικό σημείο της καθημερινής πρωινής ακολουθίας (όρθρου)] ή την ώρα των παρακλήσεων [παράκληση ή "παρακλητικός κανόνας" = μουσικό + ποιητικό έργο, που αποτελεί προσευχή προς την Παναγία ή προς έναν άγιο (οι χριστιανοί συχνά διαβάζουν παρακλήσεις στο σπίτι τους, αλλά ψάλλονται & στην εκκλησία]. 

«Όποιος τον πλησίαζε, έβλεπε έναν ιερέα, έναν καλόγερο, με έντονη χαρά στο πρόσωπό του. Αυτή η χαρά, πολλές φορές, εκφραζόταν με πολλά γέλια, που αναμιγνύονταν με τα λόγια του ή ξεχύνονταν από τις άκρες των κλειστών χειλιών του, όταν έμενε σιωπηλός. Το καταλάβαινες ότι ήταν γέλια ενός χαριτωμένου ανθρώπου [δηλ. ανθρώπου με θεία χάρη], μιας καρδιάς ξέχειλης από αληθινή, θεία γαλήνη και χαρά, που χυνόταν έξω και δρόσιζε, ξενίζοντας [παραξενεύοντας] τους άλλους. 
Ήταν εμφανές ότι ο π. Ευμένιος προσπαθούσε να συγκρατηθεί από ταπείνωση, να μη φανεί αυτή η αγία ιδιαιτερότητα, μα δεν το κατάφερνε πάντοτε. 

Όποτε τον επισκεπτόμουν έπαιρνα αυτό το δώρο, τη χαρά δηλαδή και τα «αλλιώτικα» γέλια του, που κυλούσαν ώς την δική μου καρδιά. Όταν φορούσε την ιερατική του στολή και έβγαινε στην Ωραία Πύλη για το «Ειρήνη πάσι» ή θυμίαζε την Παναγία μας στο τέμπλο, το πρόσωπό του, συγκρινόμενα με τα απαστράπτοντα άμφια, έλαμπε περισσότερο. Ιδιαίτερα μπροστά στην Θεοτόκο, στην Τιμιωτέρα ή στους Χαιρετισμούς, την χαιρετούσε πραγματικά πλημμυρισμένος χαρά και γελούσε μόνος αυτός, σαν να του είπε η Θεοτόκος μιαν ευχάριστη είδηση. [ ...;]» (βλ. Σίμωνος μοναχού, π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, Αθήνα 2010, 2η έκδ., σελ. 137-146).


Ο Γέροντας Πορφύριος έλεγε για τον Γέροντα Ευμένιο: «Να πηγαίνετε να παίρνετε την ευχή του Γέροντα Ευμένιου, γιατί είναι ο κρυμμένος Άγιος των ημερών μας. Σαν τον Γέροντα Ευμένιο βρίσκει κανείς κάθε διακόσια χρόνια».
Στο Νοσοκομείο Λοιμωδών ευτύχησε να γνωρίσει το λεπρό άγιο μοναχό Νικηφόρο, που, αν και τυφλός από την ασθένειά του, έγινε μεγάλος πνευματικός πατέρας των χριστιανών και δάσκαλος του Γέροντα Ευμένιου.
Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στο Νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» και την 23η Μαίου 1999 παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο και τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, στον τόπο που γεννήθηκε (στην Εθιά).

H προσευχή του Γέροντα ("Και εχάρη ο Θεός")

Η μυστική ζωή του αγίου Γέροντα (=οι προσωπικοί ασκητικοί αγώνες του) δεν είναι ευρύτερα γνωστή. Όμως έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακάτω προσευχή του, που περιλαμβάνεται, μαζί με πολλά άλλα στοιχεία για τη ζωή του και μαρτυρίες πολλών ανθρώπων που τον γνώρισαν (και πολλές μαρτυρίες για τα αγιοπνευματικά [=θαυματουργικά] χαρίσματά του), στο εξαιρετικό βιβλίο του Σίμωνος Μοναχού π. Ευμένιος - Ο κρυφός άγιος της εποχής μας, σελ. 133-134 [για το βιβλίο, και αποσπάσματα, κλικ εδώ]. Διηγείται ο μητροπολίτης Μόρφου της Κύπρου Νεόφυτος.

«Ένα πολύ σημαντικό περιστατικό, που θυμούμαι από τον γέροντα Ευμένιο, είναι μία προσευχή του έκανε: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους ανθρώπους".
"Κι εχάρη ο Θεός", μου έλεγε.
"Και μετά είπα: "Κύριε Ιησού Χριστέ, θέλω να σώσεις όλους τους καθολικούς. Και όλους τους προτεστάντες, Χριστέ μου, θέλω να σώσεις". Κι εχάρη ο Θεός.
"Θέλω να σώσεις και τους μουσουλμάνους και όσους ανήκουν σε όλες τις θρησκείες, και τους αθέους ακόμα θέλω να σώσεις". Κι εχάρη πολύ ο Θεός.
Και του είπα: "Χριστέ μου, θέλω να σώσεις όλους τους απ' αιώνες κεκοιμημένους από Αδάμ μέχρι τώρα". Κι εχάρη ο Θεός πολύ.
Και είπα: "Θεέ μου, θέλω να σώσεις και τον Ιούδα". Και στο τέλος είπα: "Θέλω να σώσεις και τον διάβολο". Κι ελυπήθη ο Θεός".
Του λέω: "Γιατί λυπήθηκε ο Θεός;". "Διότι θέλει ο Θεός και δεν θέλουν αυτοί" μου απάντησε, "δεν υπάρχει ίχνος καλής θελήσεως σωτηρίας στον διάβολο".
"Καλά" του είπα, "πώς κατάλαβεες εσύ πότε ο Θεός χαιρόταν και πότε ελυπήθη;". Και μου λέει: "Άμα η καρδιά σου γίνει ένα με την καρδία του Χριστού, αισθάνεσαι αυτά που αισθάνεται".

Δηλαδή αντιλαμβάνεσαι τι εύρος είχεν η καρδία αυτού του ανθρώπου; Αυτό είναι από τα πιο δυνατά που έχω ακούσει και δεν το έχω ακούσει από κανέναν άλλον. Κι αυτό το καταλάβαινε από την ένταση της Χάριτος. Ανάλογα με τον βαθμό της Χάριτος αντιλαμβανόταν την λύπη ή την χαρά Του, σ' αυτό που ο ίδιος έλεγε ή έκανε».

[Χάρις: η αγαθή ενέργεια του Θεού, που εκπέμπεται σε όλα τα πλάσματα και που ανάλογα με το βαθμό, που ο άνθρωπος ανοίγεται σ' αυτήν (=την επιθυμεί και γίνεται κατάλληλος για να μπει μέσα του, καλλιεργώντας την ταπεινή αγάπη), σώζεται και γίνεται άγιος. Κατά τους αγίους Πατέρες, η Χάρις είναι "άκτιστη", δηλ. αδημιούργητη: εκπέμπεται απευθείας από το Θεό, δεν είναι δημιούργημά Του - κι έτσι, όποιος ανοίγεται και μπαίνει μέσα του η θεία Χάρις, έχει μέσα του τον Ίδιο το Θεό αυτοπροσώπως και όχι ένα δημιούργημα, ενώνεται δηλαδή με το Θεό (θέωση).


Η μάχη με τον εχθρό (διάβολο)

Επειδή πολλοί αναγνώστες θα θέλουν κάτι παραπάνω για το θέμα, ας αναφέρουμε επιγραμματικά λίγες πληροφορίες, προερχόμενες από το βιβλίο του π. Σίμωνα, σελ. 60-65.
Το χτύπημα του εχθρού ήρθε όταν, μετά από σειρά δαιμονικών οραμάτων με άγρια θηρία, ο Γέροντας (νέος & άπειρος ιερέας ακόμη, αν και πιστός, γεμάτος αγάπη & αγωνιστής της προσευχής) έπαψε να έχει ενοχλήσεις και ένιωσε ότι "νίκησε το διάβολο" και τον γελοιοποίησε. Η στιγμή εκείνη ήταν μια εγωιστική πτώση σε παγίδα και ο εχθρός τον χτύπησε καθώς κατέβαινε τη σκάλα του Λοιμωδών, αρχικά στο πρόσωπο και στη συνέχεια στην ψυχή. 
Για την περίοδο εκείνη ο Γέροντας είχε πει: "Ήταν ο καιρός που τα δάκρυά μου έκαιγαν το πρόσωπό μου. Ζεματιστά δάκρυα". Η ταλαιπωρία του έπαψε όχι με τη βοήθεια της ψυχιατρικής, αλλά μετά από νηστείες, αγρυπνίες και πολλές επισκέψεις, με τη συντροφιά πιστών φίλων και χωριανών, στα μοναστήρια της Κρήτης. Στην Παναγία του Κουδουμά, κατά τον άγιο Γέροντα, δόθηκε η τελική νίκη κατά του εχθρού, μια νίκη της Παναγίας για χάρη του.

Σημειωτέον ότι η μονή Κουδουμά (νότια νομού Ηρακλείου) είναι μία από τις πιο σημαντικές ορθόδοξες μονές της Κρήτης και πολλοί άγιοι έχουν αναδειχθεί εκεί, όπως οι άγιοι Παρθένιος και Ευμένιος (κοιμήθηκαν αρχές του 20ού αιώνα), Ιωακείμ ο Νάνος, Γεννάδιος ο μετέπειτα ασκητής της Ακουμιανής Γιαλιάς (νομού Ρεθύμνης) κ.λ.π. [για Γεννάδιο και Ιωακείμ].

Ένα ποίημα αφιερωμένο στο όσιο Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη
Δεν θυμάμαι την ακριβή ημερομηνία.
Με τους αριθμούς άλλωστε δεν τα πάω καλά.
Έχουν πολύ λογική και με κουράζουν.
Μα εκείνο που σίγουρα θυμάμαι
είναι ότι σαν ήρθε το μακάριο λείψανο στο νησί μας
μετά από διήμερο προσκύνημα στην πρωτεύουσα,
ανέβηκα στο χωριό να δω έναν Άγιο.
Δεν είναι δα και τόσο συχνό το φαινόμενο!!!
Όταν πλησίασα κοντά του,
μια λάμψη που έκαιγε κάθε δισταγμό και λογοκρατούσα συνήθεια
φάνηκε ηχηρά στο πρόσωπό του.
Όχι !!!! Δε την έβλεπα μονάχα εγώ.
Ήταν πολλοί εκεί με αναμμένα τα κεριά
και πληγωμένη την καρδιά.
Έλαμπε!!!!!!
Μα η λάμψη αυτή δεν είχε κάτι από αυτή εδώ την κτίση.
Δεν ήταν φως σε δικό μας ουρανό.
Μήτε μορφή από εκείνες που στολίζουν τους τοίχους του χώρου και του χρόνου μας.
Δεν ήταν κορνίζα, για να ξυπνάει την λήθη και την μοναξιά του χωρισμένου.
Ήταν φως εκ φωτός. Λάμψη λαμπρής κοσμημένης.
Μα πιο πολύ από όλα, εκείνο που σταμάτησε της λογικής τους ήχους,
σώπασε και ηρέμησε,
εσώτερες φωνές των απειθών λογισμών μου,
...;..τα πόδια τα κουρασμένα του Αγίου.
Ήταν ζεστά και μαλακά σαν την καρδιά του,
κι όμως είχαν περάσει τρεις μέρες που είχε κοιμηθεί !!!
(π. Λίβυος) 


Ο π. Ευμένιος ήταν εφημέριος στο Εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων στο Νοσοκομείο πρώην Λοιμωδών στο Αιγάλεω.

Το αλίευσα ΕΔΩ

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

Στήν ἱερή μνήμη τοῦ ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου ἐπί τῇ 20ετίᾳ ἀπό τήν κοίμησή του.

21 Νοεμβρίου 1991 – 21 Νοεμβρίου 2011

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Στήν ἱερή μνήμη τοῦ  ὁσίου Γέροντος Ἰακώβου ἐπί τῇ εἰκοσαετίᾳ ἀπό τήν κοίμησή του.

Πνευματική βιογραφία τοῦ Γέροντος  – ἄρθρο τοῦ ἀρχιμανδρίτου

π. Κυρίλλου, Καθηγουμένου Ι. Μ. Ὁσίου Δαβίδ στην «ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ»

Καταγωγή. Ὁ Γέροντας γεννήθηκε στίς 5 Νοεμβρίου 1920 ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς. Τὴν Θεοδώρα ἀπὸ τὸ Λιβίσι τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τὸν Σταῦρο ἀπὸ τὴν Ρόδο.

Ἡ οἰκογένεια τῆς μητέρας του ἦταν γνωστοὶ στὸ Πατριαρχεῖο, εὐεργέτες τῶν σχολείων τῆς Μάκρης καὶ μὲ σπουδαία ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 1922 Τοῦρκοι πιάσανε τὸν πατέρα του, ὁ ὁποῖος ὁδηγήθηκε στὰ βάθη τῆς Ἀσίας.

Μετὰ τὴν καταστροφὴ ἡ οἰκογένειά του ἀκολούθησε τὸν σκληρὸ δρόμο τῆς προσφυγιᾶς. Τὸ καράβι τοὺς μετέφερε στὴν Ἰτέα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ πῆγαν στὴν Ἄμφισσα. Ἐκεῖ γιὰ καλή τους τύχη τὸ 1925 βρῆκαν τὸν πατέρα τοῦ μικροῦ Ἰακώβου καὶ μαζὶ πλέον ἡ οἰκογένεια μετακινήθηκε στὸ χωριὸ Φαράκλα τῆς Εὔβοιας.

Παιδική ζωή. Ὁ μικρὸς Ἰάκωβος ἦταν ἑπτὰ χρονῶν καὶ εἶχε μάθει ἀπέξω τὴν θεία Λειτουργία, χωρὶς νὰ γνωρίζει γράμματα. Τὸ 1927 πῆγε σχολεῖο καὶ διακρίθηκε γιὰ τὶς ἐπιδόσεις του. Ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἦταν ἔκδηλη. Τὴν ἴδια χρονιὰ ἐμφανίσθηκε μπροστὰ του ἡ Ἁγία Παρασκευὴ καὶ τοῦ φανέρωσε τὸ λαμπρὸ ἐκκλησιαστικό του μέλλον, ἐνῶ συχνὰ διάβαζε εὐχές, προσευχόταν καὶ θεράπευε συγχωριανούς του.

Τὸ 1933 τελείωσε τὸ δημοτικὸ, ἀλλὰ οἱ οἰκονομικὲς δυσκολίες τῆς οἰκογένειάς του δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ συνεχίσει στὸ γυμνάσιο. Ἀκολούθησε τὸν πατέρα του στὴν δουλειά του. Ὁ μητροπολίτης Χαλκίδος ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὸ ψάλσιμο τοῦ τὸν χειροθέτησε ἀναγνώστη. Ἀπὸ τὸ 1938 καὶ μετὰ ἡ ζωὴ τοῦ ἦταν καθαρὰ ἀσκητική. Ἔτρωγε λίγο, κοιμόταν ἐλάχιστα, προσευχόταν συνεχῶς καὶ δούλευε σκληρά. Τὰ βάσανα καὶ οἱ κακουχίες τῆς Κατοχῆς ταλαιπώρησαν τοὺς ἄτυχους πρόσφυγες. Τὸν Ἰούλιο τοῦ 1942 πέθανε ἡ μητέρα του, προλέγοντάς του ὅτι θὰ γίνει ἱερέας.

Νεανική ζωή. Τὸ 1947 ὁ Ἰάκωβος πῆγε στρατιώτης. Τὰ πειράγματα τῶν συναδέλφων του, ποὺ τοῦ εἶχαν βγάλει τὸ παρατσούκλι ὁ «πάτερ Ἰάκωβος», ἀλλὰ καὶ ὁ χλευασμός τους δὲν τὸν πτοοῦσαν. Ὁ διοικητὴς του τὸν ἐκτιμοῦσε ἰδιαίτερα καὶ ἦταν ἀπὸ τοὺς λίγους ποὺ κατάλαβε τὸ λαμπρὸ μέλλον ποὺ θὰ εἶχε τὸ νεαρὸ προσφυγόπουλο. Μετὰ τὴν ἀπόλυσή του ἀπὸ τὸ στρατὸ (1949) ὁ Ἰάκωβος σὲ ἡλικία 29 χρονῶν χάνει καὶ τὸν πατέρα του. Ὁ ἀγώνας του τώρα γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὴν ἀδελφὴ γίνεται ἐντονότερος, χωρὶς ὅμως νὰ παραμελεῖ αὐτὸ τὸ ὁποῖο ποθεῖ ἀπὸ τὰ παιδικά του χρόνια. Νὰ γίνει μοναχός.

Ἡ μοναχική κλήση. Ἡ ζωή του ὡς ἱερομόναχος. Ἔχοντας ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία τῆς μητέρας του νὰ παντρέψει τὴν ἀδελφή του, τὸ Νοέμβριο τοῦ 1952 προσέρχεται στὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ στὶς Ροβιές, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει καὶ τὴν δική του ἐπιθυμία. Ἀρχικὴ ἐπιθυμία τοῦ π. Ἰακώβου ἦταν νὰ πάει στοὺς Ἁγίους Τόπους κι ἐκεῖ νὰ ζήσει στὴν ἔρημο ὡς ἀσκητής. Θεώρησε ὅμως καλὸ, πρὶν ξεκινήσει γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους, νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸ μοναστήρι τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, γιὰ νὰ ζητήσει τὴ βοήθεια καὶ τὴ μεσιτεία τοῦ Ὁσίου. Ἡ ὁλοζώντανη, ὅμως, ἐμφάνιση ἐνώπιόν του μὲ τὴν ἄφιξή του ἐκεῖ τοῦ ἴδιου τοῦ Ὁσίου Δαβὶδ ποὺ τὸν ὑποδέχθηκε καὶ ἡ οὐράνια καὶ παραδείσια πολιτεία τῶν ἀσκητῶν ποὺ εἶδε μπροστὰ του σὲ ὅραμα, ἀντὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ ἐρειπωμένου Μοναστηριοῦ ποὺ ὑπῆρχε στὴν πραγματικότητα, τὸν ἔκαναν νὰ ὑποσχεθεῖ στὸν Ἅγιο ὅτι θὰ παραμείνει στὴ Μονή, ὅπως καὶ παρέμεινε.

Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ζοῦσαν στὴ Μονὴ τρία γεροντάκια μὲ τὸ ἰδιόρρυθμο σύστημα. Ἡγούμενος ἦταν ὁ μακαριστὸς ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος Θωμᾶς, ἄνθρωπος ἐνάρετος, ἠθικὸς καὶ πολὺ ἐλεήμων, ἐργασθείς μὲ πολὺ ζῆλο γιὰ τὴν ἀναστήλωση τῆς Μονῆς. Σὲ ἡλικία 32 ἐτῶν πλέον ὁ Ἰάκωβος γίνεται δόκιμος μοναχὸς.

Ὁ Θεὸς ἀξίωσε τὸν π. Ἰάκωβο καὶ τοῦ μεγάλου χαρίσματος τῆς ἱεροσύνης. Ὁ ἴδιος ὁ μακαριστὸς Γέροντας ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ἐγὼ ποτὲ στὴ ζωή μου δὲν ἐπεθύμησα θέσεις καὶ ἀξιώματα, οὔτε καὶ φαντάστηκα κατὰ διάνοιαν ὅτι ἦταν δυνατὸν νὰ ἀξιωθῶ τέτοιας τιμῆς. Δέχτηκα μόνον ἀπὸ ὑπακοὴ πρὸς τὸν Γέροντά μου καὶ ἀπὸ σεβασμὸ πρὸς τὸν ἅγιο ἐκεῖνον ἐπίσκοπο Χαλκίδος, τὸ μακαριστὸ Γρηγόριο». Ἡ χειροτονία του σὲ διάκονο ἔγινε τὶς 18 Δεκεμβρίου τοῦ 1952 στὸ ἐκκλησάκι τῆς Ἁγίας Βαρβάρας στὴ Χαλκίδα καὶ σὲ ἱερέα τὴν ἑπομένη, 19 Δεκεμβρίου, στὸ παρεκκλήσι τοῦ Ἐπισκοπείου. Ὁ Μητροπολίτης εἶπε στὸν π. Ἰάκωβο μετὰ τὴν χειροτονία του ἕνα λόγο προφητικό: «Καὶ σὺ παιδί μου, θ’ ἁγιάσεις. Νὰ συνεχίσεις μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ σὲ ἀνακηρύξει ἡ Ἐκκλησία».

Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος, ξεκινώντας τὴ μοναχικὴ ζωὴ, ἔβαλε ἀρχὴ ἀπαράβατη τὴν ὑπακοὴ καὶ δὲν ἔκανε τίποτα χωρὶς εὐλογία τοῦ ἡγουμένου, τὴν ὁποία γιὰ νὰ λάβει ἀπαιτεῖτο πολλὲς φορὲς νὰ κάνει κοπιαστικὲς πορεῖες τεσσάρων καὶ πέντε ὡρῶν, ἀφοῦ ὁ Γέροντάς του, ἀσκώντας καὶ ἐφημεριακὰ καθήκοντα, εὑρίσκετο συχνὰ στὴν κωμόπολη τῆς Λίμνης. Ἡ ἀγόγγυστη ὑπακοὴ αὐτὴ τοῦ π. Ἰακώβου καὶ ὁ πύρινος ζῆλος, μὲ τὸν ὁποῖο ἐργαζόταν στὴν πνευματικὴ καὶ σωματικὴ ἐργασία μέσα στὴ Μονὴ ἐκίνησαν, τὸ φθόνο τοῦ μισόκαλου διαβόλου, ὁ ὁποῖος ἀρχικὰ ξεσήκωσε τοὺς παλαιοὺς ἰδιόρρυθμους πατέρες ἐναντίον του. Θλίψεις, πικρίες καὶ δοκιμασίες πολλὲς ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς καὶ τὸν βρῆκαν ἐξ αἰτίας τῆς συμπεριφορᾶς τῶν πατέρων αὐτῶν. Ὅμως δὲν κάμφθηκε, συνέχισε τὸν ἀγώνα του.  Ἔτσι συνέχισε ἡ ζωὴ τοῦ ἀσκητῆ Ἰάκωβου, ἐργασία στὸ μοναστήρι, προσευχὴ στὸ ἀσκητήριο τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, οἱ θεοπτίες καὶ θαύματα τὰ ὁποῖα μὲ τὸν καιρὸ πλήθαιναν. Ὁ βαθμὸς ἄσκησής του ἀνῆλθε σὲ ὑψηλὰ πνευματικὰ ἐπίπεδα καὶ πολλὲς φορὲς οἱ δαίμονες τὸν ἔδειραν βάναυσα. Ὁ ἴδιος ἔβλεπε καὶ συνομιλοῦσε συχνὰ μὲ τοὺς ὁσίους Δαβὶδ καὶ Ἰωάννη Ρῶσο, ἐνῶ τὸ προορατικό του χάρισμα ἦταν σπουδαῖο. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1963 μὲ θαυμαστὸ τρόπο τάϊσε μὲ δυόμισι ὀκάδες μανέστρα 75 ἐργάτες μὲ πλουσιοπάροχες μερίδες καὶ περίσσεψε καὶ μισή κατσαρόλα!

Ἡγούμενος τῆς Μονῆς του. Δοκιμασίες καὶ πειρασμοὶ. Στὶς 25 Ἰουνίου 1975 ὁ γέροντας Ἰάκωβος ἀνέλαβε τὸ πηδάλιο τῆς Μονῆς τῆς μετανοίας του. Ἀπὸ τὴν λιτοδίαιτη καὶ ἀσκητικὴ ζωὴ ἡ ὑγεία του ἄρχισε νὰ κλονίζεται.

Οἱ φλέβες τῶν ποδιῶν του ἦταν σάπιες, ἔκανε ἐγχείριση βουβωνοκήλης, σκωληκοειδίτιδας, προστάτη, καρδιᾶς καὶ σύμφωνα μὲ τὶς μαρτυρίες τοῦ καθηγητῆ Κρεμαστινοῦ ποὺ τοῦ ἔβαλε τὸν βηματοδότη «…  θεία δύναμη κρατοσε τν παππού..». Ἀπὸ τὴν ἄλλη, εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν δοκιμασία τῆς ἀπίστευτης φτώχειας τῆς Μονῆς ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ ἐρειπωμένου παγωμένου κελιοῦ του μὲ τὰ χαλασμένα παντζούρια ποὺ ἀπὸ τὶς χαραμάδες τους στοὺς βαρεῖς χειμῶνες ὁ ἀέρας περνοῦσε τὸ χιόνι μέσα καὶ μὲ τὰ τρύπια πατώματα, ποὺ ἀπὸ κάτω τους βάζανε τὰ γίδια τῆς Μονῆς.

Ἀκόμη ἡ στέρηση ἀπολύτως ἀναγκαίων ἀγαθῶν καὶ τῶν χειμερινῶν ἀκόμη ρούχων καὶ παπουτσιῶν τὸν ἔκαναν μὲ τὶς βροχές, τοὺς πάγους καὶ τὸ πολὺ χιόνι νὰ τρέμει σύγκορμος καὶ νὰ ἀρρωσταίνει συχνά. Ὅλες αὐτὲς οἱ ταλαιπωρίες στιγμάτιζαν τὸ σῶμα του, καμμιὰ ὅμως δὲν βρῆκε τὴν ψυχή του, καμμιὰ δὲν πείραξε τὸ πνεῦμα του. Ἀλλά κι ὁ Σατανᾶς δὲν ἔπαυε νὰ τὸν πολεμᾶ, βάζοντας ὅλη τὴν τέχνη του καὶ χρησιμοποιώντας ὅλα τὰ τεχνάσματά του.

Δὲν ἀρκοῦνταν στὸν πνευματικό, τὸν ἀόρατο πόλεμο ὅπου τσακιζόταν πάνω στὴν ὑπακοή, τὴν προσευχή, τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωση τοῦ Γέροντα, ἀλλὰ τὸν πολέμησε καὶ αἰσθητά, ὁρατά. Κάποια φορά δεκαοκτώ δαίμονες, μὲ διάφορες μορφὲς σὰν ἄνθρωποι, σὰν πίθηκοι κ.ἄ., ὅρμησαν ἐπάνω του τὴν ὥρα ποὺ ἐργαζόταν. Ἀπὸ τὰ χτυπήματά τους καὶ τὰ βασανιστήριά τους τὸν ἄφησαν μισοπεθαμένο. Ὅταν μπόρεσε πιὰ καὶ ἀπελευθέρωσε τό χέρι του, ἔκανε τὸν Σταυρό του και ἔφυγαν. Τὸ ἴδιο ἐπανέλαβαν κι ἄλλη φορά λιγότεροι στὸν ἀριθμὸ δαίμονες. Ἄλλοτε πάλι οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ τόν τρομοκρατήσουν, ἐμφανίσθηκαν με μορφὴ χιλιάδων, ἀναρίθμητων, σκορπιῶν μέσα στὴ σπηλιὰ στὸ Ἀσκητὴριο τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, ὅπου ὁ Γέροντας, μιμούμενος τὸν Ὅσιο Δαβίδ, πήγαινε συχνὰ τὶς νύχτες για νὰ προσευχηθεῖ, βοηθούμενος στὴ νυχτερινὴ μετάβαση ἐκεῖ ἀπὸ ἕνα φωτεινὸ ἀστέρι ποὺ φώτιζε τὸ μονοπάτι, ποὺ δὲν ἦταν τίποτα ἄλλο παρὰ Ἄγγελος Κυρίου σταλμένος γιὰ τὴ διακονία αὐτή, ὡς ἀπάντηση τοῦ Θεοῦ στὸ σχετικὸ αἴτημα τῆς προσευχῆς του. Ὁ π. Ἰάκωβος δὲν πτοήθηκε.

Μόλις ἀντιλήφθηκε ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ δαιμονική ἐνέργεια, ἔθεσε ὅριο στοὺς σκορπιοὺς κι αὐτοὶ, δεμένοι ἀπὸ τὴν ἐντολή του, δὲν πέρασαν τὸν κύκλο ποὺ χάραξε γύρω τους ὁ Γέροντας. Σημάδι αὐτὸ ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε δώσει στὸν πιστό του δοῦλο τὴν ἐξουσία νὰ χρησιμοποιεῖ κάτι ἀπό τὴ Θεία Δύναμή Του, ἀπὸ τὶς Θεῖες Ἐνέργειές Του. Ὁ πατὴρ Ἰάκωβος σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς δοκιμασίες καὶ τοὺς πειρασμοὺς, ὃπως καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους, ἀντέταξε την ἀκλόνητη πίστη του στὸ Θεὸ καὶ την θεία ἀγάπη του πρὸς τὸν ὅσιο Δαβὶδ, τὴν πραγματικὰ ἰώβειο ὑπομονὴ καὶ τὴν ἄκαμπτη καρτερία καὶ πραότητά του, τὴν ἀπόλυτη ὑπακοὴ καὶ ταπείνωσή του, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴν ἄπειρη ἀγάπη του πρὸς ὅλους.   Τὸ Γραφικό: « Βασιλεία το Θεο βιάζεται κα βιασταρπάζουσιν ατήν» ἐφαρμόσθηκε πλήρως ἀπὸ τὸν Γέροντα. Ἡ βία ποὺ ἀσκοῦσε στὸν ἑαυτὸ του στὸ καθετὶ ἦταν τὸ κύριο χαρακτηριστικό του. Δὲν συγκατάβαινε εὔκολα στὸν ἑαυτό του. Ἀλλά καὶ ἡ εὐθύτητά του ἦταν μοναδική. Ἦταν ἄνθρωπος τοῦ «ναί, ναί» καὶ τοῦ «οὔ, οὔ». Καὶ ἡ νηστεία του, ἐπίσης, ἦταν ὑπεράνθρωπη.

Πνευματικὰ γεγονότα τῆς ζωῆς του. Ὁ π. Ἰάκωβος μέσα στὸ ναὸ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς θείας Λατρείας ζοῦσε ὡς ἱερεὺς πολλὰ πνευματικὰ γεγονότα. Γινόταν ἐπίγειος ἄγγελος «συλλειτουργῶν», ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε σὲ ὁρισμένα πρόσωπα, μὲ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ καὶ μὲ Ἁγίους. Στὴν ἁγία προσκομιδὴ εἶδε καὶ ἄγγιξε τὸ ἴδιο τὸ πανάγιο Αἷμα τοῦ Κυρίου, τὴν ὥρα ποὺ ἑτοιμαζόταν νὰ καλύψει τὰ Τίμια Δῶρα. Ἐκεῖ, ἄλλοτε, εἶδε Ἀγγέλους Κυρίου νὰ παραλαμβάνουν τὶς μερίδες τῶν μνημονευομένων καὶ νὰ πηγαίνουν νὰ τὶς ἐναποθέτουν σὰν προσευχὲς στὸ θρόνο τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Ἄλλοτε εἶδε «πνευματικ τ τρόπ», ὅπως ὁ ἴδιος ἔλεγε, κεκοιμημένους νὰ τοῦ ἐμφανίζονται κατὰ κάποιο τρόπο μὲ τὴ χούφτα ἀνοιχτή καὶ νὰ τοῦ ζητοῦν νὰ βγάλει μερίδα ὑπὲρ αὐτῶν, ὑπὲρ ἀναπαύσεως τῶν ψυχῶν τους, κι ὅταν τὸ ἔκανε τοὺς ἔβλεπε νὰ πηγαίνουν στὸν τόπο τοὺς ἀναπαυμένοι. Ἕνα φωτοειδῆ ἀστέρα εἶδε, ἄλλοτε, νὰ στέκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι εὐλαβοῦς Ἱερέως ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὴ Μονὴ καὶ λειτουργοῦσε, τὴν ὥρα ποὺ ἔθετε τὸν ἀστερίσκο ἐπί τοῦ Ἀμνοῦ κατὰ τὴν κάλυψη τῶν Τιμίων Δώρων. Πνευματικὰ γεγονότα τέτοια ἀνάλογα ὑπάρχουν πολλά και ὅλα αὐτά ἀποτελοῦσαν  μεγάλες δωρεὲς τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἐκλεκτό του δοῦλο Ἰάκωβο. Ὡς πνευματικὸς πατέρας διέπρεψε. Κανένας δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὸ πετραχήλι του χωρὶς νὰ εἶναι ἀναπαυμένος καὶ εὐχαριστημένος.

Μὲ τὴν πολλή του ἀγάπη θυσιαζόταν γιὰ ὅλους καὶ παρόλο πού, ἰδίως τὰ τελευταία χρόνια, ὑπέφερε ἀπὸ πολλὲς ἀρρώστιες σὲ κανέναν δὲν εἶπε: «Δν μπορ ν σ δ, ν κούσω τπρόβλημά σου»« κόσμος», ἔλεγε στὴ συνοδία του, «οτε ν φάει ζητάει, οτε ν πιε, ζητάει τν γάπη μας. ν μπορομε ατ ν τκάνουμε, θ πιτύχουμε στ ζωή μας ς μοναχοί». Ἀπὸ τὸ 1975, ὁπότε μὲ θεοφώτιστη ἀπόφαση τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου ἀνέλαβε τὴν ἡγουμενία καὶ « λύχνοςτέθη π τν λυχνίαν», ἀποκαλύφθηκαν -ἐξ ἀνάγκης- τὰ πολλὰ του χαρίσματα ποὺ ἀγωνιζόταν ἐπιμελῶς νὰ κρύβει.

Ἡ φήμη τῆς Μονῆς γιὰ τὰ θαύματα τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, τὸν ἁγιασμένο ἡγούμενό της π. Ἰάκωβο, τὸν ἀνύστακτο κόπο καὶ τὴν ἀβραμιαία φιλοξενία τῶν πατέρων της διαδόθηκε σιγά-σιγὰ παντοῦ καὶ πλήθη πιστῶν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ κατέφθαναν στὴ Μονή, ἡ ὁποία ἔτσι ἀναδείχθηκε, ὅπως γράφτηκε, «κυψέλη πνευματικς ζως κα φάροςρθοδοξίας, πανελλήνιο προσκύνημα, πανορθόδοξη ναφορ τοαώνα μας». 

Ἀπὸ τὰ πενήντα πέντε χρόνια του καὶ μετὰ, παρεχώρησε ὁ Θεὸς κι ὁ πατὴρ Ἰάκωβος πέρασε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δοκιμασιῶν, καὶ πολλὲς καὶ ἐπώδυνες ἀσθένειες. Ἔλεγε χαρακτηριστικὰ ὁ μακαριστὸς Γέροντας: «Πρε  ωσφόρος τν δεια ν πειράξει τσμα μου»Αὐτὸ εἶπε ἀποκαλυπτικὰ καὶ τὸ δαιμόνιο μέσῳ μίας δαιμονισμένης, φανερώνοντας καὶ τὶς παθήσεις ποὺ εἶχε ὁ Γέροντας, τὶς ὁποῖες μόνον ὁ ἴδιος ἤξερε. Κι ὁ Γέροντας συνέχιζε λέγοντας: «Ἐμένα ποὺ ποτὲ ἄνθρωπος δὲν μὲ εἶδε γυμνό, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μητέρα μου ὅταν ἤμουν παιδάκι, παραχώρησε ὁ Θεὸς νὰ μὲ δοῦν οἱ γιατροὶ καὶοἱ νοσοκόμοι καὶ νὰ μὲ χειρουργήσουν ἐπανειλημμένως. Ἔγινα θέατροἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις».

 Δὲν ἦταν λίγες οἱ φορὲς, βέβαια, ποὺ οἱ Ἅγιοι, ὅπως ὁ ὅσιος Δαβίδ, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος, οἱ ἅγιοι Ἀνάργυροι, ἡ ἁγία Παρασκευή, ἐπενέβησαν μετὰ ἀπὸ παρακλήσεις του καὶ τὸν βοήθησαν στὶς ἀσθένειές του χαρίζοντάς του τὴν ἴαση καὶ τὴν ὑγεία. Ἡ τελευταία δοκιμασία μὲ τὴν ὑγεία του, ποὺ τελικὰ ὁδήγησε τὸν Γέροντα στὴν ἄλλη ζωὴ, ἦταν ἡ πάθηση τῆς καρδιᾶς του, ἡ ὁποία προέκυψε ἐξ αἰτίας κάποιου πειρασμοῦ ποὺ πέρασε.

Τὰ πνευματικὰ χαρίσματα τοῦ Γέροντα. Ὁ μακαριστὸς Γέροντας Ἰάκωβος ἔζησε ὁσίως σαράντα περίπου χρόνια στὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ, ἔχοντας προηγουμένως ζήσει «εὐαγγελικῶς» στὸν κόσμο τριάντα δυὸ χρόνια. Δούλεψε στὸν Κύριο τηρώντας ἀπὸ τὴ νεότητα ἕως τὸ γῆρας τὴν προθυμία τῆς ἀσκήσεως. Μιμήθηκε τὸν ὅσιο Δαβωίδ καὶ βάδισε στὰ ἴχνη του. Οἱ ἀσκητικοί του ἀγῶνες ἦταν ἐφάμιλλοι τῶν παλαιῶν ὁσίων ποὺ ἀναφέρονται στὰ Γεροντικά, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐναντίον του ἐπιθέσεις, πνευματικὲς καὶ αἰσθητές, τοῦ Σατανᾶ, οἱ ποικίλοι πειρασμοί, δοκιμασίες καὶ κακοπάθειές του ἦταν ἀνάλογες μὲ αὐτὲς ποὺ ἀντιμετώπισαν πολλοὶ θεοφόροι Πατέρες. Ὅσο ὅμως μεγάλωναν οἱ δοκιμασίες, οἱ ἀσθένειες καὶ τὰ βάσανά του, τόσο ὁ Θεὸς τὸν χαρίτωνε μὲ σπάνια πνευματικὰ χαρίσματα, ὅπως τῆς διοράσεως καὶ προοράσεως, τῆς διακρίσεως καὶ τῆς παραμυθίας, καὶ τόσο περισσότερες ἦταν οἱ θεοπτεῖες ποὺ εἶχε καὶ οἱ θεοσημεῖες ποὺ ἐπιτελοῦσε μὲ τὴν προσευχή του, ἀλλὰ καὶ τόσο μεγαλύτερη γινόταν ἡ ἀκτινοβολία του. Στὴ Μονὴ προσέρχονταν γιὰ νὰ τὸν δοῦν ἑκατοντάδες ἁπλοὶ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ πατριάρχες καὶ ἀρχιερεῖς, κληρικοὶ κάθε βαθμοῦ καὶ μοναχοί, ἄρχοντες καὶ ἀνώτατοι δικαστές, καθηγητὲς Πανεπιστημίου καὶ ἐπιστήμονες. Ὅλοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴ Μονὴ κι ἔχοντας δεῖ τὸν Γέροντα Ἰάκωβο, αἰσθάνονταν ὅτι ἔφευγαν ἀπὸ ἕνα εἶδος Παραδείσου. Ὁ καθένας εὕρισκε κοντὰ στὸ Γέροντα τὴ βοήθεια ποὺ χρειαζόταν. Οἱ πονεμένοι εὕρισκαν μὲ τοὺς παραμυθητικούς του λόγους τὴν παρηγοριὰ καὶ τὴν ἀνακούφιση, οἱ δαιμονισμένοι εὕρισκαν μὲ τὶς εὐχὲς του τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ δαιμόνια καὶ τὴ θεραπεία τους, οἱ ἀσθενεῖς εὕρισκαν μὲ τὴν παρρησία τῆς προσευχῆς τοῦ τὴν ἴαση καὶ τὴν ὑγεία, οἱ ταλαιπωρημένοι ἀπὸ τὰ διάφορα βιοτικὰ προβλήματά τους εὕρισκαν μὲ τὴν εὐλογία του τὴν ἀναψυχή, τὴν ψυχική τους ἰσορροπία, τὴν ἐνδυνάμωση, τὴ λύση τῶν προβλημάτων τους. Οἱ φτωχοὶ εὕρισκαν μὲ τὴ συνεχῆ καὶ ἀγόγγυστη ἐλεημοσύνη του τὴ λύτρωση ἀπὸ τὴ θλίψη τῆς φτώχειας καὶ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ βάρη τῶν χρεῶν τους. Πολλὰ ἄτεκνα ζευγάρια μετὰ τὴν προσευχή, τὶς εὐχὲς καὶ τὴν εὐλογία του ἀποκτοῦσαν τέκνα χαριτωμένα. ‘Ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσους εἶχαν τὰ κατάλληλα μάτια νὰ δοῦν, ἡ παρουσία καὶ μόνο τοῦ Γέροντα, ἡ θεωρία του, ἀποτελοῦσε εὐλογία Θεοῦ, φανέρωση τῶν θείων ἐνεργειῶν, παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ.

Ἰδοὺ τί ἀναφέρει σχετικῶς στὴν ἀπὸ 14.2.1994 ἐπιστολὴ του πρὸς τὴν Ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαῖος: «…Διὰ τὸν μακαριστὸν Γέροντα μὲ τὴν φωτεινὴν μορφὴν ἰσχύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖονἔγραφεν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος διὰ τὸν ἅγιον Μελέτιον Ἀντιοχείας: “Οὐγὰρ διδάσκων μόνον, οὐδὲ φθεγγόμενος, ἀλλὰ καὶ δρώμενος ἁπλῶς,ἱκανὸς ἢ ἅπασαν ἀρετῆς διδασκαλίαν εἰς τὴν τῶν ὁρώντων ψυχὴν εἰσαγαγεῖν”.

Ἡ ὁσιακὴ κοίμησή του. Ἀπὸ τὸ 1990 καὶ μετὰ ὁ γέροντας δὲν εἶχε πλέον δυνάμεις καὶ οἱ κρίσεις στὴν ὑγεία του αὐξήθηκαν. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1991 μετὰ ἀπὸ μικρο-ἐμφράγματα νοσηλεύθηκε στὸ Γενικὸ Κρατικό.  Ἐπιστρέφοντας στὴν Μονὴ ἔπαθε φλεγμονὴ, ἡ ὁποία ἐξελίχτηκε σὲ πνευμονία. Ἀντάξια τῆς θαυμαστῆς ζωῆς του ἦταν καὶ ἡ ὁσιακὴ κοίμηση τοῦ Γέροντα. Ὁ ἴδιος εἶχε διαισθανθεῖ τὸ τέλος του.

Τὸ πρωὶ τῆς 21ης Νοεμβρίου 1991 πῆγε στὴν ἀκολουθία, ἔψαλε καὶ κοινώνησε. Μετὰ ἐξομολόγησε μερικοὺς πιστοὺς καὶ ἔκανε τὸν γύρο τῆς Μονῆς ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικά. Τὸ μεσημέρι ἐξομολόγησε μία πνευματική του κόρη, ἐνῶ παρακάλεσε ἁγιορείτη ἱεροδιάκονο ποὺ ἐξομολόγησε τὸ πρωὶ  ἐκείνης τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς του νὰ μείνει στὸ Μοναστήρι ὡς τὸ ἀπόγευμα γιὰ νὰ τὸν «ντύσει».  Μόλις ἦλθαν οἱ πατέρες, ὁ γέροντας προσπάθησε νὰ σηκωθεῖ, ἀλλὰ ζαλίστηκε. Ἡ ἀναπνοὴ του βάρυνε, ὁ σφυγμὸς του ἐξασθένησε καὶ ἀπὸ τὰ χείλη του βγῆκε ἕνα μικρὸ φύσημα Ὁ γέροντας εἶχε πάρει πλέον τὸν δρόμο γιὰ τὴν μακαρία ζωή.

Οἱ λαϊκοὶ ποὺ εἰδοποιήθηκαν γιά τὴν κηδεία του ἦταν ἐλάχιστοι. Τὰ τηλέφωνα, ὅμως, πῆραν φωτιὰ και ὁ ἕνας στὸν ἄλλο μετέδιδαν τὸ θλιβερὸ γεγονός. Τὴν ἑπόμενη μέρα, χιλιάδες κόσμου κατέκλυσαν τὸ μοναστήρι, κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμίδων, πνευματικοπαίδια τοῦ γέροντα ἀπὸ ὅλη τὴν Ἑλλάδα, ὅλοι ἦλθαν νὰ δώσουν τὸν τελευταῖο ἀσπασμό. Ἡ αὐλὴ τῆς μονῆς ἦταν κατάμεστη. Ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία ἐψάλη στὸ ὕπαιθρο καὶ μετὰ ἀπὸ τοὺς ἐπικήδειους λόγους, ὁ πρώην Κεφαλληνίας Προκόπιος εἶπε νὰ ὑψώσουν τὸ φέρετρο ψηλὰ νὰ δοῦν οἱ πιστοὶ τὸν Ὅσιο Γέροντα. Μόλις ἐφάνη τὸ ἱερὸ λείψανο, μὲ μία φωνὴ οἱ χιλιάδες τῶν πιστῶν κραύγασαν«γιος, γιος … εσαι γιος». Ἡ κραυγή αὐτή ἀποτελοῦσε μία ὁμόφωνη μαρτυρία τῆς συνείδησης τῶν πιστῶν γιὰ τὸ μακαριστὸ πλέον Γέροντα Ἰάκωβο. Ἀλλά ὁ ἅγιος Γέροντας συνεχίζει καὶ μετὰ τὴν ὁσιακὴ κοίμησή του, ὅπως τὸ ὁμολογοῦν ἑκατοντάδες πιστοὶ νὰ τοὺς εὐεργετεῖ μὲ τὴν παρρησία ποὺ ἔχει στὸ Θεό. Στὴ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Δαβίδ ὑπάρχουν πολυάριθμες μαρτυρίες πιστῶν, ποὺ ὁ Γέροντας Ἰάκωβος τοὺς βοήθησε. Οἱ μαρτυρίες αὐτές, ποὺ περιέχονται σὲ ἐπιστολὲς τῶν ἴδιων τῶν εὐεργετηθέντων ἢ κατεγράφηκαν μετὰ ἀπὸ προφορικὲς διηγήσεις τους, ἔχουν σχέση μὲ θεραπεῖες, εὐεργετικὲς ἐπεμβάσεις, ἢ μεταθανάτιες ἐμφανίσεις τοῦ Γέροντα.

Σήμερα, 20 χρόνια ἀκριβῶς μετὰ ἀπὸ ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ἔχει γίνει πλέον ἀκλόνητη πεποίθηση σὲ ὅλη τὴν Ἑλλάδα ὅτι ὁ Γέροντας Ἰάκωβος ἔχει καταταγεῖ στὴν χορεία τῶν Ἁγίων. Μένει νὰ ἐνεργήσουν οἱ ἁρμόδιοι ἐκκλησιαστικοί μας ταγοὶ καὶ νὰ τοῦ δώσουν τὴν θέση ποὺ τοῦ ἁρμόζει καὶ ἐπίσημα στο ἁγιολόγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν, τοῦ Γένους τῶν Χριστιανῶν καί του Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων, τῶν δεινῶς χειμαζομένων. Ἀμήν. 

by Siglitiki στο http://agathan.wordpress.com


Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης