Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακαριστός π. Αυγουστίνος Καντιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μακαριστός π. Αυγουστίνος Καντιώτης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Κυριακή Ι΄ Λουκά – Ὁ ἐκκλησιασμὸς τῆς Κυριακῆς (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Ὁ ἐκκλησιασμὸς τῆς Κυριακῆς
«Ἓξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἷς δεῖ ἐργάζεσθαι…» (Λουκ. 13,14)
Τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, ἀγαπητοί μου, εἶνεμιὰ περικοπὴ ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Ἡ πέννα τοῦ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ ζωγραφίζει μὲ τέτοια χάρι τὰ γεγονότα, ὥστε νομίζεις ὅτι τὰ βλέπεις μπροστά σου ζωντανά.Βλέπουμε λοιπὸν σήμερα μιὰ γυναίκα νὰ περπατάῃ μὲ τὰ τέσσερα . Μὰ τί ἤτανε, ζῷο; Τὸ ἐξηγεῖ τὸ εὐαγγέλιο· τὴ χτύπησε ἀρρώστια.

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

Κυριακή Γ΄ Λουκά- Έπαινος χηρών (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)



Ἔπαινος χηρῶν
«Καὶ αὕτη ἦν χήρα»(Λουκ. 7,12)
Ἀδελφοί, ἡ γῆ αὐτὴ ποὺ πατοῦμε εἶνε ποτισμένη μὲ δάκρυα, εἶνε «κοιλὰς κλαυθμῶνος»(Ψαλμ. 83,7). Ὁ Ἰώβ, ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ βασανισμένους ἀνθρώπους, λέει· Ὅπως τὰ πουλιὰ εἶνε πλασμένα νὰ πετοῦν στὸν ἀέρα, ἔτσι κι ὁ ἄνθρωπος εἶνε πλασμένος γιὰ τὸ δάκρυ καὶ τὸν πόνο (βλ. Ἰὼβ 5,7) . Κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέρασε τὴζωή του μέσα στὴ θλῖψι, ἐν τούτοις εἶχε ἐσωτερικὴ χαρὰ καὶ ἔλεγε·«Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου»(Κολ. 1,24) καὶ «καυχήσομαι ἐν ταῖς ἀσθενείαις μου»(Β΄ Κορ. 12,9,5). Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς λίγο πρὶν τὸν φρικτὸ Γολγο θᾶ προειδοποίησε, ὅτι ὅσοι πιστεύουν σ᾿ αὐτὸν θὰ ὑποφέρουν· «Ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε· ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον»(Ἰω. 16,33).


Καὶ σήμερα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε βλέπουμε τὸν Κύριό μας νὰ βρίσκεται ὄχι ἐκεῖ ποὺ διασκεδάζουν ἀλλὰ κοντὰ σὲ ἕνα πονεμένο πλάσμα, σὲ μία γυναίκα ἔγγαμη.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - Το καύχημα των Χριστιανών (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Τὸ καύχημα τῶν Χριστιανῶν
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰη-σοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ ἐμοὶ κόσμος ἐσταύρωται κἀγὼ τῷ κόσμῳ» (Γαλ. 6,14)
Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ἀγαπητοί μου, ἔχει μέ-σα του μιὰ μεγάλη κακία, τὴν ὑπερηφάνεια. Ἡ ὑπερηφάνεια δὲν κρύβεται.

Κυριακή 17 Μαρτίου 2013

Κυριακή της Τυροφάγου - Ὑπνοβάτες (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Ὑπνοβάτες
Ἀδελφοί, «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι» (῾Ρωμ. 13,11)
Ἀρχίζω τὸ κήρυγμα μὲ ἕνα παράδειγμα.Σᾶς ἐρωτῶ· ἔχετε δεῖ ποτέ σας ὑπνοβάτη; Εἶνε κάτι φοβερό. Ὁ ὑπνοβάτης σηκώνεται τὴ νύχτα καί, ἐνῷ κοιμᾶται, ἀνοίγει τὴνπόρτα, βγαίνει ἔξω καὶ περπατάει! Κι ἂν βοηθήσῃ ὁ Θεὸς καὶ δὲν πέσῃ σὲ κανένα πηγάδι ἢ ἀπὸ καμμιὰ ταράτσα, θὰ ἐπιστρέψῃ πάλιστὸ κρεβάτι του. Τὸ πρωί, ὅταν ξυπνήσῃ καὶτὸν ρωτοῦν τί ἔγινε τὴ νύχτα, δὲ θυμᾶται τίποτε. Αὐτὸς εἶνε ὁ ὑπνοβάτης. Ἕνα φαινόμενο, ποὺ καὶ ἡ ἐπιστήμη δὲν μπορεῖ καλὰ -καλὰ νὰ τὸ ἐξηγήσῃ.
Ὁ ὑπνοβάτης εἶνε ἕνα παράδειγμα· εἶνε εἰκόνα μιᾶς ἄλλης καταστάσεως γιὰ τὴν ὁποία μιλάει σήμερα ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Φωνάζει καὶ μᾶς λέει, ὅτι πρέπει νὰ ξυπνήσουμε ἀπὸ τὸν ὕπνο (βλ. Ῥωμ. 13,11) . Ποιόν ὕπνο; Δὲν πρόκειται γιὰ τὸν φυσικὸ ὕπνο. Αὐτὸς εἶνε ἕναδῶρο τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ἀνάπαυσις τοῦ σώμα-τος, ἀνανέωσις τῶν δυνάμεων, φάρμακο ζωῆς, ὑγεία καὶ εὐλογία· ὅπως ἀντιθέτως ἡ ἀϋπνία εἶνε μιὰ τιμωρία, μιὰ μάστιγα.Ὥστε ὅταν λέῃ ἐδῶ ὁ ἀπόστολος, ὅτι πρέπει νὰ ξυπνήσουμε, ἐννοεῖ ἀπὸ κάποιον ἄλλο ὕπνο, ὕπνο σὰν τοῦ ὑπνοβάτου, ὕπνο ἐπικίνδυνο καὶ θανατηφόρο , ὕπνο κατηραμένο. 

Εἶνε ὁ ὕπνος ποὺ ἔλεγε κι ὁ Δαυΐδ· Βοήθησέ με,Θεέ μου· «φώτισον τοὺς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον, μήποτε εἴπῃ ὁ ἐχθρός μου· Ἴσχυσα πρὸς αὐτόν»(Ψαλμ. 12,4-5). Καὶ ὁ ὕπνος αὐτός, ἀδελφοί μου, εἶνε ὁ ὕπνος ποὺ φέρνει στὴν ὕπαρξί μας ἡ ἁμαρτία· κάθε ἁμαρτία. Θέλετε παραδείγματα;Νά μία συγκεκριμένη ἁμαρτία, ποὺ τὴν ἀναφέρει σήμερα ὁ ἀπόστολος. Εἶνε ἡ μέθη (βλ.Ῥωμ. 13,13). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος μεθύσῃ, ζαλίζεται,χάνει τὶς αἰσθήσεις του, δὲν κυριαρχεῖ πλέονστὸν ἑαυτό του.

Κυριακή 29 Απριλίου 2012

Κυριακή των Μυροφόρων – Οι ανδρείοι (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Οἱ ἀνδρεῖοι

(Ομιλία του †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ  αὐτὸς  ἦν  προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν  τοῦ  Θεοῦ, τολμήσας  εἰσῆλθε πρὸς  Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ» (Μᾶρκ. 15,43)
Θὰ ἔπρεπε, ἀγαπητοί μου, πάντοτε νὰ ἐξοικονομοῦμε χρόνο, ἐν ἀνάγκῃ νὰ κλέβουμε ὧρες κι ἀπὸ τὸ φαγητὸ κι ἀπὸ τὸν ὕπνο μας,γιὰ νὰ μελετοῦμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Τότε μαζὶ μὲ τὸ Δαυῒδ θὰ λέγαμε κ᾽ ἐμεῖς· «Ὡς γλυκέα  τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου. Ἀπὸ τῶν ἐντολῶν σου συνῆκα· διὰ τοῦτο ἐμίσησα πᾶσαν ὁδὸν ἀδικίας»(Ψαλμ. 118,103-104).

Ποιός μελέτησε τὸ Εὐαγγέλιο μὲ πίστι, μὲ ἀγάπη, μὲ σκέψι ἀπερίσπαστη, καὶ δὲν αἰσθάνθηκε τὴ γοητεία του; Ὁ Ναπολέων, ἐξόριστος στὴ νησῖδα τῆς Ἁγίας Ἑλένης, τὸ Εὐαγγέλιο εἶχε παρηγορία του καὶ μὲ στρατιωτικὴ γλῶσσα ἔλεγε· «Ὅσες φορὲς τὸ μελετῶ μοῦ φαίνεται ὅτι μπροστά μου παρελαύνει στρα-τιὰ οὐρανίων ἰδεῶν ποὺ μὲ καταπλήσσουν».Ἀπὸ τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχή σας σὲ μία μόνο λέξι τοῦ ἱεροῦ κειμένου, τὴν ὁποία χρησιμοποίησε ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος γιὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν πρᾶξι τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ. «Τολμήσας»,γράφει, ὁ Ἰωσὴφ«εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ»(Μᾶρκ. 15,43).
Ὥστε χρειαζόταν τόλμη ὁ «εὐσχήμων βουλευτὴς» γιὰ ν᾿ ἀνέβῃ στὸ πραιτώριο καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ σῶμα τοῦ Νεκροῦ; Ἂς πλησιάσουμε ὅμως προηγουμένως τὸν φρικτὸ Γολγοθᾶ, καὶ θὰ ἐκτιμήσουμε καλύτερα τὴ χειρονομία του, ὡς ἕνα καρπὸ τόλμης, χριστιανικῆς ἀνδρείας, ποὺ βλάστησε ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ σταυροῦ.
Νοερῶς βρισκόμαστε στὸ Γολγοθᾶ. Εἶνε ἡὥρα 3 μ.μ. τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Ὁ Ἐσταυρωμένος, ἀφοῦ ἤπιε ὅλο τὸ πικρὸ ποτήριο,ἔκλινε τὴν κεφαλὴ καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα στὸν οὐράνιο Πατέρα.
Στιγμὴ συγκλονιστική! Καὶ ἐνῷ τὸ πνεῦμα του κατεβαίνει στὸν ᾅδη γιὰ νὰ κηρύξῃ κ᾽ ἐκεῖ τὴ λύτρωσι, στὸ σῶμα του ἁπλώνεται ἡ ὠχρότης τοῦ θανάτου. Τὰ χέρια ἐκεῖνα, ποὺ θεράπευαν καὶ σκόρπιζαν εὐλογίες, καὶ τὰ πόδια ἐκεῖνα ποὺ ἔτρεχαν καὶ στὰπιὸ ἀπόμακρα μέρη γιὰ νὰ βροῦν τὸ ἀπολωλός, εἶναι τώρα ἀκίνητα, νεκρά, μαρμαρωμένα.Τὸ στόμα ἐκεῖνο, ἀπ᾽ τὸ ὁποῖο βγῆκαν ποταμοὶ θείας διδασκαλίας, κλείνει. Τὰ μάτια ἐκεῖνα, ποὺ κοίταξαν τὸν Πέτρο καὶ τὸν ἔκαναν ν᾿ ἀναλυθῇ σὲ δάκρυα, σβήνουν. Καὶ ἡ καρδιά, ποὺἔκλεινε ὠκεανὸ ἀγάπης, παύει νὰ πάλλῃ. ὉἸησοῦς νεκρός.
Οὐρανὲ καὶ γῆ, πενθῆστε! Σύμφωνα μὲ τὸ σκληρὸ νόμο τῆς ῾Ρώμης,οἱ κατάδικοι δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ταφοῦν. Τὰ σώματα ἔμεναν στὸ σταυρό. Κανείς δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ πλησιάσῃ. Κ᾽ ἔβλεπες τότε θέαμα ἀπαίσιο· σκυλιὰ πεινασμένα καὶ ὄρνεα σαρκοφάγα ἔρχονταν καὶ καταβρόχθιζαν τὶς σάρκες καὶ μόνο οἱ σκελετοὶ ἔμεναν νὰ κρέμωνται. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ κατὰ τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα δὲν ἐπιτρέπεται κανείς νὰ παραμένῃ ἄταφος, ἡ ῾Ρώμη, ὑποχωρώντας σὲ ζητήματα θρησκείας τῶν ὑποδούλων της, ἐπέτρεπε τὴν ταφὴ Ἰουδαίων ποὺ καταδικάζονταν σὲ σταύρωσι.
Καὶ τώρα εἶνε νεκρὸς πάνω στὸ σταυρό του ὁ Ἰησοῦς . Ποιά σπλαχνικὰ χέρια θὰ τὸν ἀποκαθηλώσουν καὶ θὰ τὸν ἐνταφιάσουν; Τὸ βλέμμα στρέφεται ἕνα γῦρο στὸ Γολγοθᾶ καὶ ζητάει νὰ δῇ ποιοί θ᾿ ἀποδώσουν τὶς τελευταῖες τιμὲς στὸ Νεκρό. Ὦ σεῖς τυφλοὶ ποὺ εἴδατε τὸ φῶς,ἐλᾶτε νὰ τοῦ κλείσετε τὰ μάτια. Ἐσεῖς λεπροί,ποὺ καθαριστήκατε, ἐλᾶτε νὰ τοῦ καθαρίσε-τε τὰ χέρια ἀπ᾽ τὰ αἵματα. Κ᾽ ἐσεῖς, παράλυτοι, ποὺ περπατήσατε, τρέξτε νὰ τοῦ πλύνετετὰ πόδια. Οἱ ὧρες ὅμως περνοῦν καὶ κανείς δὲφαίνεται· οὔτε ὁ τολμηρὸς Πέτρος, ποὺ εἶχε πεῖ  «Τὴν ψυχήν μου ὑπὲρ σοῦ θήσω» (Ἰω. 13,37) .Ἀλλὰ δόξα τῷ Θεῷ! Πρὸς τὸ Γολγοθᾶ ἀνεβαίνει μία συνοδεία ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν μὲ ἐπὶκεφαλῆς τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθαίας. Ἦταν κι αὐτὸς μέλος τοῦ Μεγάλου Συνεδρίου, ποὺ τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης καταδίκασε τὸν Ἰησοῦ. Αὐτὸς δὲν συγκατετίθετο «τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν» (Λουκ. 23,50), δὲν εἶχε ὅμως τὸθάρρος καὶ νὰ ἐλέγξῃ τοὺς δολοφόνους ἐκεί-νους δικαστάς. Γι᾽ αὐτὸ θὰ αἰσθάνθηκε λύπη.Ὁ σταυρός, ποὺ ὑψώθηκε, ἐλέγχει τὴν ψυχήτου.«Ἰωσήφ», ἀκούει, «γιατί  δειλιάζεις;…». Δὲν ὑποφέρει τὸν ἔλεγχο τοῦ σταυροῦ! Ἡ ψυχή του φονεύει τὴ δειλία, λυτρώνεται ἀπὸ τὸ φόβο τῶν ἀνθρώπων, περιφρονεῖ τὶς τιμές, ὑψώνεται στὴ σφαῖρα τῶν ἡρωικῶν ἀποφάσεων καὶ ἀποφασίζει ν᾽ ἀποδώσῃ τιμὲς στὸ μεγάλο Νεκρό!
Δὲ χάνει καιρό. Ἀνεβαίνει στὸ πραιτώριο, ἐμφανίζεται ἐμπρὸς στὸν Πιλᾶτο, ζητάει τὸ σῶμα, παίρνει τὴν ἄδεια, ἀγοράζει σεντόνι καθαρὸ καὶ ἀρώματα πολύτιμα, καὶ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο καὶ τὶς μυροφόρες γυναῖκες τρέχει στὸ Γολγοθᾶ καὶ ἐκτελεῖ τὴν ἱερὰ πρᾶξι τῆς ἀποκαθηλώσεως. Σὲ λίγο ὁ ἥλιος ἔδυε.
Ἔτσι, χάρις στὴν τόλμη τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, ἐκεῖνος ποὺ θανατώθηκε ὡς κα-κοῦργος ἐτάφη ὡς Βασιλεύς.
Ἡ τόλμη, ποὺ ἔδειξαν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικό-δημος μὲ τὶς μυροφόρες γυναῖκες, ἂς εἶνε καὶ γιὰ μᾶς παράδειγμα ἄξιο μιμήσεως. Ἡ ἀνδρεία εἶνε γνώρισμα τοῦ γνησίου Χριστιανοῦ. Χριστιανὸς καὶ δειλὸς εἶνε ἔννοιες ἀσυμβίβαστες. Ὁ Ἰωάννης στὴν Ἀποκάλυψι εἶδε μίαλίμνη καιομένη καὶ στὰ παφλάζοντα κύματάτης πρώτους τοὺς δειλούς.
«Τοῖς δειλοῖς καὶ ἀπίστοις καὶ ἐβδελυγμένοις καὶ φονεῦσι καὶ πόρνοις καὶ φαρμακοῖς καὶ εἰδωλολάτραις καὶ πᾶσι τοῖς ψευδέσι τὸ μέρος αὐτῶν ἐν τῇ λί-μνῃ τῇ καιομένῃ ἐν πυρὶ καὶ θείῳ»(Ἀπ. 21,8).Ἐμεῖς οἱ λεγόμενοι Χριστιανοὶ τοῦ αἰῶνοςμας ἔχουμε τὴν ἀρετὴ αὐτή; Ἡ ἀνδρεία ἔχει διαβαθμίσεις · ἀρχίζει ἀπὸ τὰ μικρὰ καὶ φθάνει σὲ ὕψιστες βαθμῖδες αὐτοθυσίας. Πρὶν φθά-σουμε ὅμως ἐκεῖ, ἂς γυμνασθοῦμε σὲ χαμηλὰἐπίπεδα ποὺ δὲν ἀπαιτοῦν τόση τόλμη.
Ταξιδεύεις π.χ., εἶνε μεσημέρι καὶ μπαίνεις σ᾽ἕνα ἑστιατόριο. Στὰ τραπέζια κάθονται πολλοί,ἀλλὰ κανείς, οὔτε στὴν ἀρχὴ οὔτε στὸ τέλοςτοῦ φαγητοῦ, δὲν κάνει σταυρό. Τρῶνε χωρὶςνὰ θυμηθοῦν τὸ Θεό. Ἐσὺ τόλμησε νὰ κάνῃςτὸ σταυρό σου. Μὴ φοβηθῇς τὶς εἰρωνεῖες. Ἡἰδέα ὅτι ὁ κόσμος θὰ σὲ σχολιάσῃ σὲ τρομοκρατεῖ καὶ παραλύει τὸ χέρι σου. Θὰ χρειασθῇ τόλμη γιὰ νὰ φέρῃς τὰ δάχτυλά σου στὸμέτωπο καὶ νὰ κάνῃς τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ.
Ἄλλη περίπτωσι. Βρίσκεσαι κάπου καὶ ξα-φνικὰ τ᾽ αὐτιά σου πᾶνε νὰ σπάσουν ἀπὸ μιὰαἰσχρὴ βλασφημία ποὺ ἐκσφενδόνισε δημοσίως κάποιος. Τὸν ἀκοῦς καὶ τὸν βλέπεις, εἶνε μπροστά σου. Τί κάθεσαι; Τόλμησε νὰ τὸν πλησιάσῃς καὶ μὲ σοβαρότητα διαμαρτυρήσου .Πές του ὅτι, Χριστιανὸς αὐτὸς βαπτισμένος,δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνεται χειρότερος ἀπ᾽τοὺς Ἑβραίους καὶ μὲ τὶς βλαστήμιες του νὰσταυρώνῃ δημοσίως τὸν Κύριο τῆς δόξης.Καὶ ἂν σὲ μιμηθοῦν ἄλλοι 10 - 20 Χριστιανοί,νά ᾽σαι βέβαιος ὅτι εἶστε ἀρκετοὶ γιὰ νὰ ἐξα-λείψετε τὴ βλασφημία ἀπὸ ὅλη τὴν πόλι σας.
Τρίτη περίπτωσι. Βρίσκεσαι σὲ κύκλο διανοουμένων καὶ κάποιος, γιὰ νὰ φανῇ ὡς πνεῦμαἀνώτερο, ἀρχίζει νὰ εἰρωνεύεται αὐτὰ ποὺ ἐσὺ λατρεύεις. Οἱ ἄλλοι ἀκοῦνε, ἴσως δὲν συμφωνοῦν, ἐν τούτοις σιωποῦν ἀπὸ φόβο μηπως χαρακτηρισθοῦν ἀπηρχαιωμένων ἀντιλήψεων.
Θὰ σιωπήσῃς λοιπὸν κ᾽ ἐσύ; θὰ κλειστῇς στὸκαβούκι τῆς δειλίας; Ὄχι.
Πιστέ, τόλμησε! Ὅπως ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος βγὲς ἀπὸ τὴν κρύπτη σου καὶ πάρε θέσι· μὴν ἀφήνεις τὸν ἄπιστο νὰ βρίζῃ τὴν πίστι σου καὶ νὰ παρασύρῃ ἀφελεῖς. Ἀντιτάξου, πολέμησε τὴν ἀπιστία.
Ἂν γυμνασθοῦμε σὲ περιστάσεις σὰν αὐτὲςἢ καὶ ἄλλες παρόμοιες καὶ ἀποκτήσουμε θάρ-ρος, τότε θὰ μᾶς ἀξιώσῃ ὁ Θεὸς νὰ περιφρονήσουμε καὶ μεγαλυτέρους κινδύνους καὶ νὰ τὸν κηρύξουμε καὶ ὑπὸ δυσκολώτερες συνθῆκες. Ἡ ψυχὴ τοῦ Χριστιανοῦ εἶνε τολμηρή,γενναία, ἀτρόμητη. Ὅταν ἔρθῃ ἡ ὥρα νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, μὲ τὸ ξίφος τῆς αὐταπαρνήσεως, ποὺ φέρει πάντα μαζί του, κόβει κάθε δεσμὸ καὶ λέει· Θέσεις, ἀξιώματα, περιουσία, εὐμάρεια, ὑπο- σχέσεις καὶ ἀπειλὲς ἀνθρώπων, φύγετε μακριά.
Ἡ ὥρα μου, ἡ κρίσιμη ὥρα τῆς ζωῆς μου, ἔ-φθασε. Ἐκλέγω τὸ θάνατο. Τίποτα δὲν ὑπολογίζω τὴν ὥρα αὐτὴ ἐμπρὸς στὸ δίκαιο καὶτὴν ἀρετή· γι᾽ αὐτὰ μαρτύρησε ὁ Θεάνθρωπος Ἀρχηγός μου καὶ γι᾽ αὐτὰ θέλω κ᾽ ἐγὼ ν᾿ἀγωνισθῶ καὶ νὰ πεθάνω. Κύριε, βοήθει μοι.Αὐτὴ εἶνε ἡ γλῶσσα τοῦ Χριστιανοῦ, τοῦἀτρομήτου Χριστιανοῦ.
Ἀδελφοί! Ἂς παρακαλέσουμε τὸν Κύριο νὰ μᾶς δώσῃ τόλμη. Αὐτὸς εἶνε ὁ χορηγὸς τοῦ ἡρωισμοῦ καὶ τῆς ἀνδρείας. Καὶ οἱ ἡμέρες ποὺπερνᾶμε εἶνε κρίσιμες, ἱστορικές. Τὸ Εὐαγγέ-λιο, πηγὴ ἀληθινοῦ ἡρωισμοῦ, ἂς εἶνε ἡ ὑψί-στη παρηγορία μας. Ὁ καθένας μας ἂς φανῇ ἀντάξιος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς πατρίδος.
Ραδιοφωνικὴ ὁμιλία, ἡ ὁποία μετεδόθη στὴν καθαρεύουσα ἀπὸ τὸν Σταθμὸ τῆς Λαρίσσης τὴν 23-4-1950.Το αλίευσα ΕΔΩ

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ - Η ασέβεια της βλασφημίας ( †Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Κυριακὴ ΣΤ΄ Λουκᾶ (Λουκ. 8,26-39)

Ἡ ἀσέβεια τῆς βλασφημίας

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)


Πρέπει, ἀγαπητοί μου, νὰ σᾶς μιλήσω σήμερα. Ἀλλὰ βρίσκομαι σὲ κάποια ἀμηχανία.Τί νὰ πῶ; Νὰ ἐπαινέσω; Ἡ κολακεία πρέπει νὰ εἶνε μακριὰ ἀπὸ τὸ στόμα ἐκείνου ποὺ κηρύττει τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ ὁποῖος εἶπε ὅτι ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ ν᾽ ἀποκαλύψῃ τὴν ἀλήθεια (βλ. Ἰω. 18,37). Νὰ ἐπαινέσω λοιπὸν ἢ νὰ ἐλέγξω; Ἡ ἀποστολή μου εἶνε νὰ μὴν κολακεύω, ἀλλὰ νὰ ἐλέγχω.

Διστάζω ὅμως· διστάζω, γιατὶ ξέρω πόσο ὁ κόσμος εἶνε δύσκολος νὰ δεχθῇ τὸν ἔλεγχο.Ἐὰν σᾶς ἐλέγξω, ἐὰν θίξω τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς κακίες ποὺ ἔχετε κ᾽ ἐσεῖς ὡς ἄνθρωποι, φοβᾶμαι ὅτι θὰ πιάσετε πέτρες νὰ μὲ λιθοβολήσετε. Ἀφοῦ λοιπὸν οὔτε νὰ κολακεύουμε ἐπιτρέπεται, οὔτε νὰ ἐπαινέσουμε μποροῦμε, οὔτε νὰ ἐλέγξουμε δέχεται ἡ ἐποχή μας, τί ὑπολείπεται σ᾿ ἐμᾶς τοὺς ἱεροκήρυκες; Ἢ νὰ πᾶμε ὅλοι νὰ κλειστοῦμε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ἢ νὰ κάνουμε κάτι ἄλλο· νὰ παρουσιαζώμεθα μπροστά σας καὶ νὰ κλαῖμε· μόνο τὰ δάκρυα ὑπολείπονται σ᾿ ἐμᾶς.


Καὶ ὄντως δάκρυα πολλὰ πρέπει νὰ χύσῃ σήμερα ὄχι μόνο κάθε ἱεροκήρυκας ἀλλὰ καὶ κάθε Χριστιανός· ὅποιος ἔχει μέσα του ἕνα ζώπυρο, μιὰ σπίθα, πρέπει νὰ κλάψῃ πολύ.Διότι καὶ τὸ θέμα ποὺ μᾶς δίνει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο εἶνε τέτοιο πού, ἂν ἔχουμε καρδιὰ καὶ αἴσθημα, θὰ κλάψουμε. Ἀλλὰ ποιό εἶνε τὸ θέμα;

Τὸ ἀκούσατε, ἀγαπητοί μου, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο. Τί μᾶς λέει; Λέει, ὅτι ἕνας νέος ἄνθρωπος περιῆλθε σὲ μία πολὺ δυσάρεστη κατάστασι. Τὸ μυαλό του ἔπαψε πιὰ νὰ λειτουργῇ κανονικά· τὰ νεῦρα του ταράχτηκαν, τὸ πρόσωπό του ἀγρίεψε· τὰ μάτια του κοκκίνιζαν, τὸ στόμα του ἄφριζε, τὰ χέρια του δὲν τὰ ἐξουσίαζε· ἦταν ἕρμαιο κακῶν τάσεων.

Ἅρπαζε λιθάρια, πλήγωνε τὸ κορμί του, ἔσχιζε τὰ ροῦχα του. Ἔβγαινε ἀπ᾽ τὸ σπίτι, ἔτρεχε στοὺς δρόμους, οἱ δικοί του τὸν κυνηγοῦσαν. Πήγαινε στὰ ἔρημα βουνὰ καὶ μέσ᾿ στὶς σπηλιές, ἔμπαινε μέσ᾿ στὰ μνήματα. Κι ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἔμενε ἦταν ἀδύνατον ἄνθρωπος νὰ περάσῃ. Ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος ὅλης τῆς περιοχῆς. Μὲ σχοινιὰ καὶ ἁλυσίδες τὸν ἔδεναν, ἀλλὰ τὶς ἔσπαζε σὰν νὰ ἦταν κλωστές. Μὰ τί ἦταν αὐτός, τρελλός; Μακάρι νὰ ἦταν τρελλός. Ἦταν κάτι χειρότερο. Ἦταν –Θεὸς φυλάξοι– δαιμονισμένος. Σὰν ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ἀδελφούς μας ποὺ καὶ σήμερα τοὺς πηγαίνουν στὸν ἅγιο Γεράσιμο στὴν Κεφαλονιὰ καὶ ἡ χάρις τοῦ ἁ γίου τοὺς θεραπεύει.

Δαιμονισμένος, λοιπόν, ἦταν. Ἀλλὰ ξαφνικὰ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ὁ τόσο ἀγριεμένος,
ἀλλάζει. Τὸν βλέπουμε νὰ τρέμῃ ὁλόκληρος· ὅπως τὰ φύλλα τοῦ δέντρου ὅταν τὰ σείει ὁ ἄνεμος, ἔτσι ἔτρεμε κι αὐτός. Πέσανε ἀπ᾽ τὰ χέρια του οἱ πέτρες, ἔπαψε ν᾿ ἀφρίζῃ· ἤτανε πλέον διαφορετικός, ἡσύχασε, ἠρέμησε. Ὁ λύκος ὁ ἄγριος ἔγινε ἀρνάκι. Τί συνέβη; Μακριὰ εἶδε νά ᾿ρχεται ἐκεῖ κάποιος ἀπὸ τὸ δρόμο. Ποιός νὰ ἦταν; Κάποιος ταπεινὸς καὶ περιφρονημένος, ποὺ ἐξωτερικὰ φαινόταν ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ μέσα του κατοικοῦσε ὅλη ἡ Θεότης· ἦ ταν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ἦρθε κοντά του.Αὐτός, μόλις εἶδε τὸ Χριστό, ἔπεσε μπροστά του, λέει τὸ εὐαγγέλιο. Ὁ τρομερὸς καὶ ἀλύγιστος αὐτὸς ἄνθρωπος ἔσκυψε καὶ τὸν προσκυνοῦσε φωνάζοντας· «Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου, δέομαί σου, μή με βασανίσῃς» (Λουκ. 8,28).

Δὲν εἶνε θαυμαστό, ἀγαπητοί μου, ὅτι ἔπεσε μπροστὰ στὸ Χριστὸ καὶ τὸν προσκυνοῦσε ὄχι πιὰ ὁ δαιμονισμένος, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπ᾽ αὐτόν, δηλαδὴ ὁ σατανᾶς; Καὶ δὲν ἦταν ἕνας σατανᾶς· ἦταν μία «λεγεὼν» δαιμονίων (ἔ.ἀ. 8,30), χιλιάδες δαιμόνια· ἑφτὰ χιλιάδες δαίμονες εἶχαν φωλιάσει μέσα του. Ὅπως στὶς κουφάλες τῶν δέν τρων φωλιάζουν σφῆγκες, ἔτσι μέσα στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ὑπῆρχε ὁλόκληρη δαιμονικὴ σφηγκοφωλιά. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ χιλιάδες δαιμόνια ἔπεσαν τώρα καὶ προσκυνοῦσαν τὸ Χριστό.  Τὸν ἀνεγνώριζαν ὡς ἐξουσιαστὴ καὶ κυρίαρχο.

Τί βλέπουμε ἐδῶ; Ἐκεῖνο ποὺ γράφει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος στὴν θεόπνευστη ἐπιστολή του· ὅτι «καὶ τὰ δαιμόνια» ἀκόμη «πιστεύουσι καὶ φρίσσουσι», τρομάζουν μπροστὰ στὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν (Ἰακ. 2,19). Τρέμουν τὸ ὄνομά του τὸ ἅγιο· ἀκοῦνε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ γίνονται καπνός. Τρέμουν τὰ δαιμόνια ἐπίσης τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀντέχουν νὰ τὸν βλέπουν· ὁ διάβολος, ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας, «φρίττει καὶ τρέμει, μὴ φέρων καθορᾶν αὐτοῦ (=τοῦ σταυροῦ) τὴν δύναμιν» (Παρακλ., αἶν. Κυρ. πλ. δ΄).

Τὰ δαιμόνια, ἀγαπητοί μου, δὲν τολμοῦν νὰ ποῦν λόγο κακὸ γιὰ τὸν Κύριο, τρέμουν. Κι ὁ ἄνθρωπος τί κάνει; Βλαστημάει· ἀνοίγει τὸ στόμα του καὶ βγάζει φαρμάκι, λάσπη, ἀκαθαρσία. Βλαστημάει τὰ θεῖα· τὸ Θεό, τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ σταυρό, τοὺς ἁγίους, τὰ καντήλια, τὶς κολυμπῆθρες, τὰ πάντα. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται χειρότερος κι ἀπὸ τὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ διάβολος πολλὰ κάνει, ἀλλὰ ἕνα ἁμάρτημα δὲν τὸ κάνει· στὰ τόσες χιλιάδες χρόνια τῆς ἡλικίας του ὣς τώρα, δὲ βλαστημάει. Τρέμει. Μὰ ἀπὸ τὶς δικές μας βλαστήμιες ἔχει τάχα κάτι νὰ πάθῃ ἢ νὰ ζημιωθῇ ὁ Θεός, ἡ Παναγία, οἱ ἅγιοι; Τίποτε. Κι ἂν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τρελλαθοῦν κι ἀνεβοῦν στὶς ταράτσες κι ἀρχίσουν νὰ φτύνουν τὸν ἥλιο, ὅλα τὰ πτύσματα δὲ φτάνουν νὰ τὸν σβήσουν.

Ὅπως λοιπὸν τὰ σάλια μας δὲ φτάνουν στὸν ἥλιο, ἔτσι καὶ οἱ ὕβρεις μας δὲ φτάνουν νὰ βλάψουν τὸ Χριστό. Εἶνε τόσο ψηλά, εἶνε τόσο μεγάλος! Καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς. Κι ἂν ἐμεῖς τὰ σκουλήκια τῆς γῆς ἀντὶ νὰ τὸν ὑμνοῦμε τὸν βλαστημοῦμε, δὲν χρειάζεται τὶς δικές μας δοξολογίες. Ἔχει στοὺς οὐρανοὺς τάγμα τα, ταξιαρχίες καὶ ἀναρίθμητες στρατιὲς ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων ποὺ τοῦ ψάλλουν ἀκαταπαύστως «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύ ριος σαβαώθ…» (Ἠσ. 6,3).

Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ μᾶς· ἐμεῖς ζημιωνόμεθα, ἐμεῖς δείχνουμε τὴν ἀχαριστία μας. Ὁ βλάσφημος εἶνε χειρότερος κι ἀπὸ τὰ ζῷα. Ἔχεις ἕνα σκυλί, τοῦ πετᾷς ἕνα κόκκαλο, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἔχει γλῶσσα νὰ μιλήσῃ, κουνάει τὴν οὐρά του, σὰ νὰ σοῦ λέῃ· Εὐχαριστῶ, ἀφέντη. Ὁ βλάσφημος ὅμως, σὰν τὸ λυσσασμένο σκυλὶ ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει πιὰ τὸ ἀφεντικό του ἀλλὰ τὸ δαγκώνει, «δαγκώνει» κι αὐτὸς τὰ χέρια τοῦ εὐεργέτου Χριστοῦ, ποὺ ἁπλώθηκαν στὸ σταυρὸ γιὰ τὴ δική μας σωτηρία.

Μεγάλη ἁμαρτία ἡ βλαστήμια, πολὺ μεγαλύτερη ἀπὸ ἄλλες. Ἐγὼ σᾶς λέω, ὅτι εἶνε χειρότερη κι ἀπὸ τὸ φόνο. Μὲ τὸ φόνο σκοτώνεις ἄνθρωπο, μὲ τὴ βλαστήμια –ὅσο ἐξαρτᾶται ἀ πὸ σένα– σὰν νὰ φονεύῃς τὸ Θεό, σὰν νὰ σταυρώνῃς τὸ Χριστό!
Ὁ βλάστημος ἔχει μεγάλη ζημία καὶ κατάρα. Ἀνοῖξτε τὴν ἁγία Γραφή, τὴν Παλαιὰ Διαθή κη στὸ Λευϊτικό, νὰ δῆτε ἐκεῖ ἕνα παράδειγμα. Οἱ Ἑβραῖοι δὲ βλαστημοῦσαν τὸ Θεό· ἄκουγαν τ᾿ ὄνομά του καὶ στέκονταν ὄρθιοι.

Κάποτε ὅμως ἕνας ἀπ᾽ αὐτοὺς βλαστήμησε. Ἀμέσως τὸν ἀπομόνωσαν καὶ συμβουλεύτηκαν τὸ Μωυσῆ τί νὰ κάνουν. Κ᾽ ἐκεῖνος κατόπιν προσευχῆς εἶπε· «Θάνατος στὸ βλάστημο!». Τὸ ἄλλο πρωὶ μαζεύτηκε ὅλος ὁ λαός, ἀκόμα καὶ ἡ γυναίκα καὶ τὰ παιδιὰ τοῦ ἴδιου, πῆραν ἀπὸ ἕνα λιθάρι καὶ τὸ ἔρριξαν ἀπάνω του.
Ἔγινε ἕνας λόφος ἀπὸ πέτρες, καὶ κάτω ἀπ᾽ αὐτὲς ξεψύχησε ὁ βλάστημος (βλ. Λευϊτ. 24,10-16). Καὶ στὴν Αἰθιοπία ἐπίσης δὲν ὑπάρχει βλαστήμια· ἂν κάποιος τολμήσῃ νὰ βλαστημήσῃ, θὰτὸν ἁρπάξουν καὶ θὰ τοῦ κόψουν τὴ γλῶσσα.

Ἐδῶ στὴν πατρίδα μας;… Μοῦ ᾿ρχεται νὰ κλάψω. Σοῦ συγχωρῶ τὶς πορνεῖες σου, τὶς μοιχεῖες σου, τὶς ἀτιμίες σου, τὶς κλεψιές σου· ἀλλὰ τὸ Θεὸ νὰ βλαστημᾷς; Δὲν ἔχουμε κράτος χριστιανικό! Ποιός τολμάει νὰ βγῇ καὶ νὰ βλαστημήσῃ τοὺς ἄρχοντες; Κανένας.

Τὸ Χριστὸ ὅμως, τὴν Παναγία; Ἄ βέβαια, μεγάλοι αὐτοί, μικρὸς ὁ Χριστός μας, μικρὴ ἡ Παναγιά μας! Μοῦ ἦρθε χθὲς ἕνας οἰκοδόμος ταραγμένος. –Τί ἔχεις; τοῦ λέω. –Θὰ φύγω ἀπ᾽ τὴ δουλειά. Εἶμαι χρόνια στὶς οἰκοδομές, ἀλλὰ δὲν ὑποφέρω τὴ βλαστήμια. Βλαστημᾶνε ὅλοι. Ὑπολογίζω ὅτι γιὰ νὰ χτιστῇ μιὰ πολυκατοικία, χρειάζεται τόσο μπετόν, τόσα σίδερα, τόσα ξύλα, τόσα …, καὶ —μὴ γελάσῃ κανείς— καὶ πεντακόσες βλαστήμιες. Ὦ Θεέ μου Θεέ μου!

Δὲν εἶμαι προφήτης, ἀδέρφια μου, εἶμαι ἁμαρτωλὸς σὰν ἐσᾶς· ἀλλὰ φοβᾶμαι. Σᾶς τὸ λέω καὶ γράψτε το. Ἐὰν δὲν ληφθοῦν μέτρα νὰ πάψῃ ἡ βλαστήμια στὰ γιαπιά, στὰ σχολειά, στὰ μαγαζιά, στὰ καράβια, στὸ στρατό, παντοῦ, ἐὰν δὲ ληφθοῦν δρακόντεια μέτρα ὥστε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μας νὰ εἶνε σεβαστὸ καὶ ἅγιο, καμμιὰ νύχτα θὰ γίνῃ κανένας σεισμὸς χειρότερος ἀπὸ τοὺς προηγουμένους, καὶ δὲ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον» (πρβλ. Ματθ. 24,2) ἐπάνω στὴν ἁμαρτωλὴ αὐτὴ γῆ, ποὺ δὲν ὑπάρχει οὔτε ἕνας νὰ διεκδικήσῃ τὴν τιμὴ τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ!

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε σὲ ἱ. ναὸ τῶν Ἀθηνῶν τὴν 23-10-1966.

Το αλίευσα ΕΔΩ aktines

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011

Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού - Περὶ θείας αγάπης (Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)




Περὶ θείας ἀγάπης

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)


«Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»(Ἰω. 3,16)

ΑΡΧΙΖΩ, ἀγαπητοί μου, μ᾽ ἕνα ἀνέκδοτο. Ἕνας βασιλιᾶς τῆς ἀρχαιότητος μιὰ νύχτα δὲ  μποροῦσε νὰ κοιμηθῇ. Τὸν ἀπασχολοῦσε μιὰ  ἀπορία. Τὸ πρωὶ κάλεσε στὰ ἀνάκτορα ἕνα σοφὸ  καὶ τοῦ λέει· ―Πιστεύω ὅτι ὑπάρχει Θεός, ἀλλὰ τί εἶνε Θεός; πές μου ἐσὺ ποὺ ἔχεις διαβάσει.

Ὁ σοφὸς στάθηκε σκεπτικός. ―Δός μου, λέει, προθεσμία τρεῖς μέρες. Μετὰ τὶς τρεῖς μέρες  παρουσιάστηκε στὸ βασιλιᾶ καὶ δήλωσε· ―Δὲν ἔλυσα τὸ πρόβλημα. Ζήτησε νέα προθεσμία. Ὅταν ἔληξε κι αὐτή, παρουσιάζεται πάλι καὶ λέει· ―Οὔτε στὸ ἄλφα δὲν εἶμαι… Καί, γιὰ νὰ μὴν πολυλογῶ, πολλὲς προθεσμίες ζήτησε ἕως ὅτου τέλος ὡμολόγησε· ―Δὲν μπορῶ ν᾽ ἀπαντήσω.

Δίκιο εἶχε. Διότι τὸ μυστήριο καλύπτει ὅλο  τὸ σύμπαν. Τὸ ὑλικὸ σύμπαν (οὐρανός, ἄστρα,  γῆ, φύσι), τὰ ἐλάχιστα καὶ τὰ μέγιστα, περιέχουν  καταπληκτικὰ μυστήρια. Καὶ ἡ ἐπιστήμη ἁπλῶς  τὰ περιγράφει, δὲν τὰ ἐξηγεῖ, δὲν εἰσέρχεται πιὸ  βαθειά. Κι ἀφοῦ τὸ ὑλικὸ σύμπαν ἔχει μυστήρια, πόσῳ μᾶλλον τὸ πνευματικό; Τὸ πνευματικὸ σύμπαν εἶνε μία πυραμίδα, ποὺ κορυφή της εἶνε ὁ Θεός, τὸ μυστήριο τῶν μυστηρίων. Ἂν δὲν μποροῦμε νὰ λύσουμε τὰ μυστήρια τῆς ὕλης, πῶς νὰ εἰσέλθουμε στὰ ἄδυτα τοῦ πνεύματος  καὶ νὰ βροῦμε ἀπάντησι στὸ τί εἶνε ὁ Θεός;

Δόξα τῷ Θεῷ ὅμως. Ἐὰν ὁ ἀνθρώπινος λόγος ἀδυνατῇ ν᾽ ἀπαντήσῃ στὸ ἐρώτημα αὐτό, ἀπαντᾷ ἡ θεία ἀποκάλυψις, τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, Κυριακὴ πρὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ τιμίου σταυροῦ. Ἀπαντᾷ μὲ τὰ λόγια· «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα  πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον»(Ἰω. 3,16). Εἶνε λόγια τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου, ὁ ὁποῖος στὴν Πρώτη καθολικὴ Ἐπιστολή του δίδει τὴν ἀπάντησι ποὺ ζητοῦμε ἀκόμα πιὸ λακωνικά, μὲ τρεῖς λέξεις· «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν»(Α΄ Ἰω. 4,8,16).

Τὸ σημερινὸ ῥητό, «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον…», εἶνε, ὅπως εἶπαν, ἡ Βίβλος ἐν μικρογραφίᾳ, ἡ καρδιὰ τοῦ Εὐαγγελίου.

Πῶς νὰ τὸ ἑρμηνεύσουμε!

Ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη. Τί θὰ πῇ ἀγάπη; Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη ἐκδηλώνεται ὄχι μὲ λόγια ἀλλὰ μὲ ἔργα. Εἶνε θυσία, προσφορά, μετάδοσις·  νὰ μὴ κρατᾷς τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό σου, ἀλλ᾽ ὅπως εἶπε ὁ Πεσταλότσι(1746-1827), σπουδαῖος Ἑλβετὸς παιδαγωγός, νὰ τὰ δίνῃς ὅλα γιὰ τὸν ἄλλο.

Ὑπόδειγμα ἁγνῆς ἀγάπης εἶνε ἡ ἀγάπη τῆς  μάνας. Συνεχῶς μεταδίδει. Λένε γιὰ μιὰ μάνα  ποὺ βρέθηκε στὴ Σαχάρα κ᾽ ἐκεῖ ἐστείρευσαν  οἱ πηγὲς τοῦ γάλακτος καὶ δὲν εἶχε πῶς νὰ ταΐσῃ τὸ παιδί της, ὅτι ἄνοιξε τὶς φλέβες της καὶ τὸ πότισε μὲ τὸ αἷμα της γιὰ νὰ μὴν πεθάνῃ. Ἐὰν λοιπὸν ἡ μάνα, ποὺ εἶνε ἕνας ἄνθρωπος ἀτελής, ἔχῃ ἀγάπη, πόσῳ μᾶλλον ὁ Θεός;

Ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη. Πολλὲς φορὲς τονίζουμε τὴν ἄλλη ὄψι, ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε δικαιοσύνη. Ἀλλὰ στὸν αἰῶνα τοῦ μίσους μὴ λησμονοῦμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε ἀγάπη.Ἔχουμε ἀποδείξεις τῆς ἀγάπης του; Πλῆθος!

Ἀγάπη εἶνε οἱ ὑλικὲς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἀκτίνα τοῦ ἥλιου, ποὺ φτάνει στὴ γῆ ἀπὸ  τόση ἀπόστασι καὶ θωπεύει τὸ μέτωπό μας, τί  εἶνε; ἕνας ἀσπασμός, ἕνα φίλημα τῆς Θεότητος.

Ὁ οὐράνιος Πατέρας μας «τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει  ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους»(Ματθ. 5,45). Ἀγάπη τοῦ  Θεοῦ εἶνε ὁ ἥλιος, τὸ νερό, ὁ ἀέρας καὶ τὸ ὀξυγόνο, τὰ δέντρα, τὰ ζῷα, τὰ πουλιὰ ποὺ κελαϊδοῦν, τὰ λουλούδια ποὺ εὐωδιάζουν. Μόνο στὸν πλανή τη μας ὑπάρχουν αὐ τὰ τὰ ἀγαθά·  στὸ φεγγάρι ἐπικρατεῖ ξηραΰλα.

Καὶ δὲν εἶνε μόνο αὐτά. Ὁ Θεὸς ἀκόμη ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο κορωνίδα τῆς δημιουργίας, τέλειο δημιούργημα, «κατ᾽ εἰκόνα» δική του «καὶ καθ᾽ ὁμοίωσιν»(Γέν. 1,26). Καὶ τί δὲ μᾶς ἔδωσε! Ἕνας καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν μοῦ ἔλεγε· Πιστεύω στὸ Θεό· καὶ μόνο ὅτι κου νῶ τὸ δάχτυλό μου, τὸ βλέπω ὡς ἕνα θαῦμα… Πῶς κινεῖται τὸ δάχτυλό σου; ἰδού μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ! Μᾶς ἔδωσε χέρια νὰ δουλεύουμε, πόδια νὰ τρέχου με, αὐτιὰ νὰ ἀκοῦμε, μάτια

νὰ βλέπουμε, καρδιὰ νὰ κινῇ τὸ αἷμα, πνευμόνια ν᾽ ἀναπνέουμε…. Μᾶς ἔδωσε ἀναρίθμητα σωματικὰ καὶ πρὸ παντὸς ψυχικὰ προσόντα. Διότι τὰ σωματικὰ τά ᾽χουν καὶ τὰ ζῷα. Ἐκεῖ ποὺ ὑπερέχει ὁ ἄνθρωπος εἶνε ὅτι ὁ Θεὸς τοῦ ᾽δωσε νοῦ, μὲ τὸν ὁποῖο σκέπτεται, κρίνει, δημιουργεῖ, ἐφευρίσκει, ἀνακαλύπτει· τοῦ ἔδωκε συνείδησι, ποὺ ἄλλοτε μὲν ἐπαινεῖ καὶ ἄλλοτε ἐλέγχει· τοῦ ἔδωσε ψυχὴ ἀθάνατη καὶ αἰωνία. Δὲν σᾶς εἶπα ὅμως ἀκόμα τίποτα. Ἀπείρως ἀνώτερα εἶνε τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Θεός. Ποιά εἶνε ἡ πιὸ μεγάλη εὐεργεσία του, τὸ πιὸ τρανὸ δεῖγμα τῆς ἀγάπης του;

Θεέ μου, δός μου γλῶσσα νὰ τὸ περιγράψω, γιατὶ δὲν τὸ αἰσθανόμεθα. Ἐὰν ὁ πρόεδρος τῆς  δημοκρατίας ἐπισκεπτόταν τὴν καλύβα ἑνὸς ῥακενδύτη…, ἐὰν κάποιος χρωστοῦσε ἕνα δισεκατομμύριο κι ὁ δανειστὴς τοῦ ἔσβηνε τὸ χρέος…, ἐὰν κάποιος ἦταν καταδικα σμένος εἰς θάνατον  καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ  ἔδινε ἀμνηστία…, τί θὰ λέγατε; Ἀλλὰ τί εἶνε ἕνας πρόεδρος δημοκρατίας ἐμ πρὸς στὸν«βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ κύ ριον τῶν κυριευόντων»(Α΄ Τιμ. 6,15); Καὶ τί εἶνε τὰ χρέη μας σὲ διαφόρους ἀνθρώπους ἐμπρὸς στὸ ἀσύλληπτο χρέος μας ἀπέναντι στὸν Κύριο; Καὶ τί εἶνε οἱ ποινὲς αὐτῆς τῆς γῆς, ἐμπρὸς στὴν ποινὴ ἐκείνη ποὺ ἔλεγε «θανάτῳ ἀποθανεῖσθε»(Γέν. 2,17);

Λοιπὸν ἡ πιὸ μεγάλη ἀπόδειξι τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ σ᾽ ἐμᾶς εἶνε, ὅτι κατέβηκε ὁ ἴδιος ἀπὸ τὸν οὐρανὸ στὴ γῆ. Πάτησε στὴ γῆ ὁ Χριστός, γεννήθηκε σὲ σπήλαιο, δίδαξε τὴν πιὸ ὑψηλὴ διδασκαλία, ἔκανε τὰ μεγαλύτερα θαύματα, καὶ τέλος ―ἐδῶ πλέον τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης του ἔφθασε στὴν ἀποκορύφωσί του― σταυρώθηκε. Ὁ Χριστὸς σταυρώθηκε γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλό, γιὰ σένα, γιὰ ὅλο τὸν κόσμο.

Μία σταγόνα ―τί λέω;―, ἕνα μικρὸ μόριο τοῦ  αἵματος ποὺ ἔπεσε ἀπὸ τὸ σταυρὸ τοῦ Κυρίου, εἶνε ὠκεανὸς μέσα στὸν ὁποῖο πλένονται ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοί. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».

Ἀδελφοί μου, ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾷ. Κ᾽ ἐμεῖς; ἀνταποδίδουμε τὴν ἀγάπη, ἀγαποῦμε τὸ Θεό; «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη!»(Ματθ. 17,17).

Μικρὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα ἀγαποῦμε· τὸ Θεὸ δὲν τὸν ἀγαποῦμε ὅπως τὸν ἀγάπησαν οἱ ἅγιοι τῆς πίστεώς μας. Κρύα εἶνε ἡ καρδιά μας. Φταῖνε οἱ μανάδες καὶ οἱ γιαγιάδες.

Ὅταν ἤμασταν μικρά, μιὰ ἀγράμματη γιαγιὰ μᾶς ἔπαιρνε τὰ ἐγγονάκια της καὶ μᾶς ἔλεγε·

—Ἀγαπᾶτε τὰ ἀδερφάκια σας; ―Ναί, ἀπαντούσαμε. ―Πόσο; Ἐμεῖς ἀνοίγαμε τὰ χέρια καὶ λέγαμε· ―Τόσο. —Τὸν πατέρα; —Τόσο, κι ἀνοίγαμε περισσότερο τὰ χέρια. —Τὴ μητέρα; ―Τόσο, κι ἀνοίγαμε τὰ χέρια πιὸ πολύ. ―Τὸ Χριστό;

―Τόσο, κι ἀνοίγαμε τὰ χέρια ὅσο περισσότερο μπορούσαμε. Μὲ ἁπλῆ γλῶσσα ἡ γιαγιὰ μᾶς δίδασκε, ὅτι περισσότερο ἀπ᾽ ὅ λους πρέπει ν᾿ ἀγαποῦμε τὸ Χριστό, τὸ μεγάλο εὐεργέτη μας. Σκληρὰ χρόνια, ἀπαίσια. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησὶ ποὺ ἤμουν ἁπλὸς δάσκαλος, μιὰ μέρα ἑρμήνευα τὸ χωρίο «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ἢ τέκνα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος»(Λουκ. 10,37). Καὶ κάποιος, ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴ μὲ χρυ σᾶ δαχτυλίδια κ.λπ., εἰρωνεύθηκε. ―Ἄκου ᾽κεῖ τί εἶπε ὁ θεολόγος, ν᾿ ἀγαποῦμε τὸ Χριστὸ παραπάνω ἀπ᾿ ὅλα. Κολοκύθια! ὅσο ἔχω τὸ νυχάκι τοῦ παιδιοῦ μου, δὲν ἔχω τὸ Χριστό… Κι αὐτὸς μὲν τὸ εἶπε μὲ τὸ στόμα, ἀλλὰ πόσοι ἄλλοι τὸ λένε μὲ τὴν ὅλη συμπεριφορά τους;

Ὄχι μόνο δὲν ἀγαποῦμε τὸ Χριστό, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ τὸν βλαστημοῦν χυδαῖα. Πῶς μᾶς ἀνέχεται καὶ δὲ μᾶς κατέστρεψε ἀκόμα! Ἡ πιὸ  μεγάλη ἁμαρτία μας, ἀγαπητοί μου, εἶνε αὐτή.  Ἂς ἀγαπήσουμε τὸ Θεό. Ὅπως τὸ ψάρι δὲ ζῇ  ἔξω ἀπ᾽ τὴ θάλασσα καὶ τὸ πουλὶ ἔξω ἀπ᾽ τὸν ἀέρα, ἔτσι κ᾽ ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ζήσουμε μακριὰ ἀπ᾽ τὸ Θεό. Ἡ ἀγωνία καὶ τὸ ἄγχος, ποὺ  μαστί ζουν τὴν ἐποχή μας, εἶνε συνέπεια τῆς ἀ -  πωθήσεως τοῦ εὐγενεστέρου συναισθήματος,  τοῦ δεσμοῦ μὲ τὸ Θεό. Ναί. Χωρὶς σπίτια καὶ  ἀνέσεις, χωρὶς γυναῖκα ἢ ἄντρα καὶ παιδιὰ μπορεῖ νὰ ζήσῃς, χωρὶς Θεὸ δὲν μπορεῖς! Αὐτὸς εἶνε ἡ ὑψίστη ἀνάγκη.

Ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς ἔλεγε· «Τὰ πράγματά σας ἂς σᾶς τὰ πάρουν· μὴ σᾶς μέλλει· δώσατέ τα· δὲν εἶνε ἰδικά σας. Ψ υ χ κ α Χ ρ ι στὸς σᾶς χρειάζονται. Αὐτὰ τὰ δύο ὅλος ὁ κόσμος νὰ πέσῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ σᾶς τὰ πά ρῃ, ἐκτὸς καὶ τὰ δώσετε μὲ τὸ θέλημά σας»(ἡμ. ἔργ. σ. 193). Ἂς μείνουμε λοιπὸν φτωχοί, ἀλλὰ μὲ τὸ Χριστό. Ὅποιος εἶνε μὲ τὸ Χριστὸ εἶνε μακάριος.  Μὴ ξεχνᾶμε ποτέ τὰ ὑπέροχα λόγια «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν  αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ᾽ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον».

(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Ἐλευθερίου Ἐλευθερουπόλεως - Καβάλας τὴν 9-9-1984.
Το αλίευσα ΕΔΩ http://aktines.blogspot.com/2011/09/blog-post_9212.html

Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Κυριακή ΙΒ΄ Ματθαίου - Αιωνιότης! (Του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

Αίωνιότης!

(Ομιλία του μακαριστού Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου)

«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αίώνιον;» (Ματθ. 19,16)
   Κάποιος, αγαπητοί μου, πλησιάζει το Χριστό. Δεν είναι γέρος, είναι νέος. Φαίνεται συγκι­νημένος. Γονατίζει. Τί έχει, τί του συνέβη; Εί­ναι ασθενής ό ίδιος ή κάποιος δικός του και έρ­χεται να ζήτηση βοήθεια; Όχι, δεν έχει προ­βλήματα υγείας. Ούτε οικονομικό ζήτημα τον α­πασχολεί· είναι πλούσιος και από τους άρχον­τες του τόπου. Και όμως αυτά δεν τον αναπαύ­ουν. Έχει άλλες ανησυχίες. Ή καρδιά του νιώ­θει ύπεργήινους έρωτες! Ερωτηματικά μεγάλα προβάλλουν εμπρός του και ζητούν λύση. Μέσα σε τόσα υλικά αγαθά, αυτός πεινά και διψά. Τί; Την αιώνιο ζωή! Αυτήν ποθεί και γι' αυτήν ερω­τά το Ναζωραίο· «Διδάσκαλε αγαθέ, τί αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αίώνιον;»(Ματθ.19,16).
    Αιώνιος ζωή, αίωνιότης! Εκεί ας στρέψου­με κ' εμείς τον λόγο και είθε κάποια ψυχή να υψωθεί από τον κόσμο της ύλης και να αισθανθεί εκείνο που διεκήρυξε ό απόστολος Παύλος· «Ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πάλιν, άλλα την μέλλουσαν έπιζητούμεν»(Εβρ.13,14).
Τί υπάρχει πέρα απ' τον τάφο; Ιδού, αγαπη­τοί μου, ερώτημα πού τίθεται σε κάθε άνθρω­πο. Γιατί ό θάνατος είναι διαρκώς μπροστά μας! Κοιμάσαι και μεσάνυχτα σε ξυπνάει μια σει­ρήνα· κάποιος στη γειτονιά πέθανε. Σηκώνε­σαι το πρωί, αγοράζεις εφημερίδα και διαβά­ζεις αγγελτήρια κηδειών. Περπατάς στο δρόμο και βλέπεις νεκροφόρες που μεταφέρουν σώ­ματα για να καταλάβουν κάπου εκεί μια στενή λουρίδα γης· σώματα ποιών; εκείνων πού όταν ζούσαν αγόραζαν τετράγωνα οικοπέδων και έχτιζαν πολυκατοικίες. Βγαίνεις στην ύπαιθρο κι ακούς πένθιμο σήμαντρο από εξωκκλήσι που μεταδίδει στα βουνά και τα λαγκάδια την είδηση του θανάτου ενός αθώου βοσκού. Ταξι­δεύεις με υπερωκεάνιο κ' οι ναύτες ρίχνουν στη θάλασσα πτώμα έπιβάτου, πού ό θάνα­τος διέκοψε το ταξίδι για τις νέες χώρες για να του δώσει εισιτήριο για τον άλλο κόσμο. Μπαίνεις σε αεροπλάνο κι όταν προσγειώνεται κι ανοίγει ή πόρτα κατεβάζουν νεκρό κάποιον πού πέθανε την ώρα της πτήσεως...
Στην ξηρά, στη θάλασσα, στον αέρα, παντού παραμονεύει ό θάνατος. Παντού μνήματα, από δυστυχήματα ή εγκλήματα ή πολέμους, και πάνω στους τάφους κλαίνε χήρες και ορφα­νά. Και τότε κι ό πιο σκληρός άνθρωπος διερω­τάται· Λοιπόν τί υπάρχει πέρα απ' τον τάφο;
-Μηδέν! φωνάζει ό υλιστής. Δίκαιος και ά­δικος, ευσεβής και άσεβης, όλοι καταλήγουν στο μηδέν. Προς τί επομένως οι ίδρωτες, οι κό­ποι και μόχθοι για την αρετή; «Φάγωμεν και πίωμεν, αύριον γάρ άποθνήσκομεν»...Ησ, 22,13, Α΄Κορ.15,32).
Ιδού το σύνθημα, ή σημαία πού υψώνει ό υ­λισμός. Άλλη όμως είναι ή σώφρων άπάντησις. Το μηδέν είναι απαράδεκτο, ό θάνατος δεν εί­ναι έκμηδένισις του άνθρωπου. Ώστε μηδέν ό άνθρωπος; Όχι! ακούγονται σοβαρές φωνές.
     Όχι! φωνάζει ή λογική. Ποιος τεχνίτης κατα­σκευάζει πολύπλοκη μηχανή και τοποθετεί έ­στω και ένα μικρό τροχό, άν αυτός δεν έχει προορισμό; Και άν τέτοιο σφάλμα δεν κάνει ό άνθρωπος, θα το κάνει ό Δημιουργός, ό πάνσοφος τεχνίτης του παντός; Ερωτώ ακόμη· Αν ό άνθρωπος καταλήγει στο μηδέν, τότε γιατί να προικιστεί με θαυμαστό νου, με ελευθερία, με τη φωνή της συνειδήσεως προ παντός; ή συνείδησις! Διέπραξε κάποιος ένα έγκλημα και δεν τον είδε κανείς, εξαφάνισε όλα τα ίχνη. Αλλά ξαφνικά ή συνείδηση του φωνάζει· Εγ­κληματία Κάϊν, «που είναι ό αδελφός σου;»(Γέν, 4,9). Αύτη ή φωνή είναι ό τάφος του υλισμού.
     Όχι δεν τελειώνει στον τάφο ό άνθρωπος, φωνάζει ή λογική. Όχι όμως φωνάζει και ή ψυ­χολογία των λαών, που ερευνά και ανακαλύ­πτει, ότι στην καρδιά και του πιο αγρίου της Αφρικής υπάρχει ή πεποίθησις «Είμαι αθάνα­τος· κι άν καώ, κι άν με φάνε τα όρνεα, κι αν απ' το σώμα μου δε μείνει ούτε μόριο, εγώ υ­πάρχω, εξακολουθώ να ζω ως πνεύμα αθάνα­το σε άλλο κόσμο». Ενώ όλα πεθαίνουν γύ­ρω, εκείνος που δεν τον μόλυνε ή απιστία α­κούει μέσα σου τη μυστηριώδη φωνή· Άνθρωπε, πλάστηκες για την αιωνιότητα!...
     Άλλα και ή φιλοσοφία με τους μεγαλύτερους εκπροσώπους της έρχεται να μαρτυρήσει, ότι πέρα του τάφου δεν απλώνεται Σαχάρα ανυ­παρξίας. Ό Κικέρων έλεγε· «Ή φύσις δε μας έ­βαλε σε τούτο τον κόσμο για να τον κατοικού­με παντοτινά αλλά παροδικά. Τί ωραία ημέρα θα είναι όταν θ' αποδημήσω προς την ουράνια ε­κείνη ομήγυρη, το θείο εκείνο συμβούλιο των ψυχών, και θ' απομακρυνθώ από την τύρβη και το βόρβορο της γης!». Ό δε Σωκράτης, λί­γες στιγμές πριν το θάνατο του, φιλοσοφεί. «Πηγαίνω», λέει, «προς την αιωνιότητα. Εκεί θα συναντήσω ανωτέρους δικαστάς, τον Μίνω, τον Ραδάμανθυ, τον Αιακό. Αυτοί θα με κρί­νουν και θα μου αποδώσουν το δίκαιο μου».
*Ω αϊωνιότης! για σένα μαρτυρούν ή λογική, ή ψυχολογία, ή φιλοσοφία, ή ιστορία, μύριες φωνές. Πάνω απ' όλα όμως ακούγεται ή φω­νή ενός! Ό ένας αυτός είναι «ό έκ του ουρα­νού καταβάς·»(1ω.6,41.Έφ.4,10), ό Ιησούς Χριστός. Μί­λησε για την ύπαρξη άλλου κόσμου με τόση βε­βαιότητα με όση μιλούμε ημείς για την ιδιαίτε­ρη πατρίδα μας όπου είδαμε το πρώτο φως. Κι αν δεν πιστέψουμε στο Χριστό, σε ποιόν να πιστέψουμε; στις αισθήσεις πού πολλές φορές μας απατούν, ή στην επιστήμη που κάθε τόσο αναιρεί τον εαυτό της; Δεν υπάρχει πιο έγκυ­ρη μαρτυρία από τη μαρτυρία του Χριστού-αυτή είναι ή βεβαίωσις του Αψευδούς.
Ώ Ιησού! σύ, πού απ' το στόμα σου ή αλή­θεια βγήκε σαν διαυγής ποταμός, σύ απάντη­σε στο φλέγον ερώτημα μας· Υπάρχει ή δεν υπάρχει πέρα του τάφου ζωή; υπάρχει αίωνιότης, ναι ή όχι; «ΝΑΙ», απαντά το αψευδές στό­μα του Κυρίου. Υπάρχει αίωνιότης! Ανοίξτε την Καινή Διαθήκη σας και θα δείτε, ότι ή αιώ­νιος ζωή, ή βασιλεία των ουρανών, είναι το θέ­μα όλης της διδασκαλίας του Ιησού. Αυτή ή­ταν στη σκέψη του, αυτή ζούσε στην καρδιά του, αυτή χρωμάτιζε τα λόγια του, αυτή ήρθε στα χείλη του και τις τελευταίες στιγμές της επι­γείου ζωής του. Στον μετανοημένο ληστή είπε· «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση έν τω παραδείσω»(Λουκ..23,43)· σε βεβαιώνω δηλαδή, ότι σήμερα, πριν ακόμη δύση ό ήλιος της ημέρας αυτής, θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο.
Και τί είναι ό παράδεισος; Ας αφήσουμε τα ψευδό - ευαγγέλια των χιλιοστών και τα Κορά­νια να φλυαρούν περί υλικών αγαθών. Ό παρά­δεισος του Χριστού δεν είναι ό παράδεισος του Μωάμεθ. Ό Χριστός μας είπε, ότι όλα μαζί τα αγαθά του κόσμου τούτου δεν αντισταθμίζουν ούτε μια σταγόνα της μακάριας εκείνης ζωής-αλλά δεν μας την περιγράφει. Διότι, απλού­στατα, ξεπερνά κάθε περιγραφή. Ανεξιχνία­στοι οι θησαυροί της, ακατάληπτη ή δόξα της. Δεν υπάρχει στη γη κάτι όμοιο για να χρησιμεύσει ως ακριβής εικόνα του κόσμου εκείνου.
Ό απόστολος Παύλος, που για την αγιότη­τα του «ήρπάγη» από το άγιο Πνεύμα κι αξιώ­θηκε για λίγο να βρεθεί στον παράδεισο, αδυ­νατεί, ό εύγλωττος αυτός κήρυξ του ευαγγε­λίου, να μας δώσει περιγραφή· άναυδος εμ­πρός στο μεγαλείο της αίωνιότητος, λέει μό­νο, ότι τα αγαθά εκείνα, που ετοίμασε ό Θεός γι' αυτούς πού τον αγαπούν, μάτι δεν τα είδε, αυτί δεν τα άκουσε και γλώσσα ρήτορος δεν μπορεί να τα περιγράψει. «Ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ούκ εξόν άνθρώπω λάλησαι» (Β'Κορ. 12,4).
Ή αίωνιότης! Όλοι αίωρούμεθα πάνω από σένα, κρεμόμαστε από μια λεπτή κλωστή· και ή κλωστή αυτή είναι ή παρούσα ζωή! Ήρθε ό θάνατος, κόπηκε ή κλωστή; αμέσως βρεθή­καμε στην αιωνιότητα, σε θέση πού ό καθένας μας προετοίμασε έδώ με τα έργα του.
Αγαπητοί μου! Ή πατρίδα μας από την αρ­χαιότητα κήρυττε την αθανασία, πίστευε στην αιωνιότητα, και αυτή φωτίζει τις σελίδες της ιστορίας της. Στη χώρα αυτή ή ύλη δεν ήταν σκοπός, αλλά μέσον για τη δόξα του πνεύμα­τος, μαρτυρία αθανασίας και αίωνιότητος.
Πριν από τη μάχη του Κιλκίς, το 1913, όπου έκρίνετο το μέλλον της Ελλάδος στα Βαλκά­νια, είχαν συγκεντρωθεί νύχτα στη σκηνή του βασιλέως στρατηλάτου όλοι οι ανώτεροι αξιω­ματικοί και έπαιρναν οδηγίες. -Αύριο το Κιλ­κίς πρέπει να πέσει! είπε ό βασιλεύς. Οι αξιω­ματικοί αμίλητοι είχαν πάρει την απόφασή τους και ένας εκ μέρους όλων απήντη­σε· -Μεγαλειότατε, αφού το διατάσσει ή Ελ­λάς, το Κιλκίς θα πέσει. Καλήν άντάμωσι στην αιωνιότητα!... Την επομένη το Κιλκίς έπεφτε, αλλά οι περισσότεροι από τούς άνδρες εκεί­νους δεν υπήρχαν πλέον στη ζωή.
Ανέφερα το ανέκδοτο αυτό, για να δείτε πόσο ζωηρή ήταν στις καρδιές των ηρώων μας ή πίστη στην αιωνιότητα. Γεννάται όμως το ερώτημα* Σήμερα πιστεύουμε στην αιω­νιότητα; ή αρχίσαμε ν' απεμπολούμε αυτή την προγονική μας κληρονομιά;...
(†) επίσκοπος Αυγουστίνος
Γραπτή ομιλία, η οποίο έγινε οπό τον Ραδιοφωνικό σταθμό Λαρίσης τo 1949 στην καθαρεύουσα. Μεταγλώττισις και σύντμησις 4-9-2011.

Οι αναρτήσεις στο ¨Παζλ Ενημέρωσης¨

Παζλ Ενημέρωσης