Ἀθήνα, 6 Μαρτίου 2010
Σεβασμιώτατε,
παρακολουθώντας τὸ Συνέδριo, ποὺ διοργάνωσε στὶς 22–2–2010 τὸ περιοδικὸ «ΣΥΝΑΞΗ» μὲ θέμα «Σχέσεις κράτους καὶ Ἐκκλησίας», ὁδηγήθηκα στὸ συμπέρασμα, ἀπὸ τὶς εἰσηγήσεις τῶν συνέδρων, ὅτι τὸ θέμα αὐτὸ ἀντὶ νὰ φωτισθῆ, μᾶλλον συσκοτίσθηκε περισσότερο.
Ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ ἐσᾶς περίμενα πιὸ ξεκάθαρες καὶ κρυστάλλινες θέσεις, κάτι ποὺ δυστυχῶς δὲν ἔγινε. Δὲν θ᾽ ἀναφερθῶ λοιπὸν στὴν εἰσήγησή σας, ἄλλα στὶς ἀπαντήσεις,ποὺ δώσατε στὶς πράγματι εὔστοχες ἐρωτήσεις, ποὺ σᾶς ὑποβλήθηκαν ἀπὸ τοὺς παριστάμενους.
Στὸ αἴτημα τοῦ κ. Δρεττάκη νὰ ἡγηθεῖτε τοῦ πιστοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ μὴ γίνη ὁ χωρισμὸς Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, ἀπαντήσατε ὅτι δὲν ἀντέχετε νὰ σᾶς βάλουμε ἄλλο φορτίο. Τί σᾶς ζήτησε Σεβασμιώτατε ὁ κ. Δρεττάκης; Κάποια προσωπικὴ ἐξυπηρέτηση; Μήπως κάτι ἔξω καὶ πέραν τῆς ἀποστολῆς σας;
Ὅταν ἐπιλέξατε τὴν Ἱεροσύνη καὶ δεχθήκατε τὸ Ἀρχιερατικὸ λειτούργημα, δὲν γνωρίζατε τί καθήκοντα καὶ ὑποχρεώσεις ἀναλαμβάνετε;