Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΝΤΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Σώστε τον Γιάννη: Ένας Πόντιος αγωνιστής της μνήμης κινδυνεύει με επαναπροώθηση στην Τουρκία

Ανοιχτή Έκκληση

Αγαπητέ ελληνικέ λαέ,

Ονομάζομαι Γιάννης Βασίλης Γιαϊλαλή.

Είμαι Πόντιος και ένας από τους απογόνους των χιλιάδων Ποντίων που αναγκάστηκαν να επιβιώσουν στην Τουρκία κρύβοντας την ταυτότητά τους, εξαιτίας της Γενοκτονίας, των διωγμών και της βίαιης αφομοίωσης.

Όταν ανακάλυψα τις πραγματικές μου ρίζες, αφιέρωσα τη ζωή μου στην υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όχι μόνο για τους Ποντίους, αλλά και για τους Αρμενίους, τους Κούρδους και τους Σύριους. Για τη δράση μου συνελήφθηκα, βασανίστηκα και διώχθηκα στην Τουρκία.

Εδώ και επτά χρόνια περιμένω την απόφαση για την αίτησή μου διεθνούς προστασίας στην Ελλάδα.

Στις 3 Αυγούστου θα κριθεί η υπόθεσή μου. Αν απορριφθεί, κινδυνεύω να επιστραφώ στην Τουρκία, όπου η ελευθερία, η ασφάλεια και η ζωή μου θα βρεθούν σε άμεσο κίνδυνο.

Η Ελλάδα δεν είναι μόνο η χώρα όπου ζήτησα προστασία. Είναι η ιστορική πατρίδα των προγόνων μου. Ένας λαός δεν εξοντώνεται μόνο με τα όπλα. Εξοντώνεται και όταν χάνει την ιστορία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και τη συλλογική του μνήμη. Εμείς οι Πόντιοι που μείναμε πίσω είμαστε τα θύματα αυτού του «λευκού θανάτου».

Σας ζητώ να σταθείτε στο πλευρό μου.

Να στηρίξετε το δικαίωμά μου στη διεθνή προστασία, να ζητήσετε τη δίκαιη εξέταση της υπόθεσής μου και να υψώσετε τη φωνή σας ώστε να μην επαναπροωθηθώ στην Τουρκία.

Η έκκλησή μου δεν αφορά μόνο εμένα. Αφορά την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το κράτος δικαίου και την κοινή ιστορική μας μνήμη.

Σας ευχαριστώ θερμά για την αλληλεγγύη και τη στήριξή σας.

  κλικ στην φωτογραφία.

πηγή 

Το αλίευσα ΕΔΩ

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Η αγάπη των Ποντίων για την Παναγία μέσα από μια συγκλονιστική ιστορία

 
Το καράβι «Κωνσταντινούπολις» – Σεπτέμβρης 1922
Την έλεγαν Γιαγιά-Ευγενία. 70 χρονών. Από το χωριό Λιβερά της Τραπεζούντας. Χήρα. Τα παιδιά της σφαγμένα το ’21. Της έμεινε μόνο ο εγγονός. Ο μικρός ο Βασίλης. 5 χρονών.
Όταν ήρθε η διαταγή «Φεύγετε», οι Τούρκοι έκαψαν το χωριό. Η Ευγενία πρόλαβε να πάρει τρία πράγματα:
Το παιδί. Το μαντήλι του άντρα της και την εικόνα. Η εικόνα της Παναγίας Σουμελάς. Όχι η πρωτότυπη – εκείνη έμεινε στο μοναστήρι, στον Μελά. Αυτή ήταν αντίγραφο. Ξύλο παλιό, ζωγραφισμένη στο χέρι από καλόγερο το 1800. Την είχε από τη μάνα της. Την είχε από τη γιαγιά της.300 χρόνια στην οικογένεια.

Στο λιμάνι της Τραπεζούντας γινόταν το αδιαχώρητο. Χιλιάδες ψυχές. Τούρκοι χωροφύλακες έψαχναν τους πρόσφυγες.
«Χρυσάφια! Λίρες! Όπλα!» φώναζαν. Και τα έπαιρναν.
Εικόνες; Τις έσπαγαν. Τις έκαιγαν. «Ειδωλολατρία», έλεγαν.
Η Ευγενία κατάλαβε. Αν τη δουν, τη χάνει.
Τύλιξε την εικόνα στο μαύρο μαντήλι της. Μετά την έδεσε με σπάγκο, σφιχτά, στο στήθος της. Από πάνω φόρεσε το χοντρό το ζιπούνι της. Από πάνω τη μαύρη φούστα. Από πάνω το μαντήλι στο κεφάλι.
Έμοιαζε με μια γριά 100 κιλά. Καμπουριαστή.
«Τι έχεις εκεί, γριά;» φώναξε ο χωροφύλακας στο καράβι.
«Καμπούρα, αφέντη», είπε η Ευγενία. «Από τα χρόνια.»
Την έσπρωξε. «Πέρασε, βρωμόγρια!»Πέρασε.

Στο αμπάρι, 2.000 ψυχές. Ο ένας πάνω στον άλλον. Βρώμα. Εμετός. Πείνα. Δίψα. Τα παιδιά έκλαιγαν. Οι μανάδες μοιρολογούσαν.
Η Ευγενία καθόταν σε μια γωνιά. Ακίνητη. Το στήθος την πονούσε. Η εικόνα ήταν σκληρή. Της έκοβε το δέρμα. Αλλά δεν μιλούσε.
Τη νύχτα, όταν όλοι κοιμόντουσαν, έλυνε λίγο το ζιπούνι. Έβαζε το χέρι μέσα. Άγγιζε το ξύλο.
«Παναΐα μου, κράτα μας», ψιθύριζε. «Φέρε μας στην Ελλάδα.»
Ο μικρός ο Βασίλης ρώτησε: «Γιαγιά, τι έχεις εκεί;»
«Την καρδιά μου, παιδί μου», είπε. «Την καρδιά του Πόντου. Κοιμήσου.»
Τρίτη μέρα. Τέλειωσε το νερό.
Ένα μωρό πέθανε στην αγκαλιά της μάνας του. Το πέταξαν στη θάλασσα.
Οι άντρες άρχισαν να τρελαίνονται. Ένας πήγε να βουτήξει. Τον κράτησαν.
Η Ευγενία δεν έβγαλε την εικόνα. Ακόμα κι όταν λιποθύμησε από τη δίψα.
Οι γυναίκες τη ράντισαν με θαλασσινό νερό. «Ξύπνα, μάνα!»
Άνοιξε τα μάτια. Πρώτα έπιασε το στήθος. Η εικόνα ήταν εκεί. Μετά ήπιε μια γουλιά.

Πειραιάς. Έβδομη μέρα.
Όταν άνοιξε το αμπάρι, μπήκε φως και μυρωδιά λιμανιού.
Οι άνθρωποι σπρώχνονταν. Έπεφταν. Πολλοί δεν μπορούσαν να περπατήσουν.
Η Ευγενία σηκώθηκε. Με το παιδί από το χέρι. Με την εικόνα στο στήθος.
Κατέβηκε τη σκάλα. Πάτησε Ελλάδα.
Στο τελωνείο, ένας Έλληνας λιμενικός τη λυπήθηκε.
«Γριά, τι κουβαλάς;»
Η Ευγενία έλυσε το ζιπούνι. Έβγαλε την εικόνα.
«Την Παναγία μας, παιδί μου. Από τη Σουμελά.»
Ο λιμενικός γονάτισε. Σταυροκοπήθηκε.
«Καλώς την έφερες, μάνα.»

Το 1951, χτίστηκε η νέα Μονή Παναγίας Σουμελάς στο Βέρμιο.
Η Γιαγιά-Ευγενία ήταν 99 χρονών. Την ανέβασαν με μουλάρι. Έδωσε την εικόνα στον Ηγούμενο.
«Ήταν στο στήθος μου 7 μέρες», είπε. «Τώρα να πάει στο θρόνο της.»
Πέθανε εκείνο το βράδυ. Στον ύπνο της. Με χαμόγελο.

Η εικόνα της Ευγενίας είναι σήμερα στο τέμπλο. Δίπλα στην πρωτότυπη που ήρθε το 1931 από τον Πόντο.
Από κάτω γράφει:
«Δωρεά Ευγενίας Κωνσταντινίδου, Λιβερά Τραπεζούντας.
Την έσωσε στο στήθος της. 1922.»
Αυτές ήταν οι γυναίκες του Πόντου. Δεν έσωσαν μόνο παιδιά. Έσωσαν αγίους.
Γιατί ήξεραν: «Χωρίς εικόνα, η παράγκα είναι στάβλος. Με την εικόνα, γίνεται εκκλησιά.»
Και ο μικρός ο Βασίλης; Έγινε παπάς. Παπα-Βασίλης στη Νέα Σουμελά.
Και κάθε 15αύγουστο, όταν λιτανεύουν την Παναγία, λέει:
«Αυτή η εικόνα πέρασε θάλασσα πάνω σε καρδιά γιαγιάς. Προσκυνήστε την όρθιοι.»
Αννα Δανάλη

Το αλίευσα ΕΔΩ

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης